Η επικύρωση του Τουρκολιβυκού Μνημονίου από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης στις 20 Οκτωβρίου 2026, επαναφέρει στο προσκήνιο μια διαχρονική εστία αντιπαράθεσης στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η εξέλιξη αυτή ωστόσο, αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς συμπίπτει με τις προσπάθειες επανεκκίνησης των ερευνών για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου, του Great Sea Interconnector (GSI), και τις αντιδράσεις της Τουρκίας στην υλοποίησή του.
Αν και δεν υπάρχουν σαφείς αποδείξεις που να τεκμηριώνουν ότι η επικύρωση του Τουρκολιβυκού Μνημονίου αποφασίστηκε ως άμεση απάντηση στις εξελίξεις γύρω από τον GSI, η χρονική σύμπτωση των δύο εξελίξεων παρουσιάζει ιδιαίτερο στρατηγικό ενδιαφέρον.
Άλλωστε, στη διεθνή πολιτική, οι πρωτοβουλίες των κρατών δεν μπορούν να αξιολογούνται αποκομμένα από το ευρύτερο γεωπολιτικό περιβάλλον και τις επιδιώξεις τους.
Υπό αυτό το πρίσμα, η επικύρωση του Μνημονίου θα μπορούσε να εκληφθεί ως μια κίνηση πολιτικής αντιστάθμισης ή και αντιπερισπασμού από την πλευρά της Τουρκίας, σε μια περίοδο κατά την οποία εντείνονται οι προσπάθειες επανεκκίνησης του GSI και αναδεικνύεται εκ νέου, η στρατηγική σημασία της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου για την ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια, καθώς και η στρατηγική της Ε.Ε. για τη διασυνδεσιμότητα της Ανατολικής Μεσογείου.
Μια τέτοια εξέλιξη θα εξυπηρετούσε δυνητικά την προσπάθεια της Άγκυρας να επαναφέρει στο προσκήνιο τις θαλάσσιες διεκδικήσεις της, να ενισχύσει πολιτικά τη θέση της στη Λιβύη και να διατηρήσει υπό αμφισβήτηση τις ενεργειακές και γεωπολιτικές πρωτοβουλίες που προωθούνται στην Ανατολική Μεσόγειο.
Το κρίσιμο ζήτημα για την Ελλάδα
Στο πλαίσιο αυτό, το κρίσιμο ζήτημα για την Ελλάδα δεν είναι απλώς να απορρίψει το Τουρκολιβυκό Μνημόνιο και να αποτρέψει την πολιτική και διπλωματική αξιοποίησή του από την Τουρκία.
Είναι κυρίως, να διαμορφώσει μια συνεκτική στρατηγική που θα συνδέει την υπεράσπιση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων με την προώθηση των ευρωπαϊκών ενεργειακών υποδομών και τη διατήρηση της πρωτοβουλίας των κινήσεων στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η ανάγκη αυτή, αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην περίπτωση του έργου για την ηλεκτρική διασύνδεση Κύπρου – Ελλάδας, καθώς το διακύβευμα δεν αφορά μόνο την υλοποίηση μιας ευρωπαϊκής ενεργειακής υποδομής, αλλά και το κατά πόσο η Ελλάδα θα καταφέρει να διαχειριστεί τη διπλωματική αμφισβήτηση του έργου χωρίς να επιτρέψει τη μετατροπή του σε πεδίο ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης.
Όπως έχω επισημάνει σε προηγούμενο άρθρο μου με τίτλο: «Τι θα κάνει η Ελλάδα αν η Τουρκία παρεμποδίσει τις εργασίες για την ηλεκτρική διασύνδεση Κύπρου–Ελλάδας;», η κρίση γύρω από τον GSI δεν χρειάζεται να εκδηλωθεί εξαρχής με την παρουσία πολεμικών πλοίων ή με την άμεση παρεμπόδιση των ερευνών στη θάλασσα.
Υπό το πρίσμα αυτό, εκτιμώ ότι έχουν ήδη αρχίσει να εμφανίζονται πρόδρομες ενδείξεις μιας ενδεχόμενης κρίσης γύρω από την υλοποίηση του GSI.
Συγκεκριμένα, στην παρούσα φάση, η αντιπαράθεση εκδηλώνεται κυρίως στο πολιτικό και διπλωματικό επίπεδο, δημιουργώντας ένα περιβάλλον αυξημένης έντασης, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχει εκδηλωθεί επιχειρησιακή κρίση ή ότι η κλιμάκωση είναι αναπόφευκτη.
Ενδεικτική προς αυτή την κατεύθυνση, είναι η αμφισβήτηση από την Τουρκία της δυνατότητας υλοποίησης των εργασιών χωρίς προηγούμενη συνεννόηση μαζί της, με επίκληση των δικών της αξιώσεων για τις θαλάσσιες δικαιοδοσίες στην Ανατολική Μεσόγειο.
Τέτοιου είδους ενέργειες εντάσσονται στα χαρακτηριστικά σεναρίων χαμηλής έντασης, καθώς μπορούν να λειτουργήσουν ως μέσα πολιτικής και διπλωματικής πίεσης, επηρεάζοντας το περιβάλλον λήψης αποφάσεων των εμπλεκόμενων κυβερνήσεων, των εταιρειών και των επενδυτών, πριν ακόμη εκδηλωθεί οποιαδήποτε άμεση παρεμπόδιση επί του πεδίου.
Στο πλαίσιο αυτό, η επικύρωση του Τουρκολιβυκού Μνημονίου από το Λιβυκό Κοινοβούλιο, αν και δεν μεταβάλει το διεθνές νομικό καθεστώτος στην Ανατολική Μεσόγειο, δεν αλλάζει τα θαλάσσια όρια της περιοχής, δεν επιλύει τις υφιστάμενες διαφορές οριοθέτησης και δεν καθιστά τις τουρκικές και λιβυκές αξιώσεις δεσμευτικές για τρίτα κράτη, προσφέρει στην Τουρκία ένα πολιτικό επιχείρημα για να υποστηρίζει ότι οι αξιώσεις της έχουν τη συναίνεση των λιβυκών πολιτικών θεσμών.
Παράλληλα, της δίνει τη δυνατότητα να αξιοποιήσει την εν λόγω εξέλιξη σε διπλωματικό επίπεδο, στη δημόσια συζήτηση και στις επαφές της με τρίτες χώρες, ενισχύοντας την προσπάθεια να παρουσιάσει τις θέσεις της ως μέρος μιας υφιστάμενης και αποδεκτής περιφερειακής πραγματικότητας.
Επομένως, η Ελλάδα οφείλει να εξετάσει όχι μόνο τη νομική βάση του Μνημονίου, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο ενδέχεται να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο πολιτικής πίεσης.
Υπό αυτό το πλαίσιο, οι αντιδράσεις που ακολούθησαν την επικύρωση του Μνημονίου δημιουργούν ένα νέο διπλωματικό περιβάλλον, το οποίο η Αθήνα έχει τη δυνατότητα να αξιοποιήσει.
Συγκεκριμένα, στις 20 Οκτωβρίου, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, και ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Αντόνιο Κόστα, εξέφρασαν τη βαθιά τους λύπη για την επικύρωση.
Την επόμενη ημέρα, η Ύπατη Εκπρόσωπος της Ε.Ε. για θέματα Εξωτερικής Πολιτικής, Κάγια Κάλας, επανέλαβε την πάγια ευρωπαϊκή θέση ότι το Μνημόνιο θίγει κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων κρατών, δεν συνάδει με το Δίκαιο της Θάλασσας και δεν μπορεί να παράγει έννομα αποτελέσματα για τρίτα κράτη.
Η Ε.Ε. επανέλαβε επίσης τη στήριξή της προς την Ελλάδα και την Κύπρο, με την κοινή ευρωπαϊκή θέση να εκφράζει τη σύμπνοια των 27 κρατών-μελών ως προς την αμφισβήτηση της νομιμότητας του Τουρκολιβυκού Μνημονίου και την ανάγκη σεβασμού του Διεθνούς Δικαίου.
Παράλληλα, το Ισραήλ καταδίκασε την επικύρωση του Μνημονίου, με το υπουργείο Εξωτερικών της χώρας να επισημαίνει ότι «η συμφωνία αυτή παραβιάζει τα κυριαρχικά δικαιώματα των στενών συμμάχων μας στην περιοχή» και ότι, «για άλλη μια φορά βλέπουμε την Τουρκία να ενεργεί με σκοπό την αποσταθεροποίηση της Ανατολικής Μεσογείου».
Η τοποθέτηση αυτή προσδίδει ευρύτερη περιφερειακή διάσταση στο ζήτημα, καθώς καταδεικνύει ότι οι συνέπειες του Τουρκολιβυκού Μνημονίου δεν περιορίζονται στις ελληνοτουρκικές διαφορές, αλλά συνδέονται με τις ισορροπίες ασφάλειας και συνεργασίας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Την ίδια στάση τήρησε και η Αίγυπτος όπου σύμφωνα με ανακοίνωση που εξέδωσε το Υπουργείο Εξωτερικών της χώρας, το μνημόνιο είναι απολύτως άκυρο, στερείται νομικής ισχύος και δεν παράγει κανένα έννομο αποτέλεσμα για την Αίγυπτο.
Επίσης, στην ίδια ανακοίνωση επισημάνθηκε ότι το «μνημόνιο συνιστά σαφή προσβολή των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Αιγύπτου στην Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη και την υφαλοκρηπίδα της».
Τις θέσεις αυτές, επανέλαβε ο Αιγύπτιος υπουργός Εξωτερικών κ. Μπαντρ Αμπντελάτι και κατά τη συνάντησή του με τον Τούρκο ομόλογό του Χακάν Φιντάν, την Παρασκευή 23 Οκτωβρίου στην Κωνσταντινούπολη, στο περιθώριο των συνεδριάσεων του τετραμερούς μηχανισμού με τη συμμετοχή τριών ευρωπαϊκών χωρών.
Επίσης, σε συνέντευξή του στο τουρκικό τηλεοπτικό δίκτυο TRT την ίδια ημέρα, ο Αιγύπτιος ΥΠΕΞ, εξέφρασε την αντίθεση της Αιγύπτου στο Τουρκολιβυκό Μνημόνιο, χαρακτηρίζοντας τη συμφωνία του 2019 «απολύτως άκυρη και στερούμενη οποιασδήποτε νομικής ισχύος».
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η νεότερη τοποθέτηση των ΗΠΑ όπου μέσω του Στέιτ Ντιπάρτμεντ στις 25 Οκτωβρίου, χαρακτήρισε την ανακοίνωση της επικύρωσης του Τουρκολιβυκού Μνημονίου «μη εποικοδομητική και προκλητική», επισημαίνοντας ότι αυξάνει την ένταση στην περιοχή και διευκρινίζοντας ότι η αμερικανική θέση επί του ζητήματος παραμένει αμετάβλητη.
Η διατύπωση αυτή έχει ιδιαίτερη διπλωματική βαρύτητα, αφού η Ουάσιγκτον δεν περιορίστηκε σε μια γενική έκκληση για διάλογο και διαπραγματεύσεις καλής πίστης, αλλά τοποθετήθηκε σαφέστερα απέναντι στη συγκεκριμένη εξέλιξη.
Αυτή είναι μια σαφής θέση υπέρ των ελληνικών νομικών θέσεων η οποία, επισημαίνει επίσης, ότι η επικύρωση δεν αντιμετωπίζεται ως μια εξέλιξη χωρίς περιφερειακές συνέπειες.
Για την Ελλάδα συνεπώς, το ζητούμενο είναι να αξιοποιήσει αυτές τις τοποθετήσεις με συστηματικό και στρατηγικό τρόπο.
Η εν λόγω διπλωματική υποστήριξη θα αποκτήσει μεγαλύτερη αξία όταν συνοδευτεί από σταθερή ενημέρωση των εταίρων, νομική τεκμηρίωση, συντονισμό με τις ενδιαφερόμενες χώρες και συγκεκριμένες πρωτοβουλίες που ενισχύουν τη σταθερότητα στην περιοχή.
Η Αθήνα συνεπώς, δεν έχει λόγο να περιοριστεί στην καταγραφή των αντιδράσεων απέναντι στο Τουρκο-Λυβικό Μνημόνιο.
Οφείλει να συμβάλει στη διαμόρφωση ενός ευρύτερου πλαισίου μέσα στο οποίο ο σεβασμός του Διεθνούς Δικαίου, η ασφάλεια των ενεργειακών υποδομών και η αποφυγή μονομερών ενεργειών θα αποτελούν κοινές προτεραιότητες.
Αξιοσημείωτο είναι ότι η ελληνική κυβέρνηση έχει ήδη κινηθεί σε αυτή την κατεύθυνση, ενημερώνοντας εταίρους και συμμάχους και μεταφέροντας το ζήτημα στα Ηνωμένα Έθνη.
Η επανέναρξη συζητήσεων Ελλάδας – Αιγύπτου
Παράλληλα, η επανέναρξη συζητήσεων Ελλάδας – Αιγύπτου για την επέκταση της μεταξύ τους οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών προς ανατολάς συνιστά μια εξέλιξη που μπορεί να αποκτήσει ευρύτερη στρατηγική σημασία, εφόσον οδηγήσει σε συγκεκριμένα αποτελέσματα σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο.
Οι ενέργειες αυτές αποτυπώνουν μια ενεργητική διπλωματία από την πλευρά της Ελλάδας και αναδεικνύουν μια ουσιαστική διάσταση της ελληνικής στρατηγικής.
Σε αντίθεση με την στείρα και ισοπεδωτική κριτική που ασκείται στον εσωτερικό δημόσιο διάλογο προς την ελληνική κυβέρνηση, η αποτελεσματικότητα της εξωτερικής πολιτικής αποτυπώνεται στην ικανότητα της Ελλάδας να κινητοποιεί εταίρους και συμμάχους, να ενισχύει τη διεθνή στήριξη των θέσεών της και να δημιουργεί τις προϋποθέσεις για συγκεκριμένα διπλωματικά αποτελέσματα.
Υπό το πρίσμα αυτό, η απάντηση σε μια αμφισβητούμενη συμφωνία δεν είναι μόνο η διπλωματική καταγγελία της, αλλά και η προώθηση νόμιμων συνεργασιών που ενισχύουν την περιφερειακή σταθερότητα και διαμορφώνουν ένα σαφέστερο πλαίσιο άσκησης των δικαιωμάτων των ενδιαφερόμενων κρατών.
Οι ανωτέρω εξελίξεις καθιστούν ακόμη πιο σημαντική τη διαχείριση του Great Sea Interconnector.
Ο GSI δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως ένα έργο που αφορά τις σχέσεις Ελλάδας και Κύπρου ή ως ένα ακόμη πεδίο αντιπαράθεσης με την Τουρκία.
Πρόκειται για μια ευρωπαϊκή ενεργειακή υποδομή, η οποία συνδέεται με την ασφάλεια του εφοδιασμού, τη διασυνδεσιμότητα των ηλεκτρικών δικτύων και τον τερματισμό της ενεργειακής απομόνωσης της Κύπρου.
Η ευρωπαϊκή του διάσταση δεν είναι απλώς επικοινωνιακό επιχείρημα.
Αποτυπώνεται στον θεσμικό χαρακτήρα του έργου, στην ένταξή του στον ευρωπαϊκό σχεδιασμό ενεργειακών διασυνδέσεων και στην ευρωπαϊκή χρηματοδοτική υποστήριξη που έχει προβλεφθεί για την υλοποίησή του.
Επομένως, η Ελλάδα χρειάζεται να διατηρήσει σταθερά αυτή τη διάσταση στο επίκεντρο της στρατηγικής επικοινωνίας της.
Δεν πρέπει να επιτρέψει οι συζητήσεις για τον GSI να διεξάγονται αποκλειστικά με όρους τουρκικών αντιδράσεων ή ελληνοτουρκικών διαφορών.
Το κρίσιμο ερώτημα συνεπώς, δεν είναι μόνο πώς θα αντιδράσει η Ελλάδα εάν η Τουρκία επιχειρήσει να παρεμποδίσει τις εργασίες του έργου, για την ηλεκτρική διασύνδεση Κύπρου – Ελλάδας.
Είναι και πώς θα διαμορφωθεί το πολιτικό και διπλωματικό περιβάλλον, ώστε μια τέτοια ενέργεια να αξιολογηθεί ως ζήτημα που αφορά την υλοποίηση μιας ευρωπαϊκής υποδομής και τον σεβασμό του διεθνούς δικαίου.
Οι έως τώρα κινήσεις της ελληνικής διπλωματίας φαίνεται να ενισχύουν τη διεθνή στήριξη των ελληνικών θέσεων, διαμορφώνοντας ένα δυσμενέστερο διπλωματικό περιβάλλον για την Άγκυρα.
Συγκεκριμένα, η ευρωπαϊκή και διεθνής αμφισβήτηση του Τουρκολιβυκού Μνημονίου δυσχεραίνει την προσπάθεια του Προέδρου Ερντογάν να παρουσιάσει την Τουρκία ως αναντικατάστατο παράγοντα της ευρωπαϊκής ασφάλειας, ενώ παράλληλα, αυξάνει το κόστος της πολιτικής που ακολουθεί στην Ανατολική Μεσόγειο και ενδέχεται να περιορίσει τα περιθώρια διπλωματικών ελιγμών της έναντι των εταίρων της.
Προς επίρρωση της ανωτέρω θέσης, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει, η πρόσφατη δήλωση του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών Χακάν Φιντάν ότι η Άγκυρα δεν αντιτίθεται στην ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου, ζητώντας ωστόσο, γραπτή ενημέρωση για τις θαλάσσιες έρευνες και τις συντεταγμένες τους.
Η τοποθέτηση αυτή θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως προσπάθεια της Τουρκίας να μετριάσει τις εντυπώσεις που προκαλούν οι διεκδικήσεις και οι παρεμβάσεις της στην Ανατολική Μεσόγειο, προβάλλοντας παράλληλα ένα προφίλ διαλλακτικότητας και διάθεσης συνεννόησης.
Επίσης, σε μια περίοδο κατά την οποία οι τουρκικές θέσεις για το Τουρκολιβυκό Μνημόνιο συναντούν ευρύτερες διεθνείς αντιδράσεις, η διατήρηση διαύλων επικοινωνίας με την Ελλάδα και η αποφυγή μιας νέας εστίας έντασης θα μπορούσαν να εξυπηρετούν την επιδίωξη της Άγκυρας να μην περιοριστεί διπλωματικά το περιθώριο των κινήσεών της.
Λαμβάνοντας υπόψη την εν λόγω τουρκική αναπροσαρμογή της δημόσιας στάσης της, η Ελλάδα οφείλει να κινηθεί με την ίδια μεθοδικότητα και στρατηγική συνέπεια, συντονίζοντας περαιτέρω τις κινήσεις της με την Κυπριακή Δημοκρατία, τη Γαλλία και τους λοιπούς ενδιαφερόμενους εταίρους.
Παράλληλα, θα πρέπει να ενημερώνει συστηματικά τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, αναδεικνύοντας τον ευρωπαϊκό χαρακτήρα του GSI και την ανάγκη σεβασμού του Διεθνούς Δικαίου, ώστε να διαμορφωθεί ένα σαφές πλαίσιο διεθνούς στήριξης που θα αποτρέψει την επιβολή τετελεσμένων και θα διασφαλίζει την απρόσκοπτη υλοποίηση του έργου.
Ταυτόχρονα, απαιτείται επιχειρησιακή προετοιμασία. Στο πλαίσιο αυτό, η παρακολούθηση των εξελίξεων, η αξιολόγηση των πρόδρομων ενδείξεων, η διαμόρφωση εναλλακτικών σεναρίων και ο προσδιορισμός των κατάλληλων αντιδράσεων σε διαφορετικά επίπεδα έντασης αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για την αποτροπή ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης.
Κοντολογίς, λαμβάνοντας υπόψη ότι η επικύρωση του Τουρκο-Λυβικού Μνημονίου ενδέχεται να εξελιχθεί σε μπούμερανγκ για την Τουρκία, το ζητούμενο για την Ελλάδα είναι να αξιοποιήσει αυτή τη συγκυρία, ενισχύοντας τη διπλωματική της θέση, εμβαθύνοντας τις στρατηγικές συνεργασίες της και προωθώντας πρωτοβουλίες που εξυπηρετούν τα εθνικά της συμφέροντα.
Η ελληνο-αιγυπτιακή συνεργασία μπορεί να αποτελέσει έναν ουσιαστικό άξονα αυτής της προσπάθειας, ιδιαίτερα μέσα από τις συζητήσεις για την πιθανή επέκταση της μεταξύ τους οριοθέτησης ΑΟΖ.
Αντίστοιχα, η συνεργασία με το Ισραήλ και τη Γαλλία μπορεί να ενισχύσει τις δυνατότητες συνεννόησης σε ζητήματα περιφερειακής ασφάλειας, ενεργειακής συνεργασίας και σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ιδιαίτερη σημασία έχει παράλληλα, η κοινή ευρωπαϊκή τοποθέτηση κατά της επικύρωσης του μνημονίου, καθώς διαμορφώνει ένα ευρύτερο διπλωματικό περιβάλλον μέσα στο οποίο η Ελλάδα μπορεί να ενισχύσει τις θέσεις της.
Η ευρωπαϊκή διάσταση του GSI προσφέρει ένα επιπλέον πεδίο στο οποίο η Ελλάδα μπορεί να συνδέσει τα εθνικά της συμφέροντα με ευρύτερους στόχους ενεργειακής ασφάλειας και διασυνδεσιμότητας.
Επίσης, η διπλωματική κινητοποίηση σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, με αξιοποίηση της θέσης και του ρόλου της Ελλάδας στον ΟΗΕ, μπορεί να ενισχύσει την προσπάθεια προάσπισης των ελληνικών θέσεων βάσει του Διεθνούς Δικαίου και διατήρησης ενός σταθερού πλαισίου ασφάλειας και συνεργασίας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η Ελλάδα συνεπώς, δεν πρέπει να περιοριστεί στην καταγγελία του Τουρκολιβυκού Μνημονίου, ούτε να εγκλωβιστεί σε μια διαρκή αμυντική αντίδραση απέναντι στις τουρκικές πρωτοβουλίες.
Οφείλει να αξιοποιήσει τη διπλωματική υποστήριξη που εκδηλώνεται, να ενισχύσει τις περιφερειακές συνεργασίες της και να προωθήσει συγκεκριμένες πρωτοβουλίες που θα εδραιώνουν τη θέση της.
Στο πλαίσιο αυτό, η πραγματική πρόκληση δεν είναι μόνο να αποτραπεί η πολιτική αξιοποίηση του Μνημονίου από την Τουρκία. Είναι να διασφαλιστεί ότι η Ανατολική Μεσόγειος δεν θα καθορίζεται αποκλειστικά από μονομερείς διεκδικήσεις και ανταγωνισμούς ισχύος, αλλά και από συνεργασίες που στηρίζονται στο Διεθνές Δίκαιο και παράγουν συγκεκριμένα αποτελέσματα.
Εν κατακλείδι, η Ελλάδα χρειάζεται μια συνεκτική στρατηγική που θα συνδυάζει τη νομική τεκμηρίωση, τη διπλωματική κινητοποίηση, την περιφερειακή συνεργασία, την ευρωπαϊκή ενεργειακή πολιτική και την επιχειρησιακή ετοιμότητα.
Υπό αυτή την προϋπόθεση, η Ελλάδα έχει τη στρατηγική ευκαιρία να αξιοποιήσει μια εξέλιξη που δημιουργεί πιέσεις, σε αφετηρία για μια πιο ενεργητική διπλωματία και μια πολυδιάστατη παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο.
Γράφει ο Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος, Πολιτικός Επιστήμονας- Διεθνολόγος