• Κορονοϊός: Όλα τα νεότερα δεδομένα για την πανδημία από το Πανεπιστήμιο Αθηνών

    2:21 μμ, Κυριακή 03 Μάι 2020 2:21 μμ, Κυριακή 03 Μάι 2020

    Η ιατρική βιβλιογραφία και οι βάσεις δεδομένων των Διεθνών Οργανισμών εμπλουτίζονται καθημερινά με πολλά άρθρα σχετικά με τον νέο κορονοϊό (SARS-Cov-2). Καθηγητές από τα διάφορες Σχολές και Τμήματα του ΕΚΠΑ πραγματοποιούν περιοδική αποδελτίωση των πιο σημαντικών δημοσιεύσεων και ανακοινώσεων:

    1. Πρόγραμμα για την επιδημιολογική επιτήρηση της εποχικής γρίπης: Η εφαρμογή του στην πανδημία COVID-19

    To 2018, ξεκίνησε στο Seattle των ΗΠΑ ένα πρόγραμμα με σκοπό την επιδημιολογική επιτήρηση της εποχικής γρίπης στην κοινότητα (Seattle Flu Study). Η ανάγκη διεξαγωγής μίας τέτοιας μελέτης προκύπτει από το γεγονός ότι η επιτήρηση της γρίπης βασίζεται κατά κύριο λόγο στα άτομα που, λόγω συμπτωμάτων, θα αναζητήσουν ιατρική φροντίδα. Αυτό έχει σαν συνέπεια αφενός μεν να υποεκτιμάται το πραγματικό φορτίο της γρίπης και αφετέρου να μην ανιχνεύονται έγκαιρα τα πρώτα σημάδια μίας επερχόμενης πανδημίας.

    Προκειμένου να επιτευχθεί έλεγχος στην κοινότητα, στο πλαίσιο της Seattle Flu Study εξετάζονταν άτομα με συμπτώματα λοίμωξης του αναπνευστικού σε επιλεγμένα σημεία όπως σε χώρους εργασίας, βρεφονηπιακούς σταθμούς, ξενώνες αστέγων κ.α. Ένα χρόνο αργότερα, οι ερευνητές επέκτειναν το πρόγραμμα αυτό εισάγοντας μία καινοτομία: άτομα με συμπτώματα λοίμωξης του αναπνευστικού μπορούν πλέον να επισκεφθούν ειδική ιστοσελίδα, να συμπληρώσουν ένα ερωτηματολόγιο και, στη συνέχεια, να ζητήσουν να τους αποσταλεί στο σπίτι ειδικός εξοπλισμός που θα τους επιτρέψει να συλλέξουν οι ίδιοι δείγμα από το εαυτό τους (ρινικό επίχρισμα). Οι συμμετέχοντες επιστρέφουν το δείγμα στο εργαστήριο, με βάση τις οδηγίες που έχουν λάβει, χρησιμοποιώντας ειδική ετικέτα με προπληρωμένο τέλος για την αποστολή ώστε να μην επιβαρυνθούν το κόστος.

    Σε μία επιστολή που δημοσιεύθηκε στις 1/5/2020 στο επιστημονικό περιοδικό New England Journal of Medicine από τους Chu και συνεργάτες, παρουσιάζονται ενδιαφέροντα δεδομένα της Seattle Flu Study σχετικά με τον κορονοϊό SARS-CoV-2. Οι ερευνητές αξιοποίησαν τη μελέτη αυτή για να ελέγξουν άτομα με συμπτώματα λοίμωξης του αναπνευστικού όχι μόνο για τον ιό της γρίπης αλλά και για το νέο κορονοϊό. Σε διάστημα περίπου δύο μηνών, 2.353 άτομα εγγράφηκαν στο πρόγραμμα μέσω διαδικτύου, έλαβαν τον ειδικό εξοπλισμό στο σπίτι και απέστειλαν στο εργαστήριο το δείγμα που συνέλεξαν οι ίδιοι. Από αυτούς, οι 25 (1.1%) βρέθηκαν θετικοί. Είναι χαρακτηριστικό ότι μόνο οι επτά χρειάστηκε τελικά να αναζητήσουν ιατρική φροντίδα και ότι σε τέσσερις υπήρχε συλλοίμωξη με άλλο ιό του αναπνευστικού. Είναι εντυπωσιακή η ταχύτητα με την οποία πραγματοποιήθηκε η διαδικασία: στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, η αποστολή του εξοπλισμού για τη συλλογή του δείγματος στους συμμετέχοντες γινόταν αυθημερόν και, στη συνέχεια, το δείγμα έφτανε στο εργαστήριο σε δύο ημέρες περίπου από τη συλλογή.

    Οι συγγραφείς της επιστολής αυτής υπογραμμίζουν τα πλεονεκτήματα της προσέγγισής τους: 1) Αποτελεί μία απλή μέθοδο που μπορεί να εφαρμοστεί σε ευρεία κλίμακα, 2) Η διαδικασία ελέγχου ολοκληρώνεται χωρίς να χρειαστεί ο συμμετέχοντας να επισκεφθεί νοσοκομείο ή το γιατρό του, κάτι που ενδεχομένως θα οδηγούσε σε μετάδοση σε άλλα άτομα, αν είναι θετικός, και κυρίως 3) Επιτρέπει να εντοπιστούν έγκαιρα κρούσματα που δεν θα αναζητούσαν κλινική φροντίδα και, κατά συνέπεια, να αναγνωριστεί γρήγορα ο κίνδυνος μιας ενδεχόμενης επιδημίας. Να σημειωθεί ότι ο νέος κορονοϊός αναγνωρίστηκε στην Κίνα όταν εμφανίστηκε συρροή κρουσμάτων πνευμονίας. Οι συγγραφείς καταλήγουν ότι ο έλεγχος στην κοινότητα σε άτομα με συμπτώματα λοίμωξης του αναπνευστικού, που δεν θα αναζητήσουν απαραίτητα ιατρική φροντίδα, χρησιμοποιώντας καινοτόμες προσεγγίσεις όπως αυτή της συλλογής του δείγματος από το ίδιο το άτομο στο σπίτι, μπορεί να αποτελέσει σημαντικό πυλώνα για την έγκαιρη ανίχνευση μίας μελλοντικής πανδημίας.

    Βάνα Σύψα, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ

    2.Συστάσεις για τον καθαρισμό και την απολύμανση δημόσιων χώρων κατά την επάνοδο στην κανονικότητα

    Οι Ιατροί και Καθηγητής της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστήμιου Αθηνών Βίκυ Μπενέτου, Ιωάννης Ντάνασης, Μαρία Γαβριατοπούλου, Δημήτρης Παρασκευής, Νίκος Θωμαϊδης και Θάνος Δημόπουλος (https://mdimop.gr/covid19/), συνόψισαν τις ειδικές οδηγίες για τον καθαρισμό και την απολύμανση δημόσιων χώρων, χώρων εργασίας, επιχειρήσεων, σχολείων και σπιτιών κατά την επάνοδο στην κανονικότητα που εξέδωσε το Κέντρο Ελέγχου Νοσημάτων (CDC) των ΗΠΑ, σε συνεργασία με την Υπηρεσία Περιβαλλοντικής Προστασίας των ΗΠΑ

    Οι οδηγίες είναι εύκολα εφαρμόσιμες και μπορούν να συνδράμουν ουσιαστικά στην ανάσχεση της μετάδοσης του SARS-CoV-2 σε δημόσιους χώρους, πανεπιστήμια, σχολεία και επιχειρήσεις κατά την περίοδο άρσης των περιοριστικών μέτρων στη χώρα μας. Ακολούθως, αναλύονται οι 3 κύριοι άξονες δράσης και οι επιμέρους ενέργειες.

    1. ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΣΧΕΔΙΟΥ ΚΑΘΑΡΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΠΟΛΥΜΑΝΣΗΣ

    ⮚ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΧΩΡΩΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

    Οι εσωτερικοί χώροι που δεν έχουν χρησιμοποιηθεί από εργαζόμενους για επτά ή περισσότερες ημέρες χρειάζονται μόνο καθαρισμό ρουτίνας. Για τους εξωτερικούς χώρους διατηρούνται οι τρέχουσες πρακτικές καθαρισμού.

    ⮚ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΤΡΟΠΟΥ ΑΠΟΛΥΜΑΝΣΗΣ

    Θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο τύπος της επιφάνειας και η συχνότητα χρήσης της. Προτεραιότητα στην απολύμανση πρέπει να δίνεται σε επιφάνειες που χρησιμοποιούνται συχνά.

    ⮚ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΝΑΓΚΑΙΩΝ ΠΟΡΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟΥ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΥ

    Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η διαθεσιμότητα προϊόντων καθαρισμού και εξοπλισμού ατομικής προστασίας (ΜΑΠ) κατά τη χρήση καθαριστικών και απολυμαντικών.

    2. ΥΛΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΣΧΕΔΙΟΥ ΚΑΘΑΡΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΠΟΛΥΜΑΝΣΗΣ

    ⮚ ΚΑΘΑΡΙΣΜΟΣ ΟΡΑΤΑ ΡΥΠΑΡΩΝ ΕΠΙΦΑΝΕΙΩΝ ΜΕ ΣΑΠΟΥΝΙ ΚΑΙ ΝΕΡΟ πριν από την απολύμανση.

    ⮚ ΕΠΙΛΟΓΗ ΚΑΤΑΛΛΗΛΟΥ ΚΑΘΑΡΙΣΤΙΚΟΥ Ή ΑΠΟΛΥΜΑΝΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ

    Προκρίνεται η χρήση απολυμαντικών εγκεκριμένων από την Υπηρεσία Περιβαλλοντικής Προστασίας των ΗΠΑ (EPA) έναντι του ιού. Εναλλακτικά, μπορούν να χρησιμοποιηθούν αλκοολούχα διαλύματα με 70% περιεκτικότητα σε αλκοόλη ή διάλυμα χλωρίνης αποτελούμενο από 1/3 μεζούρας χλωρίνης και 3.8 λίτρα νερού. Είναι σημαντικός ο έλεγχος της ετικέτας πληροφοριών κάθε προϊόντος προς επιβεβαίωση της καταλληλότητάς του.

    ⮚ ΤΗΡΗΣΗ ΤΩΝ ΟΔΗΓΙΩΝ ΤΗΣ ΕΤΙΚΕΤΑΣ ΠΡΟΙΟΝΤΟΣ

    Η ετικέτα περιλαμβάνει πληροφορίες για την ασφάλεια του προϊόντος και οδηγίες εφαρμογής. Τα απολυμαντικά πρέπει να φυλάσσονται μακριά από παιδιά.

    3. ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ

    ⮚ ΣΥΝΕΧΙΣΗ ΤΟΥ ΚΑΘΑΡΙΣΜΟΥ ΡΟΥΤΙΝΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΠΟΛΥΜΑΝΣΗΣ

    Το σχέδιο καθαρισμού/απολύμανσης θα πρέπει να τηρείται ανελλιπώς και να αναθεωρείται με βάση τη διαθεσιμότητα απολυμαντικών και ΜΑΠ. Οι εμφανώς ρυπαρές επιφάνειες πρέπει να καθαρίζονται με σαπούνι και νερό πριν από την απολύμανση. Είναι αναγκαία η απολύμανση των τακτικά χρησιμοποιούμενων επιφανειών τουλάχιστον μία φορά την ημέρα.

    ⮚ ΤΗΡΗΣΗ ΜΕΤΡΩΝ ΑΤΟΜΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

    Σε αυτές συμπεριλαμβάνεται το συχνό πλύσιμο των χεριών, η χρήση μέτρων προστασίας για το πρόσωπο και η κατ’οίκον παραμονή για όσους έχουν ασθενήσει.

    ⮚ ΤΗΡΗΣΗ ΜΕΤΡΩΝ ΠΟΥ ΜΕΙΩΝΟΥΝ ΤΗΝ ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑ ΕΚΘΕΣΗΣ ΣΤΟΝ ΙΟ

    Σε αυτές συμπεριλαμβάνεται η κοινωνική απόσταση, η διατήρηση τουλάχιστον 2 μέτρων απόστασης, ο περιορισμός της κοινής χρήσης αντικειμένων και η αποφυγή επισκέψεων σε πολυσύχναστους χώρους.

    Ακολουθεί σχετικός αλγόριθμος για την ανάπτυξη ορθού σχεδίου καθαρισμού/απολύμανσης και καθορισμού των προτεραιοτήτων. Αξίζει να σημειωθεί ότι:

    ∙ Ο καθαρισμός με σαπούνι και νερό απομακρύνει τα μικρόβια και τις ακαθαρσίες από τις επιφάνειες, μειώνοντας τον κίνδυνο εξάπλωσης της λοίμωξης COVID-19.

    ∙ Η απολύμανση σκοτώνει τα μικρόβια από τις επιφάνειες. Με αυτό τον τρόπο μπορεί να μειωθεί περαιτέρω ο κίνδυνος εξάπλωσης του ιού.

    Το πλήρες κείμενο των συστάσεων (Reopening Guidance for Cleaning and Disinfecting and Cleaning and Disinfecting Decision Tool) μπορεί να βρεθεί στον παρακάτω διαδικτυακό τόπο: https://www.cdc.gov/coronavirus/2019-ncov/community/reopen-guidance.html.

    Ο καθαρισμός και η απολύμανση των δημόσιων και ιδιωτικών χώρων συγκαταλέγονται στα βασικά μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται για τη μείωση του κινδύνου μετάδοσης του SARS-CoV-2 κατά τη διαδικασία επανόδου της κοινωνίας μας στην κανονικότητα. Η υιοθέτηση των καλύτερων πρακτικών όπως αυτές αποτυπώνονται στις διεθνείς και εθνικές συστάσεις, σε συνδυασμό με την τήρηση των κανόνων ατομικής υγιεινής, θα συμβάλλει ουσιαστικά στην επιτυχία της επαναλειτουργίας των εκπαιδευτικών και άλλων δομών και στη διατήρησή τους ανοιχτών.

    3. Ανίχνευση του νέου κορονοϊού σε δείγματα σιέλου

    Η διάγνωση του COVID-19 βασίζεται στην ανίχνευση του SARS-CoV-2 σε υλικό από ρινοφαρυγγικό επίχρισμα με τη χρήση της μοριακής μεθόδου RT-PCR.

    Τα διαθέσιμα διαγνωστικά τεστ για την ανίχνευση του SARS-CoV-2 εμφανίζουν μέτρια ευαισθησία η οποία καθορίζεται από την ορθότητα λήψης του επιχρίσματος και από την επαρκή ποσότητα του ληφθέντος βιολογικού υλικού. Η λήψη του επιχρίσματος απαιτεί στενή επαφή μεταξύ του ασθενούς και του υγειονομικού προσωπικού, γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο για πιθανή έκθεση στον ιό. Επιπλέον, η σωστή λήψη ρινοφαρυγγικού επιχρίσματος είναι ενοχλητική για τον εξεταζόμενο και συχνά του προκαλεί βήχα ή φτάρνισμα με αποτέλεσμα μεγαλύτερη έκθεση στον εξεταστή. Η λήψη σιέλου ως βιολογικό υλικό για τη διάγνωση της λοίμωξης COVID-19 πλεονεκτεί συγκριτικά με το ρινοφαρυγγικό επίχρισμα καθώς δεν απαιτεί τη χρήση ειδικού στυλεού ή φιαλιδίων με καλλιεργητικό υλικό και είναι εξαιρετικά απλή διαδικασία. Οι Ιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Ιωάννης Ντάνασης, Μαρία Γαβριατοπούλου και Θάνος Δημόπουλος (https://mdimop.gr/covid19/) συνόψισαν τη μέχρι τώρα βιβλιογραφία σχετικά με το θέμα αυτό.

    Πρόσφατα, ομάδα ερευνητών από το Πανεπιστήμιο Yale των ΗΠΑ παρουσίασε δεδομένα που υποδεικνύουν πως η ευαισθησία των διαγνωστικών τεστ θα μπορούσε να ενισχυθεί με τη χρήση σιέλου ως καταλληλότερο βιολογικό υλικό. Αν και το ισχύον πρότυπο έως σήμερα εξακολουθεί να είναι η χρήση δειγμάτων που συλλέγονται από ρινοφαρυγγικά επιχρίσματα (NPS), η ομάδα διαπίστωσε ότι η χρήση σιέλου για την ανίχνευση του SARS-CoV-2 ίσως είναι πιο ευαίσθητη από τη χρήση ρινοφαρυγγικού επιχρίσματος. Με βάση αυτά τα δεδομένα οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι η σίελος θα πρέπει να θεωρείται ως ο πιο αξιόπιστος τύπος δείγματος για τη βελτίωση της δυνατότητας διάγνωσης της νόσου. Η μελέτη τους δημοσιεύεται ως «προ-δημοσίευση» στον ιστότοπο MedRxiv «Saliva is more sensitive for SARS-CoV-2 detection in COVID19 patients than nasopharyngeal swabs» https://www.medrxiv.org/content/10.1101/2020.04.16.20067835v1.full.pdf.

    Στη μελέτη αυτή, τα δείγματα σιέλου συλλέχθηκαν από τους ασθενείς και όχι από κάποιο μέλος του υγειονομικού προσωπικού. Αμέσως μετά την πρωινή έγερση και αφού οι ασθενείς είχαν λάβει κατάλληλες οδηγίες να αποφύγουν το φαγητό, το νερό και το βούρτσισμα των δοντιών μέχρι τη συλλογή του δείγματος, συνέλεξαν δείγμα σιέλου σε αποστειρωμένο ουροδοχείο. Οι ερευνητές ακολούθως αξιολόγησαν την ανίχνευση SARS-CoV-2 σε ζεύγη ρινοφαρυγγικών επιχρισμάτων και δειγμάτων σιέλου από τους ασθενείς με COVID-19 αλλά και σε εργαζόμενους στον υγειονομικό τομέα με μέτριο έως υψηλό κίνδυνο έκθεσης σε COVID-19. Συνέλεξαν συνολικά δείγματα από 44 νοσηλευόμενους ασθενείς με COVID-19 και σοβαρή νόσο και από 98 εργαζόμενους. Τα αποτελέσματα της μελέτης υποδηλώνουν ότι τα δείγματα σιέλου παρείχαν μεγαλύτερη ευαισθησία και αξιοπιστία καθ’ όλη την διάρκεια της λοίμωξης για την ανίχνευση του SARS-CoV-2 συγκριτικά με τα ρινοφαρυγγικά επιχρίσματα. Ο ιός SARS-CoV-2 ανιχνεύτηκε επίσης στη σίελο δύο ασυμπτωματικών εργαζομένων που είχαν θεωρηθεί ως αρνητικοί μετά τη λήψη των ρινοφαρυγγικών επιχρισμάτων.

    Μια άλλη ομάδα ερευνητών από τη Μελβούρνη της Αυστραλίας, δημοσίευσε προσφάτως παρόμοια αποτελέσματα σε μια εργασία με τίτλο «Saliva as a non-invasive specimen for detection of SARS-CoV-2» (Williams E et al, J. Clin. Microbiol. doi:10.1128/JCM.00776-20). Αυτή η μελέτη χρησιμοποίησε δείγματα ασθενών που ελήφθησαν στο χρονικό διάστημα μεταξύ 25ης Μαρτίου και 1ης Απριλίου και συνολικά συμμετείχαν 622 ασθενείς που νοσηλεύτηκαν στο Royal Melbourne Hospital. Όλοι οι ασθενείς είχαν δείγματα ρινοφαρυγγικού επιχρίσματος και 522 (83,9%) ασθενείς παρείχαν επιπλέον και δείγμα σιέλου. Από τα 622 άτομα, 39 (6.3%) ασθενείς βρέθηκαν θετικοί χρησιμοποιώντας τυπικές δοκιμές RT-PCR σε ρινοφαρυγγικά επιχρίσματα. Από τους 39 θετικούς ασθενείς με COVID-19, ο SARS-CoV-2 εντοπίστηκε και στα δείγματα σιέλου σε 33 από αυτούς. Ως δείγμα ελέγχου, η ομάδα εξέτασε επίσης δείγματα σιέλου από 50 ασθενείς με αρνητική PCR στα ρινοφαρυγγικά επιχρίσματα και ο SARS-CoV-2 ανιχνεύθηκε σε 1 από τα 50 δείγματα. Παρόλο που η ευαισθησία της σιέλου ως διαγνωστικό δείγμα ήταν μικρότερη από τα ρινοφαρυγγικά επιχρίσματα σε αυτή τη μελέτη, οι συγγραφείς σημείωσαν ότι η χρήση σιέλου για τη διάγνωση μπορεί να είναι μια εναλλακτική λύση για τη λήψη δείγματος κατά την αρχική διαγνωστική εξέταση ιδιαίτερα σε συνθήκες περιορισμένων πόρων. Σε αυτή την περίπτωση, η χρήση ρινοφαρυγγικού επιχρίσματος μπορεί να περιοριστεί σε ασθενείς που εμφανίζουν υψηλό δείκτη κλινικής υποψίας για COVID-19. Η διαγνωστική εξέταση ανίχνευσης SARS-CoV-2 με βάση τη σίελο έχει λάβει έγκριση από τον Οργανισμό Φαρμάκων και Τροφίμων των ΗΠΑ (FDA) μέσω επιταχυνόμενης διαδικασίας.

    σχολίασε κι εσύ
    σχετικά άρθρα