Γυναικοκτονία στην Καλαμάτα: Αμετανόητος ο δράστης της δολοφονίας της Βασιλικής – «Θόλωσα και την μαχαίρωσα» υποστήριξε στην απολογία του

δολοφονία καλαμάτα

Μία νέα εκδοχή παρουσίασε ο 41χρονος συζυγοκτόνος στην Καλαμάτα, με τους προκλητικούς ισχυρισμούς του να μην πείθουν την ανακρίτρια και τον εισαγγελέα, οι οποίοι αποφάσισαν να του δείξουν τον δρόμο για την φυλακή, μετά την πολύωρη απολογία του.

Αυτή τη φορά, ο 41χρονος, που δολοφόνησε με 40 και πλέον μαχαιριές την 39χρονη Βασιλική, δεν επανέλαβε τους αρχικούς ισχυρισμούς του ότι η γυναίκα κρατούσε μαχαίρι. Υποστήριξε, τώρα, ότι είχαν έναν έντονο καβγά τα ξημερώματα της περασμένης Δευτέρας, «θόλωσε» και την μαχαίρωσε. Όλα αυτά, ενώ στο διπλανό δωμάτιο κοιμόντουσαν τα δύο κοριτσάκια τους, ηλικίας 6 και 10 ετών.

Φέρεται να είπε, επίσης, ότι η σχέση του με την Βασιλική είχε λήξει από το περασμένο φθινόπωρο και έμεναν στο ίδιο σπίτι μέχρι να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες του διαζυγίου.

«Τσακωνόμασταν συνέχεια εκείνο το βράδυ για αρκετή ώρα στο υπνοδωμάτιο, κάποια στιγμή θόλωσα και την μαχαίρωσα» φέρεται να ισχυρίστηκε ο δράστης της γυναικοκτονίας, αναφερόμενος στη μοιραία νύχτα, κατά την απολογία του στην ανακρίτρια.

Σύμφωνα με τα όσα έχουν γίνει γνωστά, μέσα από ρεπορτάζ, ο δράστης παρακολουθούσε την σύζυγό του, έχοντας βάλει gps tracker στο όχημά της αλλά και «κοριούς» στο σπίτι τους, προκειμένου να ακούει τις συνομιλίες της Βασιλικής. Όπως μετέδωσε ο ΑΝΤ1, ο δράστης κατέστρεψε τον «κοριό» μία ημέρα πριν από το φρικτό έγκλημα.

Κατά την απολογία του στην ανακρίτρια, αναφέρθηκε και στην παρακολούθηση της 39χρονης, ισχυριζόμενος ότι το έκανε… για να συγκεντρώνει στοιχεία σε βάρος της, όταν θα έπαιρναν διαζύγιο.

«Οι καταγραφές γίνονταν όχι για να την παρακολουθώ, αλλά για να έχω στοιχεία τα οποία θα με βοηθούσαν να αναλάβω την επιμέλεια των παιδιών όταν θα παίρναμε διαζύγιο», φέρεται να υποστήριξε ο 41χρονος δράστης.

 

Ούτε αυτή η νέα εκδοχή που παρουσίασε ο συζυγοκτόνος δεν έπεισε, αφού έπεσε και σε αντιφάσεις σε σχέση με τα όσα είπε στους αστυνομικούς, κι έτσι μετά την απολογία του, που διήρκεσε έξι ώρες, κρίθηκε προφυλακιστέος.

Τους ισχυρισμούς του δράστη διαψεύδουν, εξάλλου, οι μαρτυρίες που έχουν δει το φως της δημοσιότητας τις τελευταίες ημέρες και κάνουν λόγο για χρόνια κακοποίηση της 39χρονης, μητέρας δύο ανήλικων παιδιών. Σύμφωνα με τα όσα έχουν γίνει γνωστά, η Βασιλική το τελευταίο διάστημα έψαχνε δουλειά σε μία προσπάθεια να καταφέρει να κερδίσει την οικονομική ανεξαρτησία της και να φύγει μακριά από τον κακοποιητή της. Δυστυχώς, δεν πρόλαβε.

Το ενδιαφέρον όλων έχει στραφεί πλέον στα δύο κοριτσάκια της οικογένειας, τα οποία θα πρέπει να μάθουν να ζουν χωρίς την μητέρα τους, η οποία δολοφονήθηκε από τα χέρια του πατέρα τους.

Η υπόθεση έχει προκαλέσει σοκ, οργή και αποτροπιασμό τόσο στην Καλαμάτα όσο και στο πανελλήνιο. Έξω από τα δικαστήρια είχαν συγκεντρωθεί και σήμερα πολίτες, οι οποίοι παρακολούθησαν την εξέλιξη της διαδικασίας, ενώ αποδοκίμασαν τον 41χρονο κατά την αποχώρησή του.

 

Σοκάρει η θεία της 39χρονης: «Τη χτυπούσε στην κοιλιά και είχε χάσει δύο παιδιά»

Η θεία της 39χρονης Βασιλικής, της γυναίκας που δολοφονήθηκε άγρια από τον σύζυγό της στην Καλαμάτα, μίλησε στο Mega και το «Χαμογέλα και Πάλι!».

Αναφερόμενη στα όσα έχουν ειπωθεί σχετικά με τη χρόνια κακοποίηση της 39χρονης:  «Αυτό δεν το ήξερα εγώ παιδί μου, δεν το ήξερα. Κι αν κακοποιούσε τη γυναίκα του αυτός, γιατί θα του είχα βγάλει το μάτι. Ξέρω όμως ότι τη ζήλευε πολύ αυτός. Μου το ‘χε πει κι η μαμά της που κουβεντιάζαμε καμιά φορά, μου το ‘χε πει και η αδερφή της. Εν τω μεταξύ βγαίνει ο πατέρας του, και λέει τις βλακείες του. Μέχρι το νοίκι του πληρώνανε, και πήγαινε η συννυφάδα μου το φαΐ στην κατσαρόλα να φάει αυτός, και το παιδί της το χτύπαγε. Το καθίκι. Και μετά βγαίνει ο ίδιος ο πατέρας, «δε το ‘ξερα’ λέει, ‘δε το ΄ξερα’» Τι δεν ήξερες ρε ηλίθιε; Δεν τα έβλες τόσα χρόνια που χτύπαγε το παιδί;».

Για το γιατί δεν ζήτησε βοήθεια η 39χρονη ή δεν της παρασχέθηκε στήριξη:  «Είχαμε χαθεί. Όταν έφυγε από το σπίτι, όταν πέθαναν γονείς της και έφυγε από το σπίτι και η Βασιλική, χαθήκαμε μετά. Δεν έβγαινε και το κοριτσάκι καθόλου έξω για να μπορέσω να το συναντήσω κάπου. Δεν σήκωνε το τηλέφωνο. Την είχε αποκόψει από όλους. Γιατί αν ερχόταν σε μένα και τα έλεγε, εγώ θα την βοηθούσα. Ντρεπότανε να έρθει να μου πει και επειδή τον ήξερε ότι αγριεύω με το παραμικρό, δεν έλεγε τίποτα».

Και συνέχισε η θεία της 39χρονης: «Την είχε δει η μάνα της χτυπημένη. Τη χτύπαγε στην κοιλιά, κι η Βασιλική έχει χάσει δυο παιδιά. Την χτύπαγε στην κοιλιά και έχανε τα παιδιά. Έγκυος που ήτανε σε αγόρια, τη χτύπαγε κι έχασε τα παιδιά. Είχε μείνει έγκυος πάλι δυο φορές, και τα ‘χε χάσει. Και μου το ‘λεγε η μάνα της, έλεγα “πώς πάει η Βασούλα;”, “το ‘χασε” μου λέει “το παιδί”. Και το άλλο, δύο».

«Τι να πει τώρα; Ότι ο γιος του τη σκότωσε; Τι να πούνε γι’ αυτό; Εδώ αυτοί δεν πήγανε ούτε στην κηδεία. Έψαχνα… ανάμεσα στον κόσμο. Έτσι και τους έβρισκα μέσα στον κόσμο, θα μας είχανε γράψει οι εφημερίδες. Θα τους πέταγα με κλωτσιές έξω. Και άκουσα… που λέγε, ‘θα πληρώσουμε εμείς την κηδεία’. Τι να πληρώσεις ρε ηλίθιε την κηδεία; Να πληρώσεις! Τη σκότωσε το παιδί σου. Κοίτα να βοηθήσεις τα εγγόνια σου τώρα που θα πάνε σε ιδρύματα».

«Ο μπαμπάς μου βαράει τη μαμά»

Στη συνέχεια μιλώντας για τα παιδιά της οικογένειας, είπε:  «Το κοριτσάκι το μεγάλο έλεγε στο σχολείο στα παιδιά ότι “δεν μπορώ να ακούω τις φωνές τους, ότι ο μπαμπάς μου βαράει τη μαμά μου”. Τα έλεγε το παιδί, μου το ‘πανε μανάδες, που πηγαίναν τα παιδιά στο σχολείο μαζί. Έλεγε να τα πάρει η Ν. Τώρα δεν ξέρω αν θα της τα δώσουνε. Εκείνη τα λατρεύει. Τα έχει βαφτίσει και τα δύο. Τα αγαπάει, θα προσπαθήσει να τα πάρει. Έμαθα ότι το παιδί το μεγάλο το ‘πε, ότι η μαμά πέθανε. Δεν ξέρει όμως πώς πέθανε. Έμαθε το παιδί ότι η μαμά του πέθανε, αλλά δεν τους έχουνε πει με ποιον τρόπο πέθανε».

Όσο για το εάν κατάλαβαν κάτι εκείνο το βράδυ τα παιδιά, η θεία πιστεύει ότι κατάλαβαν αφού ήταν μέσα και αφού φώναζαν. Λογικά θα άκουγαν τις φωνές από δίπλα.

«Μία κυρία στην κηδεία έλεγε “άκουγα τις φωνές, άκουγα το ξύλο, τη βοήθεια”. Και της είπα: “Και δεν παίρνεις εσύ ένα τηλέφωνο την αστυνομία;”. και μου απάντησε “Α για να μπλέξουμε;” “Να μπλέξεις” της λέω. Άφησες δυο παιδιά ορφανά. Εάν η Βασιλική ερχόταν σε μένα, εγώ θα τη βοήθαγα. Και δουλειά θα της έβρισκα και τα παιδιά θα βοήθαγα να πηγαίνουν σχολείο, κι όλα. Δεν ήρθε να με ζητήσει. Γι’ αυτό κλαίω. Γιατί μπορούσα να τη βοηθήσω».

Τέλος, ως προς την ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη που αναμένεται να ζητήσει ο καθ΄ομολογίαν δράστης δήλωσε: «Να τον βγάλουν ψυχοπαθή για να γλιτώσει; Ας πάει, αν νομίζει ο δικηγόρος ότι πρέπει να το κάνει αυτό».