Συμπληρώνονται σήμερα 100 ημέρες από τότε που οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ εξαπέλυσαν τον πόλεμο κατά του Ιράν, με τις προσπάθειες για την επίτευξη μιας συμφωνίας να παραμένουν σε αδιέξοδο εξαιτίας των πολιτικών πιέσεων που δέχεται ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ.
«Και οι δύο πλευρές θέλουν συμφωνία»
Σύμφωνα με τον Φουάντ Ιζαντί από το Πανεπιστήμιο της Τεχεράνης, τόσο η Ουάσιγκτον όσο και η Τεχεράνη έχουν πλέον καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η συνέχιση της σύγκρουσης δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντά τους.
«Αν δούμε πού βρισκόμαστε σήμερα σε αυτή τη σύγκρουση, θα μπορούσαμε να είμαστε σε καλή θέση, καθώς και οι δύο πλευρές ενδιαφέρονται ουσιαστικά για μια συμφωνία. Το Ιράν επιδίωκε μια συμφωνία ακόμη και πριν ο Τραμπ και ο Νετανιάχου επιτεθούν στη χώρα τον Φεβρουάριο», δήλωσε στο Al Jazeera.
Όπως υποστήριξε, η αμερικανική πλευρά έχει πλέον συνειδητοποιήσει ότι μια στρατιωτική επίθεση κατά του Ιράν δεν πρόκειται να αποφέρει θετικά αποτελέσματα για τις Ηνωμένες Πολιτείες.
«Νομίζω ότι και οι δύο πλευρές έχουν καταλήξει σε αυτό το συμπέρασμα», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Το «αγκάθι» των 24 δισ. δολαρίων
Παρά το κοινό ενδιαφέρον για μια συμφωνία, ο Ιζαντί εκτιμά ότι σημαντικό εμπόδιο παραμένει η εσωτερική πολιτική πίεση που ασκείται στον Λευκό Οίκο, τόσο από Ρεπουμπλικανούς όσο και από Δημοκρατικούς.
Όπως εξήγησε, αρκετοί πολιτικοί στις ΗΠΑ αντιτίθενται σε οποιαδήποτε παραχώρηση προς την Τεχεράνη.
«Το Ιράν διαθέτει περίπου 24 δισεκατομμύρια δολάρια σε δεσμευμένα περιουσιακά στοιχεία και οι Δημοκρατικοί λένε στην κυβέρνηση Τραμπ ότι αυτά τα χρήματα δεν πρέπει να αποδεσμευτούν. Παράλληλα, υπάρχουν πολλοί σκληροπυρηνικοί Ρεπουμπλικανοί που συμφωνούν με αυτή τη θέση», σημείωσε.
Εσωτερικές δυσκολίες στην Ουάσιγκτον
Ο αναλυτής εκτιμά ότι η αμερικανική κυβέρνηση καλείται πρώτα να επιλύσει τις εσωτερικές πολιτικές διαφωνίες προτού μπορέσει να προχωρήσει σε μια τελική συμφωνία με το Ιράν.
«Υπάρχουν εσωτερικές δυσκολίες στην Ουάσιγκτον που πρέπει να βρουν τρόπο να επιλύσουν και μέχρι να συμβεί αυτό δεν πιστεύω ότι θα δούμε συμφωνία», κατέληξε.