Πρόταση της ελληνικής κυβέρνησης για σφράγισμα των συνόρων όταν μια χώρα αντιμετωπίζει ακραίες και αιφνίδιες ροές, οι οποίες απειλούν να προκαλέσουν κατάρρευση του συστήματος, όπως συνέβη πρόσφατα στη Θέουτα της Ισπανίας.
Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΛΥΚΟΥΡΕΝΤΖΟΥ – ΠΗΓΗ: Realnews
Η αιφνίδια, εκρηκτική αύξηση των μεταναστευτικών ροών στη Θέουτα της Ισπανίας, παρά το ιδιόμορφο του γεωγραφικού και πολιτικού χαρακτήρα της περιοχής, λειτούργησε για την Ευρωπαϊκή Ενωση ως προειδοποιητικό σήμα, αλλά για την Αθήνα είχε ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα. Η ελληνική πλευρά εκτιμά ότι τα γεγονότα απέδειξαν πόσο γρήγορα μπορεί να ανατραπεί μια φαινομενικά ελεγχόμενη κατάσταση, όταν οι μεταναστευτικές ροές αποκτούν χαρακτηριστικά μαζικής κινητοποίησης, εργαλειοποίησης ή οργανωμένης καθοδήγησης από κυκλώματα διακινητών. Το μήνυμα της Αθήνας μετά τη Θέουτα είναι ότι οι χαμηλότερες ροές δεν επιτρέπουν εφησυχασμό. Η Ελλάδα προετοιμάζεται για το δυσμενέστερο σενάριο, ελπίζοντας ότι δεν θα χρειαστεί ποτέ να το αντιμετωπίσει.
Ακριβώς γι’ αυτό η Ελλάδα προωθεί πλέον σε ευρωπαϊκό επίπεδο τη δημιουργία ενός ειδικού μηχανισμού έκτακτης αναστολής. Η πρόταση που έθεσε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης προβλέπει ότι, όταν μια χώρα αντιμετωπίζει ακραίες και αιφνίδιες ροές, οι οποίες απειλούν να προκαλέσουν κατάρρευση του συστήματος, θα πρέπει να μπορεί προσωρινά να σφραγίζει τα σύνορά της, να αναστέλλει την εξέταση αιτημάτων ασύλου και να προχωρά σε άμεσες επιστροφές.
Την πρόταση υποστήριξε ο υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου, Θάνος Πλεύρης, στο συμβούλιο των Ευρωπαίων υπουργών την περασμένη Δευτέρα, ενώ ήδη πραγματοποιούνται επαφές με άλλες χώρες ώστε να αποκτήσει συγκεκριμένη νομική και επιχειρησιακή μορφή. Η ελληνική επιχειρηματολογία στηρίζεται στην εμπειρία του Εβρου το 2020, όταν με την εφαρμογή αυτού του μέτρου αποτράπηκε η οργανωμένη είσοδος δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων, αλλά και στην κρίση της Κρήτης το καλοκαίρι του 2025, όταν οι ροές από τη Λιβύη αυξήθηκαν απότομα και μετά την ψήφιση της τροπολογίας για την αναστολή εξέτασης ασύλου περιορίστηκαν αισθητά.
Η Αθήνα ανησυχεί ότι ένα ανάλογο φαινόμενο μπορεί να επαναληφθεί, παρά το γεγονός ότι σήμερα οι συνολικές αφίξεις παραμένουν ελεγχόμενες. Τον Ιούλιο του 2026 οι αφίξεις από τη Λιβύη περιορίστηκαν στις 1.235, έναντι περίπου 3.550 τον Ιούλιο του 2025. Η πρώτη εβδομάδα του Αυγούστου, ωστόσο, παρουσίασε αυξημένες ροές, ενώ ολόκληρο τον Αύγουστο του 2025, όταν βρισκόταν σε ισχύ η αναστολή ασύλου, είχαν καταγραφεί μόλις 617 αφίξεις. Με την Τουρκία η εικόνα χαρακτηρίζεται καλή και οι ροές χαμηλές, χωρίς όμως να έχει εξαλειφθεί ο φόβος μιας νέας εργαλειοποίησης εάν η Αγκυρα αλλάξει στρατηγική. Στη Λιβύη η κατάσταση παραμένει πιο σύνθετη, καθώς η συνεργασία με τις Αρχές και την πλευρά του Χαλίφα Χαφτάρ δεν θεωρείται πάντοτε σταθερή ή απολύτως ειλικρινής. Η μεγάλη απόσταση και το δύσκολο θαλάσσιο ταξίδι δυσκολεύουν την εκδήλωση ενός φαινομένου αντίστοιχου της Θέουτα, δεν αποκλείουν όμως μια νέα απότομη αύξηση. Πολύ περισσότερο όταν, όπως συνέβη στη Θέουτα, τα κυκλώματα των λαθροδιακινητών φαίνεται πως μπορούν με την αποστολή μαζικών sms να κινητοποιήσουν και να κατευθύνουν δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους προς συγκεκριμένα σημεία.
Εκτροχιασμός
Η Αθήνα θεωρεί ότι τα προηγούμενα συμβάντα απέδειξαν πως η Ευρώπη διαθέτει εργαλεία για τη διαχείριση φυσιολογικών ή αυξημένων ροών, όχι όμως για περιπτώσεις πλήρους εκτροχιασμού. Στον Εβρο το 2020 οι παράνομες είσοδοι ουσιαστικά μηδενίστηκαν, ενώ κατά την τρίμηνη αναστολή ασύλου του 2025 δεν επαναλήφθηκαν οι περίπου 3.500 αφίξεις που είχαν καταγραφεί μόνο κατά την πρώτη εβδομάδα του Ιουλίου και είχαν οδηγήσει την κυβέρνηση στη λήψη του έκτακτου μέτρου. Στη Θέουτα εφαρμόστηκε επί του πεδίου μια αντίστοιχη λογική. Μετά την αρχική αποτυχία διαχείρισης, η Ισπανία ήρθε σε συνεννόηση με το Μαρόκο και επέστρεψε τη συντριπτική πλειονότητα των περίπου 72.000 ανθρώπων που είχαν εισέλθει. Εάν η Μαδρίτη παραλάμβανε και εξέταζε ισάριθμα αιτήματα ασύλου, εκτιμά η ελληνική πλευρά, το νέο Σύμφωνο Μετανάστευσης θα κινδύνευε να καταρρεύσει ήδη από τους πρώτους μήνες εφαρμογής του.
Η Ελλάδα διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στις ευρωπαϊκές ισορροπίες που ακολούθησαν. Στήριξε την αυστηρή αντιμετώπιση της παράνομης μετανάστευσης, αλλά πήρε αποστάσεις από την ιταλική πρόταση για ενδεχόμενη αποβολή ή απομόνωση της Ισπανίας από τη Ζώνη Σένγκεν. Η ελληνική θέση είναι ότι οι πρώτες που θα πλήττονταν από ένα τέτοιο προηγούμενο θα ήταν οι χώρες πρώτης υποδοχής, όπως η Ελλάδα, η Ιταλία και η ίδια η Ισπανία.
Παράλληλα, ο Θ. Πλεύρης εξέφρασε τη σαφή διαφωνία της Αθήνας με την πολιτική μαζικών νομιμοποιήσεων της κυβέρνησης Σάντσεθ, η οποία αφορά περισσότερους από 1,2 εκατ. μετανάστες. Κατά την ελληνική προσέγγιση, τέτοιες πολιτικές μπορούν να λειτουργήσουν ως παράγοντας έλξης, ιδιαίτερα όταν διαστρεβλώνονται από τα κυκλώματα διακινητών. Στο συμβούλιο, άλλωστε, ο Ισπανός υπουργός Εσωτερικών παραδέχθηκε ότι διακινητές χρησιμοποίησαν μαζική αποστολή μηνυμάτων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, παρουσιάζοντας την πολιτική της Μαδρίτης ως υπόσχεση άμεσης νομιμοποίησης και μεταφοράς των μεταναστών στην υπόλοιπη Ευρώπη.
Αντίστοιχη στάση με την Ελλάδα κράτησαν η Γερμανία, η Ολλανδία, η Αυστρία και η Δανία. Οι πέντε χώρες, που συνεργάζονται για τη δημιουργία κέντρων επιστροφής εκτός Ευρωπαϊκής Ενωσης, εξέφρασαν την αντίθεσή τους στις γενικευμένες νομιμοποιήσεις και συμφώνησαν στην ανάγκη αύξησης των επιστροφών.
Η ελληνική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η αυστηρή πολιτική παράγει ήδη μετρήσιμα αποτελέσματα και το δόγμα «φυλακή ή επιστροφή», όπως εκφράζεται από τον υπουργό Μετανάστευσης και Ασύλου, Θ. Πλεύρη, λειτουργεί αποτελεσματικά. Κατά το πρώτο επτάμηνο του 2026, οι θαλάσσιες ροές μειώθηκαν κατά 35%, οι αναγκαστικές επιστροφές αυξήθηκαν κατά περισσότερο από 40% και οι συνολικές επιστροφές κατά 20%. Παράλληλα, σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου, περίπου 1.518 μετανάστες επέλεξαν την επιστροφή μετά την καταδίκη τους.
Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκε και η τελική θέση του συμβουλίου των υπουργών: πλήρης εφαρμογή του Συμφώνου Μετανάστευσης, ενίσχυση των εξωτερικών συνόρων και περισσότερες επιστροφές. Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε στην πίεση προς τρίτες χώρες που λαμβάνουν ευρωπαϊκά κονδύλια, ώστε να συνεργάζονται στις επανεισδοχές. Για την Ελλάδα, αυτό αφορά κυρίως την Τουρκία, την Αίγυπτο και τη Λιβύη.
Την ίδια στιγμή προχωρά ο σχεδιασμός για το πρώτο κοινό κέντρο επιστροφής εκτός Ε.Ε. Σύμφωνα με πληροφορείς της Realnews, μέσα στον Αύγουστο προγραμματίζεται ταξίδι αξιωματούχων σε χώρα της Αφρικής. Οι πέντε υπουργοί (της Γερμανίας, της Ολλανδίας, της Αυστρίας, της Δανίας και της Ελλάδας) θα συναντηθούν στις αρχές Σεπτεμβρίου στην Κοπεγχάγη, με στόχο η συμφωνία να έχει ολοκληρωθεί έως το τέλος του 2026 και το πρώτο κέντρο να λειτουργεί κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2027, όταν η Ελλάδα θα ασκεί την προεδρία του Συμβουλίου της Ε.Ε.