Στο Βυζαντινό Μουσείο Θεσσαλονίκης υπογράφηκαν το πρωί του Σαββάτου (3/10) τα πρωτόκολλα της ιστορικής συμφωνίας πολιτιστικής ανταλλαγής Ελλάδας και Βουλγαρίας, παρουσία του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη και του Βούλγαρου ομολόγου του, Ρούμεν Ράντεφ.
Η συμφωνία προβλέπει την επιστροφή στην Ελλάδα 48 ιστορικών κειμηλίων που είχαν αφαιρεθεί από την Ιερά Μονή Παναγίας Εικοσιφοίνισσας, την Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Σερρών και την Ιερά Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης, ενώ η Ελλάδα θα παραδώσει στη Βουλγαρία τα λείψανα του τσάρου Σαμουήλ.

Μητσοτάκης: «Τα ιστορικά κειμήλια δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως λάφυρα πολέμου»
«Στην πατρίδα μας γυρίζουν τώρα 48 αντικείμενα ανεκτίμητης πολιτιστικής, πνευματικής, αλλά και συναισθηματικής αξίας», τόνισε ο Κυριάκος Μητσοτάκης κατά την ομιλία του στο Βυζαντινό Μουσείο Θεσσαλονίκης, με αφορμή την υπογραφή των πρωτοκόλλων της συμφωνίας πολιτιστικής ανταλλαγής Ελλάδας και Βουλγαρίας.
Όπως ανέφερε ο πρωθυπουργός, πρόκειται για ιερές εικόνες και σταυρούς, άμφια, λειψανοθήκη, αλλά και τον επισκοπικό θρόνο, κειμήλια που είχαν αποσπαστεί το 1917, μέσα στη δίνη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, από τη Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτας και τις μονές του Τιμίου Προδρόμου και της Παναγίας Εικοσιφοίνισσας.
Τα αντικείμενα θα φιλοξενηθούν αρχικά στο Βυζαντινό Μουσείο Θεσσαλονίκης και στη συνέχεια θα επιστρέψουν στις ιστορικές τους εστίες.
Την ίδια ώρα, όπως σημείωσε ο κ. Μητσοτάκης, η Ελλάδα εκπληρώνει τη δική της πλευρά της συμφωνίας, παραδίδοντας στη Βουλγαρία τα λείψανα του τσάρου Σαμουήλ και τα οστά από τέσσερις σαρκοφάγους, που είχαν ανασκαφεί το 1964 από τον καθηγητή Μουτσόπουλο στη Βασιλική του Αγίου Αχιλλείου.





Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην παρουσία της συζύγου του Βούλγαρου πρωθυπουργού στην εκδήλωση, λέγοντας ότι συγκινείται από την παρουσία της. «Αυτά κρατήθηκαν και φυλάχθηκαν επί δεκαετίες από την ελληνική πολιτεία και στο εξής επιστρέφουν στον λαό της Βουλγαρίας, ώστε να τιμηθούν στη χώρα του με τον τρόπο με τον οποίο εσείς οι ίδιοι θα θεωρήσετε ότι είναι ο πιο κατάλληλος», ανέφερε απευθυνόμενος στον Βούλγαρο πρωθυπουργό.
Ο κ. Μητσοτάκης υπογράμμισε ότι η συμφωνία ολοκληρώνει μια διαπραγμάτευση που ξεκίνησε πριν από περίπου μισό αιώνα. Όπως είπε, οι πρώτες συζητήσεις είχαν γίνει από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή τη δεκαετία του 1970 με τον τότε ηγέτη της Βουλγαρίας, Τόντορ Ζίβκοφ.
«Χρειάστηκε όμως να περάσει καιρός και κυρίως να υπάρξει βούληση και αποφασιστικότητα ώστε να ξεπεραστούν αγκυλώσεις του παρελθόντος», σημείωσε.
Ο πρωθυπουργός ευχαρίστησε τον Βούλγαρο ομόλογό του, τις προηγούμενες κυβερνήσεις των δύο χωρών, τα δύο υπουργεία Πολιτισμού, καθώς και τη διοίκηση και το προσωπικό του Βυζαντινού Μουσείου που εργάστηκαν για την επίτευξη της συμφωνίας.
«Αυτός ο δίαυλος της διμερούς συνεργασίας τώρα ανοίγει», τόνισε, υπογραμμίζοντας ότι η σημερινή συμφωνία αποτελεί το πρώτο βήμα για μια ακόμη στενότερη συνεργασία Ελλάδας και Βουλγαρίας, με στόχο την επιστροφή και άλλων πολιτιστικών αντικειμένων στις δύο χώρες.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης στάθηκε ιδιαίτερα στο γεγονός ότι η συγκεκριμένη συμφωνία κατέστη δυνατή έπειτα από δεκαετίες αδράνειας. Όπως είπε, σε πολλές περιπτώσεις στο παρελθόν επικράτησαν «η ακινησία και η λογική, μερικές φορές, των μαξιμαλιστικών απαιτήσεων».
Αναφερόμενος στην πολιτιστική διπλωματία, υποστήριξε ότι «κινείται αθόρυβα αλλά και απολύτως παραγωγικά», φέρνοντας ως παράδειγμα τη συμφωνία για την επιστροφή του θραύσματος του «Θαύματος των Εφέσων» από τη Σικελία. Όπως σημείωσε, η συγκεκριμένη φόρμουλα είχε επαινεθεί από την UNESCO.
Ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε στη διεθνή συζήτηση για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς, επισημαίνοντας ότι η σημερινή συμφωνία Ελλάδας και Βουλγαρίας εντάσσεται σε μια ευρύτερη αλλαγή προσέγγισης.
«Τα μνημεία, τα ιστορικά κειμήλια, δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως λάφυρα πολέμου, ούτε ως θύματα συγκυριών μεταγενέστερων της δημιουργίας τους», υπογράμμισε.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης συνέδεσε την αρχή της ακεραιότητας των μνημείων με τη διεκδίκηση της Ελλάδας για την επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα, τονίζοντας ότι τα αρχαιολογικά και πολιτιστικά τεκμήρια δεν μπορούν να αποκόπτονται από το φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον στο οποίο δημιουργήθηκαν.
«Δεν αποτελούν άψυχα αντικείμενα του χθες. Είναι τεκμήρια σε ζωντανή και αδιάρρηκτη σύνδεση με το φυσικό και πολιτισμικό τοπίο που τα γέννησε», ανέφερε, προσθέτοντας ότι η απομάκρυνσή τους αλλοιώνει την ιστορική τους υπόσταση και την ίδια την ιστορική αλήθεια.
Ηχηρό μήνυμα Μητσοτάκη για Γλυπτά Παρθενώνα: Δεν αναγνωρίζουμε ξένη κυριαρχία
Αναφερόμενος ειδικότερα στα Γλυπτά του Παρθενώνα, ο πρωθυπουργός υπογράμμισε ότι η ελληνική θέση «δεν υπαγορεύεται από μια αόριστη εθνική διεκδίκηση», ούτε αμφισβητεί την αποστολή των μουσείων σε όλο τον κόσμο.
«Ο Παρθενώνας συνιστά μία μοναδική και αυτοτελή περίπτωση», σημείωσε, επισημαίνοντας ότι το ζήτημα δεν μπορεί να περιοριστεί σε νομικές ή τεχνικές διαστάσεις, αλλά αφορά την αποκατάσταση της αισθητικής και νοηματικής ακεραιότητας ενός οικουμενικού μνημείου.

«Τα Γλυπτά του Παρθενώνα πρέπει να συνυπάρχουν και να εκτίθενται μαζί, διατηρώντας την άμεση οπτική επαφή με τον βράχο για τον οποίο σμιλεύτηκαν», ανέφερε, υπογραμμίζοντας παράλληλα τον ρόλο που διαδραματίζει το Μουσείο της Ακρόπολης.
Ο κ. Μητσοτάκης επανέλαβε ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να αποδεχθεί ρυθμίσεις που θα συνεπάγονταν αναγνώριση ξένης κυριαρχίας επί των Γλυπτών ή την επιστροφή τους με τη μορφή δανεισμού.
«Ήρθε η ώρα της αλήθειας, της λογικής, της δικαιοσύνης αλλά και της ηθικής», τόνισε.
Στη συνέχεια, ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε στις ελληνοβουλγαρικές σχέσεις, σημειώνοντας ότι οι δύο λαοί συνυπάρχουν στην ίδια περιοχή εδώ και δεκαπέντε αιώνες, σε μια ιστορική διαδρομή που περιλάμβανε συγκρούσεις, διαιρέσεις και δοκιμασίες.
«Δεν ωραιοποιούμε την ιστορία, ούτε και πρέπει να τη διαγράφουμε. Οφείλουμε, ωστόσο, να διδασκόμαστε από τις σκοτεινές της σελίδες, προκρίνοντας όσα μας ενώνουν: την κοινή πολιτιστική και θρησκευτική μας ρίζα, την αμοιβαία αναγνώριση της ταυτότητας του άλλου, αλλά κυρίως το κοινό μας αύριο», ανέφερε.
Ο κ. Μητσοτάκης χαρακτήρισε τις διμερείς σχέσεις Ελλάδας και Βουλγαρίας ως καλύτερες από ποτέ, σημειώνοντας ότι υπάρχουν περιθώρια για ακόμη στενότερη συνεργασία σε μια σειρά από τομείς, όπως το εμπόριο, η ενέργεια, ο τουρισμός, το περιβάλλον, η διαχείριση των υδάτων και ο πολιτισμός.
«Σε έναν κόσμο ταραγμένο, ας κάνουμε λοιπόν τη συνεργασία μας ένα παράδειγμα ασφάλειας, σταθερότητας και προόδου. Και τη σημερινή συμφωνία το πρώτο βήμα, τη σφραγίδα σε αυτή την αισιόδοξη επιλογή», ανέφερε, κλείνοντας την ομιλία του με ένα μήνυμα προς τον Βούλγαρο ομόλογό του:
«Ευχαριστώ και καλώς ήρθες στη Θεσσαλονίκη».
Ράντεφ: «Οι κοινές προσπάθειες μας επέτρεψαν να αφήσουμε πίσω τις σκιές του παρελθόντος και να δημιουργήσουμε μία σχέση αμοιβαίου σεβασμού και φιλίας»
“Οι κοινές προσπάθειες μας επέτρεψαν να αφήσουμε πίσω τις σκιές του παρελθόντος και να δημιουργήσουμε μία σχέση αμοιβαίου σεβασμού και φιλίας”, επισήμανε ο πρωθυπουργός της Βουλγαρίας, Ρούμεν Ράντεφ, κατά την ομιλία του στην εκδήλωση για την υπογραφή του Πρωτοκόλλου για την ανταλλαγή κειμηλίων μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας.

“Χαίρομαι διότι οι δύο λαοί μας κατάφεραν να αφήσουν πίσω την αντιπαράθεση και σήμερα χαιρόμαστε ένα πολύ υψηλό επίπεδο οικονομικής, πολιτικής και πολιτιστικής συνεργασίας”, είπε και εξέφρασε ευγνωμοσύνη και ευχαριστίες προς την ελληνική κυβέρνηση και τον πρωθυπουργό, Κυριάκο Μητσοτάκη, για τη συμβολή τους στην επιτυχία αυτής της “ιστορικής συμφωνίας”, όπως τη χαρακτήρισε.
“Είμαι γεμάτος ελπίδα ότι όσα πετύχαμε σήμερα θα εδραιώσουν ακόμα περισσότερο της στρατηγική μας συνεργασία, γιατί τις τελευταίες δεκαετίες καταφέραμε να δημιουργήσουμε έναν πολύ γερό άξονα στρατηγικής συνεργασίας μεταξύ Βουλγαρίας και Ελλάδας, έναν άξονα σταθερότητας, ασφάλειας, ευημερίας και ανάπτυξης”, τόνισε.