Αποτροπή μέσω μιας Συμμαχίας Ετοιμότητας: Η στρατηγική πρόκληση για την Ελλάδα στη νέα εποχή του ΝΑΤΟ – Ανάλυση του Κωνσταντίνου Μπαλωμένου

Η μετάβαση του ΝΑΤΟ σε μια «Συμμαχία Ετοιμότητας δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί από την Ελλάδα ως μια ακόμη υποχρέωση στο πλαίσιο των συμμαχικών της δεσμεύσεων. Αντίθετα, αποτελεί μια σημαντική ευκαιρία για έναν συνολικό επαναπροσδιορισμό του τρόπου με τον οποίο σχεδιάζει και παράγει εθνική ισχύ.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ
Google Προσθέστε το ENIKOS ως προτιμώμενη πηγή στη Google

Όπως έχω επισημάνει σε προηγούμενο άρθρο μου με τίτλο: «Η νέα στρατηγική του ΝΑΤΟ: Αποτροπή μέσω μιας Συμμαχίας Ετοιμότητας», το ΝΑΤΟ μεταβαίνει από μια Συμμαχία που επιδιώκει την Αποτροπή μέσω Ισχύος (Deterrence by Power), σε μια Συμμαχία που επιδιώκει την Αποτροπή μέσω της Ετοιμότητας (Deterrence by Readiness).

Υπό το πλαίσιο αυτό, η Αποτροπή παραμένει ο στρατηγικός σκοπός της Συμμαχίας, αλλά εκείνο που αλλάζει είναι ο τρόπος με τον οποίο παράγεται και διατηρείται η αποτροπή.
Συγκεκριμένα, η αποτροπή δεν εξαρτάται πλέον αποκλειστικά από τη στρατιωτική ισχύ, αλλά και από την αμυντική βιομηχανική ικανότητα που εξασφαλίζει αποθέματα πυρομαχικών και δυνατότητες ταχείας αναπλήρωσής τους, από την ανθεκτικότητα των εφοδιαστικών αλυσίδων, καθώς και από τη δυνατότητα παρατεταμένης (sustained) υποστήριξης επιχειρήσεων σε συνθήκες μακροχρόνιου στρατηγικού ανταγωνισμού μεταξύ των κρατικών και μη κρατικών δρώντων.

Με άλλα λόγια, η άμυνα παύει να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως στρατιωτική λειτουργία και εξελίσσεται σε ένα ολοκληρωμένο παραγωγικό και βιομηχανικό σύστημα (Defence as Industrial System), στο οποίο η δυνατότητα παραγωγής, υποστήριξης, αναπλήρωσης και διατήρησης της στρατιωτικής ισχύος σε βάθος χρόνου αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο της αποτροπής και καθοριστικό παράγοντα στρατηγικής ισχύος.

Για να γίνει κατανοητή η μετάβαση που συντελείται προς την εξέλιξη του ΝΑΤΟ σε μια «Συμμαχία Ετοιμότητας» (Alliance of Readiness), παρατίθεται ο ακόλουθος πίνακας που παρουσιάζει τις θεμελιώδους σημασίας στρατηγικές αλλαγές που συντελούνται την τελευταία περίοδο, ώστε οι σύμμαχοι να μπορούν να ανταποκριθούν σε ένα επιχειρησιακό περιβάλλον έντονου ανταγωνισμού.

 

Η στρατηγική μετάβαση του ΝΑΤΟ: Από τη Συμμαχία Αποτροπής στη Συμμαχία Ετοιμότητας
ΠΡΙΝ
Συμμαχία Αποτροπής
(Deterrence Alliance)
ΤΩΡΑ
Συμμαχία Ετοιμότητας
(Alliance of Readiness)
Συλλογική Άμυνα (Collective Defence) Διαρκής Ετοιμότητα (Persistent Readiness)
Αποτροπή μέσω ισχύος Αποτροπή μέσω Ολοκληρωμένης Ισχύος και Διαρκούς Ετοιμότητας
Στρατιωτικές δυνατότητες (Forces) Στρατιωτικές Δυνατότητες και Αμυντική Βιομηχανία (Forces + Defence Industry)
Αντίδραση σε κρίσεις (Crisis Response) Διαρκής προετοιμασία για στρατηγικό ανταγωνισμό και επιχειρήσεις υψηλής έντασης
Στρατιωτική Ικανότητα (Military Capability) Στρατιωτική Ικανότητα και Εθνική Ανθεκτικότητα (Military Capability + National Resilience)
Αμυντικός Σχεδιασμός (Defence Planning) Ολιστική Άμυνα με τη συμμετοχή του συνόλου της κοινωνίας (Whole-of-Society Defence)
Υποστήριξη Διοικητικής Μέριμνας (Logistics Support) Στρατηγική Εφοδιαστική Μέριμνα (Strategic Logistics)
Οπλικά Συστήματα / Πλατφόρμες Μάχης (Platforms) Οπλικά Συστήματα / Πλατφόρμες Μάχης (Platforms) και Δεδομένα, Τεχνητή Νοημοσύνη και Δίκτυα (Data, AI & Networks)

 

Από τα ανωτέρω γίνεται κατανοητό, ότι στη νέα στρατηγική αντίληψη του ΝΑΤΟ, η αποτροπή δεν αποτελεί πλέον αποκλειστικά προϊόν στρατιωτικής ισχύος, αλλά το αποτέλεσμα της συνδυασμένης λειτουργίας της στρατιωτικής, της βιομηχανικής, της οικονομικής, της τεχνολογικής, της πληροφοριακής ισχύος και της εθνικής ανθεκτικότητας.
Σύμφωνα με την εν λόγω αντίληψη, η στρατιωτική ισχύς, από μόνη της, δεν επαρκεί πλέον για να εξασφαλίσει την Αποτροπή. Επίσης, η επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα των κρατών – μελών του ΝΑΤΟ θα αξιολογείται ολοένα και περισσότερο από την ικανότητα ενός κράτους να διατηρεί υψηλή διαθεσιμότητα δυνάμεων, να αναπληρώνει γρήγορα κρίσιμα αποθέματα, να προστατεύει τις κρίσιμες υποδομές του, να εξασφαλίζει την ανθεκτικότητα των εφοδιαστικών αλυσίδων του και να αξιοποιεί προηγμένες τεχνολογίες, όπως η τεχνητή νοημοσύνη, τα μη επανδρωμένα συστήματα και τα ολοκληρωμένα ψηφιακά δίκτυα διοίκησης και ελέγχου.

Συνεπώς, σε μια εποχή που το ΝΑΤΟ απαιτεί από τα κράτη-μέλη του να μεταβούν από τη λογική της κατοχής στρατιωτικών δυνατοτήτων στη λογική της διαρκούς παραγωγής και διατήρησης ισχύος, το πραγματικό διακύβευμα για την Ελλάδα είναι κατά πόσο θα μπορέσει να αντιληφθεί άμεσα τις αλλαγές που συντελούνται και να προσαρμόσει ανάλογα τον αμυντικό της σχεδιασμό στις νέες απαιτήσεις της Συμμαχίας.

Μόνο έτσι θα μπορέσει να μετατρέψει τη στρατηγική αυτή μετάβαση σε παράγοντα ενίσχυσης της εθνικής της ισχύος και της γεωπολιτικής της θέσης.

Πρέπει να γίνει κατανοητό από όλους όσους βρίσκονται στα κέντρα λήψης αποφάσεων, ότι στο νέο επιχειρησιακό περιβάλλον του ΝΑΤΟ η άμυνα δεν αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως στρατιωτική υπόθεση, αλλά ως εθνική λειτουργία που συνδέει την οικονομία, την τεχνολογία, την ενέργεια, τη βιομηχανία, τις υποδομές και την κοινωνική ανθεκτικότητα.

Υπό το πλαίσιο αυτό, η χώρα οφείλει να κινηθεί έγκαιρα, διαμορφώνοντας μια συνεκτική εθνική στρατηγική προσαρμογής, η οποία θα της επιτρέψει όχι μόνο να ανταποκριθεί αποτελεσματικά στις νέες απαιτήσεις και προκλήσεις της Συμμαχίας, αλλά και να αξιοποιήσει τις στρατηγικές, γεωπολιτικές και αναπτυξιακές ευκαιρίες που αυτές δημιουργούν.

Το κρίσιμο ερώτημα επομένως, είναι ποιες συγκεκριμένες προσαρμογές απαιτούνται σε εθνικό επίπεδο, ώστε η Ελλάδα να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις μιας «Συμμαχίας Ετοιμότητας» (Alliance of Readiness) και να ενισχύσει τη στρατηγική της θέση στο νέο επιχειρησιακό περιβάλλον του ΝΑΤΟ.

Οι προσαρμογές αυτές δεν αφορούν μόνο τις Ένοπλες Δυνάμεις, αλλά το σύνολο του εθνικού οικοσυστήματος ασφάλειας και ισχύος. Ειδικότερα, απαιτούνται παρεμβάσεις σε πέντε κρίσιμους τομείς:

1ος Τομέας:

Από τις Στρατιωτικές δυνατότητες (Ένοπλες Δυνάμεις) στο Εθνικό Οικοσύστημα Άμυνας [Στρατιωτικές Δυνατότητες (Ένοπλες Δυνάμεις) και Αμυντική Βιομηχανία (Defence Industry)]. Για να υλοποιηθεί αυτή η μετάβαση, απαιτείται η εθνική άμυνα της χώρας να υπερβεί την παραδοσιακή αντίληψη σύμφωνα με την οποία η άμυνα αποτελεί αποκλειστικά πεδίο δράσης των Ενόπλων Δυνάμεων και να εξελιχθεί σε ένα ολοκληρωμένο εθνικό οικοσύστημα ισχύος.

Συγκεκριμένα, οι Ένοπλες Δυνάμεις θα πρέπει να παραμείνουν ο βασικός πυλώνας της αποτροπής, αλλά για να εξασφαλιστεί η αποτελεσματικότητά τους απαιτείται η ύπαρξη μιας ισχυρής αμυντικής βιομηχανικής βάσης, η οποία θα μπορεί να υποστηρίζει, να ανανεώνει και να διατηρεί τις στρατιωτικές δυνατότητες της χώρας σε βάθος χρόνου.

Για την Ελλάδα, αυτό σημαίνει ότι η αμυντική βιομηχανία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται μόνο ως ένας τομέας προμηθειών ή αντισταθμιστικών ωφελημάτων, αλλά ως στρατηγική υποδομή εθνικής ισχύος. Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί μια σημαντική ευκαιρία για τη χώρα, καθώς η ελληνική αμυντική βιομηχανία μπορεί να ενταχθεί ουσιαστικότερα στις ευρωπαϊκές και διατλαντικές αλυσίδες παραγωγής και εφοδιασμού.

Με τον τρόπο αυτό, η Ελλάδα μπορεί να ενισχύσει την επιχειρησιακή της ανθεκτικότητα, να μειώσει τις εξαρτήσεις της σε κρίσιμους τομείς και παράλληλα, να δημιουργήσει σημαντικές αναπτυξιακές προοπτικές για την εθνική οικονομία μέσω της τεχνολογικής ανάπτυξης, της καινοτομίας και της παραγωγικής ανασυγκρότησης του αμυντικού τομέα.

2ος Τομέας:

Από την κατοχή στρατιωτικών ικανοτήτων στην επιχειρησιακή ετοιμότητα και ανθεκτικότητα (From Military Capabilities to Operational Readiness & Resilience)

Η εμπειρία από τις συγκρούσεις στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή απέδειξε ότι η κατοχή σύγχρονων οπλικών συστημάτων αποτελεί αναμφισβήτητα αναγκαία προϋπόθεση για την εθνική άμυνα. Ωστόσο, η πραγματική τους αξία ως παράγοντας αποτροπής και διατήρησης της εθνικής ισχύος εξαρτάται από την ικανότητα ενός κράτους να τα διατηρεί επιχειρησιακά διαθέσιμα, να τα υποστηρίζει αποτελεσματικά και να εξασφαλίζει τη βιωσιμότητα της λειτουργίας τους σε συνθήκες παρατεταμένων επιχειρήσεων.
Με άλλα λόγια, στο νέο επιχειρησιακό περιβάλλον του ΝΑΤΟ, η στρατιωτική ισχύς δεν αξιολογείται μόνο από το τι διαθέτει ένα κράτος, αλλά και από την ικανότητά του να διατηρεί, να υποστηρίζει και να ανανεώνει αυτή την ισχύ σε βάθος χρόνου στο πεδίο επιχειρήσεων.

Για την Ελλάδα, αυτό σημαίνει ότι ο αμυντικός σχεδιασμός πρέπει να μετατοπιστεί από μια λογική προμήθειας εξοπλιστικών προγραμμάτων σε μια λογική συνεχούς επιχειρησιακής ετοιμότητας, βιωσιμότητας και υποστήριξης των στρατιωτικών δυνατοτήτων των Ενόπλων Δυνάμεων.

3ος Τομέας:

Από την προστασία υποδομών στην εθνική ανθεκτικότητα (From Critical Infrastructure Protection to National Resilience)
Στο σύγχρονο επιχειρησιακό περιβάλλον, η εθνική άμυνα δεν περιορίζεται στο στρατιωτικό πεδίο, καθώς οι απειλές δεν στοχεύουν μόνο τις στρατιωτικές δυνάμεις, αλλά και τις κρίσιμες λειτουργίες ενός κράτους όπως την ενέργεια, τις τηλεπικοινωνίες, τις μεταφορές, τα λιμάνια, τα πληροφοριακά συστήματα, τις οικονομικές υποδομές και την κοινωνική συνοχή.

Συνεπώς, η εθνική ανθεκτικότητα αποτελεί πλέον αναπόσπαστο στοιχείο της αποτροπής και της εθνικής ισχύος.

Συνεπώς, για την Ελλάδα, η ενδυνάμωση της εθνικής ανθεκτικότητας πρέπει να αποτελέσει βασική προτεραιότητα του νέου μοντέλου εθνικής της ασφάλειας, συνδέοντας την άμυνα με την προστασία των κρίσιμων υποδομών, την πολιτική προστασία, την ενεργειακή ασφάλεια, την κυβερνοασφάλεια και συνολικά τη διαχείριση κρίσεων.
Στο πλαίσιο αυτό, η προσέγγιση Whole-of-Society Defence, την οποία προωθεί πλέον το ΝΑΤΟ αποτελεί μονόδρομος.

4ος Τομέας:

Από την τεχνολογική εξάρτηση στην παραγωγή τεχνολογικής ισχύος (From Technology Dependency to Technology Power)

Όπως επισημάνθηκε στο κείμενο της Διακήρυξης των αποτελεσμάτων της Συνόδου του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, η τεχνητή νοημοσύνη, τα μη επανδρωμένα συστήματα, η διαχείριση δεδομένων, τα προηγμένα δίκτυα διοίκησης και ελέγχου (C2), καθώς και οι νέες τεχνολογίες αισθητήρων αποτελούν βασικές προτεραιότητες στη νέα στρατηγική προσέγγιση του ΝΑΤΟ.

Υπό αυτό το πλαίσιο, η στρατηγική πρόκληση για την Ελλάδα δεν είναι απλώς η απόκτηση σύγχρονων τεχνολογικών συστημάτων μέσω εισαγωγών, αλλά η σταδιακή μετάβαση από την τεχνολογική εξάρτηση στην παραγωγή τεχνολογικής ισχύος.

Η μετάβαση αυτή προς την τεχνολογική υπεροχή δεν αποτελεί απλώς έναν παράγοντα βελτίωσης των στρατιωτικών δυνατοτήτων, αλλά έναν κρίσιμο παράγοντα στρατηγικής αυτονομίας, ανθεκτικότητας και γεωπολιτικής επιρροής.

5ος Τομέας:

Από τη γεωγραφική θέση στη στρατηγική χρησιμότητα (From Geography to Strategic Utility)

Στο νέο στρατηγικό πλαίσιο του ΝΑΤΟ η γεωπολιτική αξία των κρατών-μελών δεν καθορίζεται μόνο από την γεωγραφική τους θέση και την συμμετοχή τους στις αποστολές της Συμμαχίας.
Καθορίζεται ολοένα και περισσότερο από τη δυνατότητά ενός συμμάχου να παρέχει κρίσιμες υπηρεσίες ασφάλειας στη Συμμαχία, να υποστηρίζει επιχειρήσεις, να φιλοξενεί υποδομές, να διασφαλίζει ενεργειακές και εφοδιαστικές αλυσίδες και να λειτουργεί ως κόμβος μετακίνησης δυνάμεων, υλικών και πληροφοριών.

Για την Ελλάδα, η εξέλιξη αυτή δημιουργεί μια σημαντική ευκαιρία γεωπολιτικής αναβάθμισης.

Η γεωγραφική της θέση στην Ανατολική Μεσόγειο, η γειτνίασή της με κρίσιμες περιοχές ενδιαφέροντος του ΝΑΤΟ, οι λιμενικές και αεροπορικές υποδομές της, καθώς και ο αυξανόμενος ενεργειακός της ρόλος, μπορούν να μετατραπούν σε στρατηγικά πλεονεκτήματα.

Υπό το πρίσμα αυτό, η Ελλάδα πρέπει να μετατρέψει τη γεωγραφική της θέση σε στρατηγική χρησιμότητα για τη Συμμαχία μέσω επενδύσεων σε υποδομές, τεχνολογικές δυνατότητες, ενεργειακή ασφάλεια, αμυντική βιομηχανία και ικανότητες υποστήριξης συμμαχικών επιχειρήσεων.

Συνοψίζοντας, η μετάβαση του ΝΑΤΟ σε μια «Συμμαχία Ετοιμότητας δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί από την Ελλάδα ως μια ακόμη υποχρέωση στο πλαίσιο των συμμαχικών της δεσμεύσεων. Αντίθετα, αποτελεί μια σημαντική ευκαιρία για έναν συνολικό επαναπροσδιορισμό του τρόπου με τον οποίο σχεδιάζει και παράγει εθνική ισχύ.

Συνεπώς, το διακύβευμα για την Ελλάδα στο νέο στρατηγικό πλαίσιο του ΝΑΤΟ, δεν είναι απλώς να παραμείνει ένας αξιόπιστος σύμμαχος. Είναι να εξελιχθεί σε έναν σύμμαχο με αυξημένη στρατηγική χρησιμότητα, ικανό να παράγει ασφάλεια, να υποστηρίζει συμμαχικές επιχειρήσεις και να ενισχύει τη συλλογική ανθεκτικότητα της Συμμαχίας.

Γράφει ο Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος, Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος

Google Προσθέστε το ENIKOS στην Google
Ακολουθήστε το ENIKOS στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.