Τα βασικά σημεία του άρθρου
- Οι ενδιάμεσες εκλογές ανέδειξαν ως καθοριστικά ζητήματα του αποτελέσματος, που έκανε σερφ πάνω στο «μπλε κύμα» των Δημοκρατικών, την ακρίβεια, το κόστος του πολέμου στο Ιράν, τη μεταναστευτική πολιτική και την εμπορική σύγκρουση με τον Καναδά.
- Η πολιτική αποδυνάμωση του Αμερικανού Προέδρου στο εσωτερικό μπορεί να τον ωθήσει σε ακόμη πιο φιλόδοξες κινήσεις στην εξωτερική πολιτική, αναζητώντας συμφωνία για την Ουκρανία ή κινήσεις στη Μέση Ανατολή.
- Παρότι ο Τραμπ είναι πλέον πιο αδύναμος πολιτικά, το κίνημα MAGA παραμένει κυρίαρχο στη βάση των Ρεπουμπλικανών, ενώ στους Δημοκρατικούς ανοίγει ήδη η συζήτηση για την επόμενη ηγεσία ενόψει του 2028.
Η έκβαση των ενδιάμεσων εκλογών έστειλε στον Πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, ένα μήνυμα που δύσκολα μπορεί να αγνοήσει: η υπόσχεση να κάνει την «Αμερική Μεγάλη Ξανά» δεν αρκεί όταν οι πολίτες βλέπουν την καθημερινότητά τους να γίνεται ακριβότερη και τις επιλογές του Λευκού Οίκου να επιβαρύνουν την τσέπη τους. Μιλώντας στο enikos.gr, ο Χαράλαμπος Παπασωτηρίου, καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και Στρατηγικών Σπουδών στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Παντείου Πανεπιστημίου και πρόεδρος του Επιστημονικού Συμβουλίου του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων (ΙΔΙΣ), και ο Αριστοτέλης Τζιαμπίρης, καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και αντιπρύτανης του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς, καθώς και αντιπρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Τεκμηρίωσης της Ελλάδας, αναλύουν τα αποτελέσματα της κάλπης και τις επιπτώσεις της ανατροπής των συσχετισμών στο Κογκρέσο.
Του Νίκου Παγουλάτου
Οι ενδιάμεσες εκλογές ανέδειξαν ως καθοριστικά ζητήματα του αποτελέσματος, που έκανε σερφ πάνω στο «μπλε κύμα» των Δημοκρατικών, το κόστος του πολέμου στο Ιράν, της μεταναστευτικής πολιτικής και της εμπορικής σύγκρουσης με τον Καναδά. Το παράδοξο, ωστόσο, είναι ότι η πολιτική αποδυνάμωση του Αμερικανού Προέδρου στο εσωτερικό μπορεί να τον ωθήσει σε ακόμη πιο φιλόδοξες κινήσεις στο εξωτερικό, από την Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή μέχρι την Κούβα.
Η ακρίβεια, το Ιράν και οι απελάσεις
Τέσσερις ομάδες ψηφοφόρων μετακινήθηκαν εκλογικά, σύμφωνα με την ανάλυση του Χαράλαμπου Παπασωτηρίου:
- οι κάτοικοι των αγροτικών περιοχών,
- οι Λατίνοι,
- οι ψηφοφόροι των προαστίων και
- οι νέοι.
«Η μεγαλύτερη [μετατόπιση] ήταν στους αγροτικούς πληθυσμούς. Δεύτερη μεγαλύτερη ήταν στους Λατίνους. Και μετά ήταν τα προάστια και οι νέοι», σημειώνει ο καθηγητής.
Η αλλαγή ήταν ιδιαίτερα έντονη στις αγροτικές περιοχές, τονίζει στο enikos.gr. Ενδεικτικά, στην Άιοβα, όπου ο Τραμπ είχε επικρατήσει με διαφορά 13 ποσοστιαίων μονάδων στις προεδρικές εκλογές του 2024, οι Δημοκρατικοί κατάφεραν να κερδίσουν έδρα στη Γερουσία (Τζος Τούρεκ) και να εκλέξουν Κυβερνήτη (Ρομπ Σαντ).
Αντίστοιχα, στο Κάνσας εξελέγη κυβερνήτης ο πάστορας και «λαϊκιστής των λιβαδιών», Άνταμ Χάμιλτον, σε μια σημαντική νίκη των Δημοκρατικών, οι οποίοι την τελευταία φορά που είχαν εκλέξει κυβερνήτη στην πολιτεία ήταν το 1932.
Ο κ. Παπασωτηρίου αποδίδει τη μετατόπιση αυτή, μεταξύ άλλων, «στο αυξημένο κόστος του ντίζελ, το οποίο επιβαρύνει ιδιαίτερα τους αγρότες».
Σημαντική, φυσικά, ήταν και η μετακίνηση των Λατίνων ψηφοφόρων. Ερωτηθείς για τους λόγους αυτής της αλλαγής, ο καθηγητής την απέδωσε «αγριότητα που υπέδειξε η υπηρεσία ICE απέναντι στους μετανάστες οι οποίοι δεν ήταν εγκληματίες, εκτός απ’ όσους είχαν μπει παράνομα στις ΗΠΑ».
Όπως σημείωσε, οι άνθρωποι αυτοί δεν είχαν διαπράξει αδικήματα, αλλά ήταν «νόμιμοι, νομοταγείς, φορολογούμενοι, εργαζόμενοι πολίτες». Επεσήμανε όμως ότι «κάποιοι έβλεπαν με καλό μάτι τις απελάσεις παρανόμων μεταναστών, αλλά η πλειοψηφία των Αμερικανών δεν θέλει να γίνονται τέτοιες μαζικές απελάσεις ανθρώπων που είναι ριζωμένοι και ενσωματωμένοι».
Όπως εκτιμά, αυτό προκάλεσε ιδιαίτερη δυσαρέσκεια στους Λατίνους.
Εξάλλου, χαρακτηριστική ήταν η παρέμβαση της Ρεπουμπλικανής βουλευτή Μαρία Ελβίρα Σαλαζάρ, Κουβανοαμερικανίδας που εκπροσωπεί την 27η εκλογική περιφέρεια της Φλόριντα, στην περιοχή του Μαϊάμι. Σε προεκλογικό σποτ τον Σεπτέμβριο του 2026, με το οποίο διεκδικούσε την επανεκλογή της, απηύθυνε δημόσια έκκληση στον Ντόναλντ Τραμπ, λέγοντας: «Κύριε Πρόεδρε, ορισμένες από τις προσπάθειές σας για την επιβολή της μεταναστευτικής πολιτικής έχουν ξεπεράσει τα όρια».
NEW: Rep. Maria Elvira Salazar (R-FL) just rolled out a straight to camera ad breaking with Trump.
“Mr. President, some of your immigration enforcement efforts have gone too far….The same Hispanics who helped you get to the White House in 2024 feel betrayed today” https://t.co/uxPeLaittt
— Shane Goldmacher (@ShaneGoldmacher) September 17, 2026
Η Σαλαζάρ φαίνεται να έχει κερδίσει την επανεκλογή της, έναντι του Δημοκρατικού Ελιότ Ροντρίγκεζ, αλλά η αναμέτρηση είναι εξαιρετικά οριακή και το αποτέλεσμα δεν έχει επικυρωθεί επίσημα.
Σύμφωνα με τον κ. Παπασωτηρίου, στην εκλογική μετατόπιση που είδαμε συνέβαλε και ο εμπορικός πόλεμος με τον Καναδά. Οι πολιτείες που συνορεύουν με τη χώρα διατηρούν στενούς εμπορικούς δεσμούς μαζί της, με αποτέλεσμα η διατάραξη των συναλλαγών να έχει άμεσες επιπτώσεις στις τοπικές οικονομίες. Ο καθηγητής αναφέρει ως χαρακτηριστική περίπτωση το Μέιν, όπου η Σούζαν Κόλινς έχασε την εκλογική μάχη.
«Ο εμπορικός πόλεμος με τον Καναδά», προσθέτει, «προφανώς βοήθησε και τον Δημοκρατικό Αμπντούλ Ελ-Σαγέντ» στο Μίσιγκαν.
Παράλληλα, το ακριβότερο ντίζελ -λόγω του πολέμου στο Ιράν- επιβάρυνε ιδιαίτερα τους αγρότες, ενώ η αύξηση της τιμής της βενζίνης επηρέασε ευρύτερα τα αμερικανικά νοικοκυριά. «Ο πόλεμος του Ιράν αύξησε την ενέργεια. Το ντίζελ ήταν ιδιαίτερα επιβαρυντικό για τους αγρότες, αλλά η βενζίνη κι αυτή ακρίβυνε», αναφέρει ο καθηγητής, προσθέτοντας ότι «το παρακάνανε με την απέλαση λαθρομεταναστών».
Από την πλευρά του, ο Αριστοτέλης Τζιαμπίρης επισημαίνει στο enikos.gr ότι, το εκλογικό αποτέλεσμα δεν μπορεί να ερμηνευθεί μόνο μέσα από τις επιμέρους πολιτικές επιλογές του Τραμπ. Το βασικότερο κριτήριο για πολλούς ψηφοφόρους ήταν η καθημερινή οικονομική τους κατάσταση.
«Ποιοι ήταν οι παράγοντες που επηρέασαν τους Αμερικανούς; Η ακρίβεια, η τιμή της βενζίνης, η καθημερινότητα, το σούπερ μάρκετ και το κόστος διαβίωσης. Όχι ο πληθωρισμός γενικά», σημειώνει χαρακτηριστικά.
Ο καθηγητής συνδέει αυτή τη δυσαρέσκεια με την απόφαση του Τραμπ να εμπλακεί στον πόλεμο με το Ιράν, υπογραμμίζοντας ότι οι συνέπειες της σύγκρουσης έγιναν αισθητές και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. «Εμείς πληρώνουμε τον λογαριασμό, αυτοί όμως μπορούσαν να κάνουν κάτι επειδή πληρώνουν τον λογαριασμό κυριολεκτικά», παρατηρεί, εξηγώντας ότι οι Αμερικανοί ψηφοφόροι είχαν τη δυνατότητα να εκφράσουν τη δυσαρέσκειά τους απέναντι στον Τραμπ που επέλεξε να ξεκινήσει τον πόλεμο.
«Αυτός ήταν ένας πόλεμος επιλογής, πολύ σημαντικό», τονίζει.
Το ερώτημα που, σύμφωνα με τον ίδιο, βρέθηκε στο επίκεντρο της εκλογικής συμπεριφοράς ήταν απλό: «Είσαι καλύτερα απ’ ό,τι ήσουν πριν 2 χρόνια;». Όταν η απάντηση είναι αρνητική, εξηγεί, η δυσαρέσκεια στρέφεται προς εκείνον που βρίσκεται στην εξουσία.
Ο κ.Τζιαμπίρης απορρίπτει, μάλιστα, την ερμηνεία ότι το αποτέλεσμα συνιστά πρωτίστως έκφραση προσωπικού μίσους προς τον Τραμπ. Σημειώνεται πως o στενός σύμμαχος του Τραμπ στο Fox News, Σον Χάνιτι, δήλωσε το βράδυ των εκλογών πως «Το μίσος είναι φοβερό κίνητρο. Νομίζω ότι το μίσος γι’ αυτόν τον άνθρωπο είναι πρωτοφανές. Δεν έχω ξαναδεί ποτέ κάτι παρόμοιο».
Hannity: The hatred of Trump is unprecedented. I’ve never seen anything like it. https://t.co/246gSGPN3S
— FactPost (@factpostnews) November 4, 2026
«Σίγουρα για ένα κομμάτι της κοινωνίας υπάρχει μίσος, αλλά εγώ δεν βλέπω μίσος, βλέπω προσωπικό οικονομικό συμφέρον», μας αναφέρει ο κ. Τζιαμπίρης. Όπως εξηγεί, οι ψηφοφόροι που δυσκολεύονται να πληρώσουν τη βενζίνη και το σούπερ μάρκετ, ενώ βλέπουν ανθρώπους στον ευρύτερο κύκλο του Αμερικανού Προέδρου να πλουτίζουν, αισθάνονται ότι η πολιτική του δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες τους.
Έτσι, οι συγκεκριμένοι ψηφοφόροι, έστειλαν ένα μήνυμα στον Τραμπ μέσω των ενδιάμεσων εκλογών. «Αυτό δεν συνιστά μίσος, αλλά συνιστά, αν θέλετε, μία πολιτική πράξη σοβαρή, με συνέπειες», τονίζει.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει στη μετακίνηση ψηφοφόρων που είχαν στηρίξει τον Τραμπ το 2024. «Οι φτωχοί είναι αυτοί που δεν βγαίνουν οικονομικά», σημειώνει, αναφερόμενος κυρίως σε λευκούς και Λατίνους ψηφοφόρους με χαμηλότερα εισοδήματα και χωρίς πανεπιστημιακή εκπαίδευση. «Αυτοί που δεν έχουν πάει πανεπιστήμιο και ψήφισαν τον Τραμπ, τώρα έκαναν πίσω και γι’ αυτό βλέπουμε αυτά τα αποτελέσματα», είπε.
Η οικονομική απογοήτευση, επομένως, δεν έπληξε μόνο την εικόνα του Τραμπ στους παραδοσιακούς αντιπάλους του, αλλά και τη σχέση του με τμήματα της εκλογικής βάσης που τον είχαν οδηγήσει στη νίκη για την προεδρία.
Τα χρήματα δεν αγοράζουν τις εκλογές
Μία από τις παρατηρήσεις του κ.Τζιαμπίρη αφορά τον ρόλο του χρήματος στις εκλογικές αναμετρήσεις. «Τα λεφτά δεν αγοράζουν αναγκαστικά τις εκλογές», σημειώνει, φέρνοντας ως παράδειγμα την αναμέτρηση στο Τέξας, όπου, όπως αναφέρει, ο Έλον Μασκ διέθεσε σχεδόν 200 εκατομμύρια δολάρια για να στηρίξει τον Ρεπουμπλικανό υποψήφιο, ο οποίος τελικά ηττήθηκε από τον Δημοκρατικό Τζέιμς Ταλαρίκο.
Για τον καθηγητή, το ουσιαστικό δίδαγμα βρίσκεται στην απόσταση ανάμεσα στο πολιτικό αφήγημα και στην πραγματικότητα που βιώνουν οι πολίτες. «Εάν στην πολιτική σου διαφημιστική εκστρατεία παρουσιάζει μία πραγματικότητα, ένα αφήγημα, το οποίο διαφέρει με αυτό που βιώνει ο πολίτης, τότε όχι μόνο δεν τον πείθεις, αλλά θυμώνει γιατί καταλαβαίνει ότι τον δουλεύεις», επισημαίνει. «Να το κρατήσουμε αυτό σαν μάθημα γιατί δεν ισχύει μόνο στην Αμερική, ισχύει και αλλού».
Ο κ. Τζιαμπίρης αναφέρεται επίσης στην οριακή αναμέτρηση στο Μισισιπή, όπου η διαφορά ανάμεσα στους υποψηφίους (Τρεντ Κέλι – Μπένι Τόμσον), όταν μιλήσαμε μαζί του, ανερχόταν σε μόλις 43 ψήφους σε σύνολο περίπου ενός εκατομμυρίου. «Στη δημοκρατία κάθε ψήφος μετράει. Στις εκλογές δεν ψηφίζουνε οι δημοσκοπήσεις, ψηφίζουν οι πολίτες», τονίζει, υπογραμμίζοντας ότι ακόμη και μία ψήφος μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική.
Η επισήμανσή του έχει, όπως λέει, σημασία και για την Ελλάδα, καθώς οι πολιτικές αποφάσεις λαμβάνονται από εκείνους που προσέρχονται στην κάλπη και όχι από εκείνους που απλώς συμμετέχουν σε δημοσκοπήσεις. «Αλλά καμιά φορά λέμε κυνικά: “Ε, τώρα τι έγινε, αδελφέ μου, να πάω να ψηφίσω και τι διαφορά κάνει μια ψήφος;”. Κι όμως, να πώς μπορεί να κάνει διαφορά – η ψήφος μετράει».
Η ήττα αποδυναμώνει τον Τραμπ, αλλά δεν προδικάζει το 2028
Το αποτέλεσμα των ενδιάμεσων εκλογών επηρεάζει αναμφίβολα τις ισορροπίες ενόψει της επόμενης προεδρικής αναμέτρησης, χωρίς όμως να προδικάζει την έκβασή της.
Ο κ. Τζιαμπίρης εκτιμά ότι η ήττα των Ρεπουμπλικανών δημιουργεί νέες ευκαιρίες για πρόσωπα-«αστέρια» που αναδείχθηκαν μέσα από την εκλογική διαδικασία, όπως ο επερχόμενος Δημοκρατικός γερουσιαστής Τζον Όσοφ στην Τζόρτζια –για πολλούς «ο νέος Ομπάμα»– και ο Δημοκρατικός κυβερνήτης της Πενσιλβάνια, Τζος Σαπίρο, ο οποίος, όπως σημειώνει, επικράτησε με ποσοστό 60%.
Παράλληλα, στο προσκήνιο βρίσκονται πλέον ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο και ο κυβερνήτης της Φλόριντα, Ρον ΝτεΣάντις, ο οποίος ήρθε σε ρήξη με τον Τραμπ κάνοντας λόγο για «πολιτική καταστροφή» μετά την ήττα των Ρεπουμπλικανών.
«Τις επηρεάζει, αλλά δεν τις καθορίζει», λέει στο enikos.gr ο κ. Τζιαμπίρης για τη σχέση των ενδιάμεσων με τις επόμενες προεδρικές εκλογές. Δύο χρόνια είναι αρκετός χρόνος για να μεταβληθούν οι πολιτικοί συσχετισμοί, ενώ καθοριστικό ρόλο μπορεί να διαδραματίσει και ο κομματικός μηχανισμός.
«Όταν έχεις τον μηχανισμό, αμέσως γίνεται λίγο πιο εύκολη η αναμέτρηση», εξηγεί, εκτιμώντας ότι η ενίσχυση των Δημοκρατικών σε πολιτειακό επίπεδο μπορεί να τους προσφέρει πλεονεκτήματα στην επόμενη εκλογική μάχη. «Τώρα, ο κυβερνήτης του Τέξας είναι Δημοκρατικός, ο ένας από τους δύο Γερουσιαστές είναι Δημοκρατικός, αυτό επηρεάζει και τις εκλογές», προσθέτει.
Σημειώνεται πως η Δημοκρατική Τζίνα Χινόχοσα επικράτησε του Ρεπουμπλικανού εν ενεργεία κυβερνήτη Γκρεγκ Άμποτ, ενώ στις δύο αναμετρήσεις για τις έδρες της πολιτειακής Γερουσίας οι Δημοκρατικοί κέρδισαν τη μία, με τον Τέιλορ Ρέμετ να επικρατεί στην 9η εκλογική περιφέρεια. Τη δεύτερη έδρα, στην 22η περιφέρεια, κέρδισε ο Ρεπουμπλικανός Ντέιβιντ Κουκ.
Το μήνυμα, πάντως, είναι σαφές: ο Τραμπ είναι πλέον πιο αδύναμος πολιτικά από ό,τι πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι οι Ρεπουμπλικανοί έχουν ήδη χάσει την επόμενη προεδρική αναμέτρηση.
Η εξωτερική πολιτική ως διέξοδος
Το ερώτημα που προκύπτει, και απασχολεί όλα τα διεθνή ΜΜΕ και τους αναλυτές, είναι πώς θα αντιδράσει ο Τραμπ στην εκλογική ήττα των ενδιάμεσων εκλογών. Ο Τζιαμπίρης διακρίνει τρεις πιθανές επιλογές:
- να μην κάνει απολύτως τίποτα,
- να αμφισβητήσει το αποτέλεσμα της κάλπης ή
- να επιχειρήσει να αλλάξει το πολιτικό αφήγημα μέσα από μεγάλες πρωτοβουλίες στην εξωτερική πολιτική.
Η πρώτη, όπως εκτιμά, «δεν ταιριάζει στον χαρακτήρα του», ενώ η δεύτερη είναι δύσκολο να υποστηριχθεί «όταν η διαφορά είναι τόσο μεγάλη».
Αυτό, λοιπόν, που ενδέχεται και μπορεί να κάνει είναι «να αλλάξει το αφήγημα και να πάρει μεγάλες πρωτοβουλίες στην εξωτερική πολιτική που έχει μεγαλύτερη ευελιξία». Μάλιστα, το περιθώριο κινήσεων του Αμερικανού Προέδρου είναι μεγαλύτερο κατά το διάστημα πριν από την ορκωμοσία των νεοεκλεγέντων μελών του Κογκρέσου, στις 3 Ιανουαρίου, όταν θα εξακολουθεί να ισχύει η προηγούμενη σύνθεση του νομοθετικού σώματος.
«Έχει δύο μήνες με την παλιά ισορροπία δυνάμεων», παρατηρεί.
Στο επίκεντρο των πιθανών κινήσεων στη γεωπολιτική σκακιέρα βρίσκεται προφανώς το Ιράν, αλλά και η Ουκρανία. Ο κ.Τζιαμπίρης εκτιμά ότι ο Τραμπ επιθυμεί να πετύχει μια συμφωνία για τον πόλεμο στην Ουκρανία, ώστε να μπορέσει να παρουσιάσει την εξέλιξη ως προσωπικό του επίτευγμα. Δεν αποκλείει, παράλληλα, μια εντυπωσιακή κίνηση στη Μέση Ανατολή ή ακόμη και μια πρωτοβουλία που θα αφορά την Κούβα.
«Ένας πρόεδρος των ΗΠΑ συνδιαλέγεται και με την ιστορία», σημειώνει, εξηγώντας ότι ο Τραμπ θα μπορούσε να επιχειρήσει να αντισταθμίσει την εσωτερική πολιτική του αποδυνάμωση με μια εξέλιξη που θα θεωρούσε ιστορικής σημασίας. «Άμα λύσω το Ουκρανικό, άμα αλλάξω το καθεστώς στην Κούβα…», μας λέει, περιγράφοντας τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να σκέφτεται ο Αμερικανός Πρόεδρος.
Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η ανάλυση του κ. Παπασωτηρίου, ο οποίος υπενθυμίζει ότι η ήττα ενός προέδρου στις ενδιάμεσες εκλογές δεν συνεπάγεται αυτομάτως περιορισμό της εξωτερικής του πολιτικής. Ως παράδειγμα αναφέρει τις ενδιάμεσες εκλογές του 2006, όταν οι Ρεπουμπλικανοί του Τζορτζ Ουόκερ Μπους έχασαν τον έλεγχο και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου εξαιτίας του πολέμου στο Ιράκ.
Ο Μπους, ωστόσο, δεν εγκατέλειψε την πολεμική του στρατηγική. Αντίθετα, προχώρησε στην αποστολή περισσότερων στρατιωτικών δυνάμεων, αλλάζοντας την πορεία της σύγκρουσης. Για τον κ. Παπασωτηρίου, το προηγούμενο αυτό δείχνει ότι η εκλογική ήττα δεν αποτελεί από μόνη της εμπόδιο για την ανάληψη στρατιωτικών πρωτοβουλιών από έναν πρόεδρο.
Ο καθηγητής εκτιμά ότι ο Τραμπ διατηρεί τη δυνατότητα να κλιμακώσει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον του Ιράν, εφόσον το επιλέξει. Το βασικό εργαλείο με το οποίο θα μπορούσε να επιχειρήσει να τον περιορίσει το Κογκρέσο είναι ο έλεγχος της χρηματοδότησης.
Ωστόσο, όπως μας εξηγεί, η διαδικασία δεν είναι απλή: «ο ομοσπονδιακός προϋπολογισμός καλύπτει την περίοδο από την 1η Οκτωβρίου έως τις 30 Σεπτεμβρίου του 2027» και μια εκ των υστέρων αλλαγή του είναι δύσκολη. Μια ειδική νομοθετική πρωτοβουλία που θα απαγόρευε τη χρηματοδότηση του πολέμου θα μπορούσε να αντιμετωπίσει το προεδρικό βέτο, ενώ μια ευρύτερη σύγκρουση για τον προϋπολογισμό θα μπορούσε να οδηγήσει ακόμη και σε διακοπή λειτουργίας της ομοσπονδιακής κυβέρνησης (shutdown).
Υπενθυμίζεται πως ο Τραμπ, σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα Truth Social, έγραψε: «Η εξουσία του βέτο είναι μία από τις ισχυρότερες εξουσίες που διαθέτει ένας πρόεδρος. Θα μου στέλνουν πράγματα που είναι παράλογα και εγώ θα ασκώ βέτο».
Ο κ. Παπασωτηρίου υπενθυμίζει επίσης ότι και ο Μπαράκ Ομπάμα έχασε τις ενδιάμεσες εκλογές του 2014, χωρίς αυτό να τον εμποδίσει να κινηθεί πιο ενεργά στην εξωτερική πολιτική κατά τα τελευταία δύο χρόνια της θητείας του.
Στο διάστημα που ακολούθησε, ο Δημοκρατικός πρόεδρος επιδίωξε να διαμορφώσει μια διπλωματική συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν (JCPOA), η οποία επιτεύχθηκε τον Ιούλιο του 2015 με τη συμμετοχή των πέντε μόνιμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και της Γερμανίας (P5+1). Η συμφωνία προέβλεπε περιορισμούς στο πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης και διεθνείς επιθεωρήσεις, με αντάλλαγμα την άρση των σχετικών κυρώσεων. Αξίζει, πάντως, να σημειωθεί ότι η συμφωνία δεν διατηρήθηκε: τον Μάιο του 2018, ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε την αποχώρηση των ΗΠΑ από αυτήν και την επαναφορά των κυρώσεων.
Ο καθηγητής εκτιμά, επομένως, ότι ο Τραμπ μπορεί να αναζητήσει μια συμφωνία για την Ουκρανία ή μια εντυπωσιακή πρωτοβουλία στη Μέση Ανατολή.
Το Κογκρέσο, το ΝΑΤΟ και η Ευρώπη
Η αλλαγή των συσχετισμών στο Κογκρέσο αναμένεται να δυσκολέψει ορισμένες από τις επιλογές του Τραμπ, χωρίς να του αφαιρεί τη δυνατότητα να χαράσσει εξωτερική πολιτική. Ο κ. Παπασωτηρίου εκτιμά ότι το νέο Κογκρέσο θα διατηρήσει μια φιλονατοϊκή και φιλοσυμμαχική στάση, γεγονός που θα δυσκολέψει την υιοθέτηση μιας περισσότερο πολιτικής απομόνωσης από τον Τραμπ και τον αντιπρόεδρό του, Τζέι Ντι Βανς.
Παράλληλα, όπως επισημαίνει, η Γερουσία έχει σημαντικές αρμοδιότητες σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, μεταξύ των οποίων «η έγκριση πρεσβευτών και άλλων αξιωματούχων». Η νέα πολιτική ισορροπία μπορεί, επομένως, να δημιουργήσει πρόσθετα εμπόδια στην προσπάθεια του Λευκού Οίκου να προωθήσει τις επιλογές του.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η στάση της Ευρώπης. Ο Παπασωτηρίου επισημαίνει ότι οι πρόσφατες κινήσεις του Τραμπ υπέρ του Βλαντίμιρ Πούτιν στο ουκρανικό ζήτημα έχουν προκαλέσει δυσαρέσκεια στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Η ενίσχυση των Δημοκρατικών στο Κογκρέσο μπορεί να δυσκολέψει περαιτέρω τον Αμερικανό Πρόεδρο, σε μια περίοδο κατά την οποία οι διατλαντικές σχέσεις δοκιμάζονται.
Από την πλευρά του, ο κ. Τζιαμπίρης παρατηρεί ότι οι Ευρωπαίοι ηγέτες αντιμετωπίζουν το αποτέλεσμα με αξιοσημείωτη αυτοσυγκράτηση. Παρά τη δυσαρέσκεια που έχει προκαλέσει σε αρκετές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες η πολιτική του Τραμπ, δεν επιλέγουν να πανηγυρίσουν δημόσια για την ήττα του. «Ενώ σε πολλούς έχει βγάλει την ψυχή, αντί να πανηγυρίζουνε και λίγο έτσι, αν θέλετε, ανώριμα, είναι πολύ συγκρατημένοι και δεν προκαλούν τον Τραμπ», σημειώνει χαρακτηριστικά.
Για τον ίδιο, η στάση αυτή έχει τη δική της σημασία: οι Ευρωπαίοι δεν θέλουν να δώσουν στον Αμερικανό Πρόεδρο αφορμές για νέες συγκρούσεις. Το πώς θα αντιδράσει ο ίδιος στις επόμενες ημέρες και εβδομάδες θα δείξει αν η εκλογική ήττα θα επηρεάσει και τη στάση του απέναντι στην Ευρώπη.
Το MAGA παραμένει ισχυρό και οι Δημοκρατικοί αναζητούν τον επόμενο ηγέτη
Η εκλογική ήττα των Ρεπουμπλικανών δεν σηματοδοτεί, σύμφωνα με τον κ. Τζιαμπίρη, την κατάρρευση του κινήματος MAGA ή την επιστροφή του κόμματος στον παραδοσιακό συντηρητισμό. Αντίθετα, εκτιμά ότι το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα θα παραμείνει τραμπικό τουλάχιστον για την επόμενη διετία, ακόμη και αν ο ίδιος ο Τραμπ απομακρυνθεί σταδιακά από το πολιτικό προσκήνιο.
«Το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα τουλάχιστον για την επόμενη διετία είναι τραμπικό, ενδεχομένως χωρίς τον Τραμπ», είπε χαρακτηριστικά στο enikos.gr. Η παλαιότερη κομματική φρουρά «θα αναθαρρήσει λιγάκι», αλλά η βάση του κόμματος εξακολουθεί να ταυτίζεται με το κίνημα του Αμερικανού Προέδρου. Μια ουσιαστική αλλαγή στη φυσιογνωμία του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, εκτιμά, θα μπορούσε να έρθει μόνο σε μεταγενέστερο χρόνο, εφόσον υποστεί μια συντριπτική ήττα και στις επόμενες προεδρικές εκλογές.
Ο καθηγητής αναγνωρίζει, παράλληλα, ότι έχει συντελεστεί μια βαθιά ιδεολογική μετατόπιση. Το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα έχει απομακρυνθεί από τον κλασικό συντηρητισμό και έχει κινηθεί προς έναν εθνοσυντηρητικό λαϊκισμό, με το πολιτικό μοντέλο του Τραμπ να επηρεάζει και κινήματα στην Ευρώπη. Όπως σημειώνει, η αμερικανική πολιτική επηρεάζει τις εξελίξεις στη Δύση, χωρίς όμως να τις καθορίζει απόλυτα.
«Η Αμερική είναι η σημαντικότερη χώρα στη Δύση και το τι γίνεται στην Αμερική επηρεάζει, αλλά πάλι δεν καθορίζει», τονίζει. Η άνοδος ή η υποχώρηση ενός πολιτικού ρεύματος στις ΗΠΑ μπορεί να λειτουργήσει ως έμπνευση ή να ενισχύσει αντίστοιχες δυνάμεις στην Ευρώπη, όπως ο «Εθνικός Συναγερμός» (RN) της Μαρίν Λεπέν στη Γαλλία και το «AfD» στη Γερμανία, αλλά οι εθνικές πολιτικές εξελίξεις -οικονομία, μετανάστευση κ.ο.κ.- εξακολουθούν να εξαρτώνται από τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε χώρας.
Στο στρατόπεδο των Δημοκρατικών, η εκλογική επιτυχία ενισχύει την αυτοπεποίθηση διαφορετικών τάσεων και προσώπων. Ο κ. Τζιαμπίρης εκτιμά ότι το κόμμα παραμένει πολυσυλλεκτικό, καθώς για να διεκδικήσει την εξουσία χρειάζεται να συνδυάσει αριστερούς, κεντρώους και πιο συντηρητικούς ψηφοφόρους.
«Οι ΗΠΑ είναι τεράστια χώρα, έχει 50 πολιτείες, δηλαδή είναι αχανής. Αν ένα κόμμα πει: “Θέλουμε μόνο αυτούς”, δεν θα ‘ρθει ποτέ στην εξουσία», εξηγεί. Αναγνωρίζει ωστόσο ότι η αριστερή πτέρυγα των Δημοκρατικών έχει ενισχυθεί, αλλά αμφισβητεί κατά πόσο μπορεί να εξασφαλίσει από μόνη της τη νίκη στις προεδρικές εκλογές.
«Δεν νομίζω ότι αυτή η αριστερά μπορεί να βγάλει πρόεδρο τόσο εύκολα», σημειώνει, εξηγώντας ότι άλλο είναι να εκπροσωπεί κανείς μια πόλη ή μια συγκεκριμένη εκλογική περιφέρεια και άλλο να διεκδικεί την προεδρία σε εθνικό επίπεδο. Ένας υποψήφιος που επιδιώκει να κερδίσει τον Λευκό Οίκο πρέπει να απευθυνθεί σε ένα ευρύτερο ακροατήριο, πέρα από τον πυρήνα των πιο ένθερμων υποστηρικτών του.
Η συζήτηση για τον επόμενο πρόεδρο έχει ήδη αρχίσει, παρότι ο Τραμπ έχει μπροστά του ακόμη δύο χρόνια στον Λευκό Οίκο. Και αυτό, όπως παρατηρεί ο κ. Τζιαμπίρης, είναι από μόνο του ενδεικτικό της πολιτικής μετατόπισης που σηματοδοτούν οι ενδιάμεσες εκλογές. «Έχει σημασία ότι αρχίζουμε και μιλάμε για τον επόμενο πρόεδρο. Ο Τραμπ έχει άλλα δύο χρόνια, αλλά πλέον σιγά-σιγά περνά στο παρελθόν».
