Αφετηρία για διαπραγμάτευση: Οι ξεκάθαροι όροι που έθεσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης στην Άγκυρα

Μια νέα βάση έχει τεθεί για τον ελληνοτουρκικό διάλογο μετά τη συνεδρίαση του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας στην Άγκυρα όπου η πολύ επιτυχημένη συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, την περασμένη Τετάρτη, δημιουργεί προσδοκίες πως μπορεί να αποτελέσει την αφετηρία για διαπραγμάτευση. Αλλωστε, ο Τούρκος Πρόεδρος κατά τη διάρκεια των δηλώσεών του και αναφερόμενος στο Αιγαίο είπε πως «παρόλο που τα υφιστάμενα ζητήματα είναι ακανθώδη, δεν είναι άλυτα στη βάση του Διεθνούς Δικαίου». Πρόκειται για μια αποστροφή την οποία επεσήμανε και ο Κυριάκος Μητσοτάκης στις δικές του δηλώσεις, λέγοντας: «Εύχομαι ειλικρινά, κύριε Πρόεδρε, να συμμεριστώ και τη δική σας αισιοδοξία, ότι οι συνθήκες θα επιτρέψουν μια εξέλιξη προς αυτή την κατεύθυνση».

Η Αθήνα «διαβάζει» και στις δηλώσεις του Ερντογάν, όπως και σε εκείνες του Χακάν Φιντάν από τον Οκτώβριο και έπειτα, μια διάθεση διαπραγμάτευσης της τουρκικής πλευράς. Οπως επεσήμαναν, μάλιστα, στη Realnews διπλωματικές πηγές, στην κυβέρνηση και στο υπουργείο Εξωτερικών εκτιμούν πως οι δηλώσεις του Ερντογάν στην Αγκυρα είναι στο ίδιο μήκος κύματος με εκείνες του Φιντάν και δείχνουν πως κάτι μπορεί να κινηθεί στα ελληνοτουρκικά. Αμεσες εξελίξεις δεν περιμένουν πάντως, καθώς τόσο η ελληνική όσο και -πιθανότατα- η τουρκική κυβέρνηση να πρέπει να περάσουν έναν εκλογικό σκόπελο το 2027.

Οι ίδιες πηγές θεωρούν πως η διάθεση διαπραγμάτευσης που επιδεικνύουν οι Τούρκοι είναι αποτέλεσμα πολλών παραγόντων με σημαντικότερο τη διεθνή γεωπολιτική αστάθεια που έχει προκαλέσει η κυβέρνηση Τραμπ και η οποία έχει σημαντικό αντίκτυπο στην ευρύτερη περιοχή. Επί του παρόντος, η Τουρκία έχει στραμμένο το ενδιαφέρον της στις εξελίξεις στη Συρία, στις σχέσεις ΗΠΑ και Ιράν, στην αντιπαλότητα με το Ισραήλ και στις σχέσεις της με την Ευρωπαϊκή Ενωση, ενώ δεν επιθυμεί να ανοίξει μέτωπο με την Ελλάδα, ειδικότερα μάλιστα μετά την εμπειρία του τελευταίου εξαμήνου, διαπιστώνοντας πως η Αθήνα είχε τον τρόπο και τα μέσα να εμποδίσει τη συμμετοχή της στο πρόγραμμα SAFE – μια συμμετοχή που έως τον Ιούλιο του 2025 οι Τούρκοι τη θεωρούσαν δεδομένη.

Καθώς η Τουρκία έχει ανοιχτά ζητήματα με την Ε.Ε., από την εταιρική σχέση έως τη συμμετοχή στην ευρωπαϊκή άμυνα και τον νέο μηχανισμό SAFE 2 (που εκτιμάται ότι θα δημιουργηθεί μετά τη λήξη του SAFE το 2027), η αλλαγή πλεύσης κρίθηκε επιβεβλημένη στο Λευκό Παλάτι, αλλά και στο τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών. Η ενίσχυση των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων μέσα από νέους εξοπλισμούς αλλά και οι στρατηγικού χαρακτήρα σχέσεις που έχει αναπτύξει η χώρα μας με το Ισραήλ και τις ΗΠΑ έχουν επίσης αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο η Αγκυρα αντιμετωπίζει την Αθήνα.

Ο μοχλός πίεσης της ελληνικής πλευράς στην Αγκυρα είναι η άρση του casus belli. Για πρώτη φορά τις τελευταίες δεκαετίες η Ελλάδα άλλαξε τακτική και πλέον δεν παρακολουθεί αδρανής την Τουρκία να προσθέτει συνεχώς ζητήματα και διεκδικήσεις στην ατζέντα. Το αίτημα για άρση του casus belli -ένα διαπραγματευτικό χαρτί που έβαλε στο τραπέζι η ελληνική κυβέρνηση ως αντάλλαγμα για να συναινέσει στη συμμετοχή της Τουρκίας στο πρόγραμμα SAFE- φαίνεται ότι έχει μια πολύ ευρύτερη χρησιμότητα: Ο Ερντογάν πράγματι θα μπορούσε να ζητήσει από την Τουρκική Εθνοσυνέλευση να ακυρώσει την απόφαση του 1995, αυτό όμως θα ήταν μια ξεκάθαρη υποχώρηση που δεν είναι διατεθειμένος να κάνει. Εκτός από αυτόν τον άμεσο τρόπο της άρσης του casus belli, υπάρχει και ο έμμεσος τρόπος, να αρθούν δηλαδή οι υποκείμενες παράμετροι, όπως το περιγράφουν διπλωματικές πηγές, δηλαδή να προχωρήσει η διαπραγμάτευση για τα ζητήματα της οριοθέτησης, ώστε το casus belli να μην έχει πια κανένα νόημα.

Μοιράσου το:

σχολίασε κι εσύ

ENIKOS NETWORK