Τομ Μπάρακ: Ο άνθρωπος του Τραμπ που δίνει «νομιμοποίηση» στον Ερντογάν και προωθεί την Τουρκία – Οι παρεμβάσεις του σε Ανατολική Μεσόγειο και Μέση Ανατολή

Ο Τομ Μπάρακ, στενός συνεργάτης του Ντόναλντ Τραμπ και Αμερικανός πρέσβης στην Τουρκία, βρίσκεται στο επίκεντρο επικρίσεων για τον ρόλο του στην αναδιαμόρφωση της αμερικανικής πολιτικής στη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο. Η ανοιχτή υποστήριξή του προς τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, οι αμφιλεγόμενες δηλώσεις του υπέρ αυταρχικών μορφών διακυβέρνησης και οι εντάσεις με το Ισραήλ συνθέτουν το προφίλ ενός διπλωμάτη με ιδιαίτερη επιρροή.

ΣΥΝΟΨΗ ΑΡΘΡΟΥ

Τα βασικά σημεία του άρθρου

  • Ο Τομ Μπάρακ, πρέσβης των ΗΠΑ στην Τουρκία και ειδικός απεσταλμένος για τη Συρία, έχει αναδειχθεί σε επιδραστικό παράγοντα, υποστηρίζοντας την «νομιμοποίηση» του Ερντογάν και τα «ισχυρά καθεστώτα εξουσίας» στη Μέση Ανατολή.
  • Αμφιλεγόμενες παρεμβάσεις του προκάλεσαν ερωτήματα, καθώς φέρεται να προώθησε εταιρεία με την οποία διατηρεί επιχειρηματικούς δεσμούς σε ένα ενεργειακό έργο 15 δισ. δολαρίων, τον αγωγό Κιρκούκ–Μπανιάς.
  • Οι επικριτές του θεωρούν ότι προωθεί τα συμφέροντα της Άγκυρας, προκειμένου να διατηρηθεί η Τουρκία στο επίκεντρο της αμερικανικής περιφερειακής στρατηγικής, ενισχύοντας τον ρόλο της ως αντίβαρο στο Ισραήλ, με κίνδυνο νέων συγκρούσεων.

Το κείμενο κάθε σύνοψης ελέγχεται από δημοσιογράφους του ENIKOS

Google Προσθέστε το ENIKOS ως προτιμώμενη πηγή στη Google

Η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο διαμορφώνεται ολοένα περισσότερο από πρόσωπα που δεν προέρχονται από την παραδοσιακή διπλωματική υπηρεσία, αλλά από τον στενό προσωπικό και επιχειρηματικό κύκλο του Αμερικανού Προέδρου, Ντόναλντ Τραμπ. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει ο Τομ Μπάρακ, ο Αμερικανός πρέσβης στην Τουρκία και ειδικός απεσταλμένος για τη Συρία, ο οποίος έχει αναδειχθεί σε έναν από τους πλέον επιδραστικούς παράγοντες της αμερικανικής πολιτικής στην περιοχή.

Η στενή σχέση του με τον Αμερικανό Πρόεδρο, η υποστήριξή του προς τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, οι δημόσιες τοποθετήσεις του υπέρ ισχυρών, συγκεντρωτικών καθεστώτων και, κυρίως, οι αποκαλύψεις για την προώθηση εταιρείας με την οποία διατηρεί επιχειρηματικούς δεσμούς, έχουν προκαλέσει ερωτήματα.

Η διπλωματία των προσωπικών σχέσεων

Η ανάδειξη του Μπάρακ εντάσσεται σε μια βαθύτερη μεταβολή στον τρόπο με τον οποίο ο Ντόναλντ Τραμπ αντιμετωπίζει την αμερικανική διπλωματία.

Όπως επισημαίνει η Washington Examiner, ο Αμερικανός Πρόεδρος έχει περιορίσει δραστικά τον ρόλο των επαγγελματιών διπλωματών, προτιμώντας πολιτικά πρόσωπα, προσωπικούς φίλους και επιχειρηματικούς συνεργάτες για καίριες διπλωματικές αποστολές.

Αντίστοιχα, σύμφωνα με ανάλυση του The Conversation, το ιδιαίτερα υψηλό ποσοστό πολιτικών διορισμών σε θέσεις πρεσβευτών, συχνά προσώπων που έχουν χρηματοδοτήσει πολιτικές εκστρατείες και δεν διαθέτουν διπλωματική εμπειρία, υπονομεύει τη θεσμική λειτουργία της αμερικανικής διπλωματικής υπηρεσίας.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο Μπάρακ έχει αποκτήσει επιρροή που υπερβαίνει κατά πολύ τα συνήθη καθήκοντα ενός πρέσβη.

Φωτογραφία: Reuters

Ως εκπρόσωπος της Ουάσιγκτον στην Άγκυρα και ειδικός απεσταλμένος για τη Συρία, με παρεμβάσεις επίσης στις υποθέσεις του Ιράκ και του Λιβάνου, έχει βρεθεί στο επίκεντρο ορισμένων από τις σημαντικότερες γεωπολιτικές εξελίξεις της περιοχής.

Ακόμη και επικριτές του αναγνωρίζουν ότι έχει συμβάλει καθοριστικά στον επαναπροσανατολισμό της αμερικανικής πολιτικής στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς κατευθύνσεις που ευνοούν την Τουρκία.

Εξάλλου, ο ίδιος έχει ταχθεί υπέρ της επανένταξης της Άγκυρας στο πρόγραμμα των μαχητικών F-35, καθώς και της άρσης των αμερικανικών κυρώσεων που επιβλήθηκαν εξαιτίας της αγοράς των ρωσικών αντιαεροπορικών συστημάτων S-400.

Παράλληλα, έχει δεχθεί επικρίσεις για τη στάση του απέναντι στις τουρκικές στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Συρία και στις αμφισβητήσεις της ελληνικής κυριαρχίας στο Αιγαίο από την Άγκυρα.

Οι επικριτές του θεωρούν ότι υποβαθμίζει τέτοιου είδους ενέργειες, προκειμένου να διατηρηθεί η Τουρκία στο επίκεντρο της αμερικανικής περιφερειακής στρατηγικής.

Η «νομιμοποίηση» που ζητεί ο Ερντογάν

Η προσέγγιση αυτή αποτυπώθηκε με ιδιαίτερη σαφήνεια τον Σεπτέμβριο του 2025, όταν ο Ντόναλντ Τραμπ υποδέχθηκε τον Τούρκο Πρόεδρο, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στον Λευκό Οίκο, σηματοδοτώντας την προοπτική μιας νέας περιόδου στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις.

Στο ετήσιο συνέδριο Concordia, ο Μπάρακ περιέγραψε με χαρακτηριστικό τρόπο την προσέγγιση του Αμερικανού Προέδρου για την Τουρκία.

Όπως ανέφερε, ο Τραμπ είχε προτείνει να γίνει ένα τολμηρό βήμα και να δοθεί στον Ερντογάν αυτό που πραγματικά χρειαζόταν. Και αυτό, σύμφωνα με τον Μπάρακ, δεν ήταν ούτε περισσότερα όπλα ούτε εμπορικές συμφωνίες, αλλά «νομιμοποίηση».

Ο Αμερικανός πρέσβης υποστήριξε ότι η Τουρκία, παρά τη σημασία της ως συμμάχου στο ΝΑΤΟ και αγοραστή αμερικανικών μαχητικών αεροσκαφών, έχει περιθωριοποιηθεί από τη Δύση, ιδιαίτερα από την Ευρώπη, η οποία εξακολουθεί να κρατά κλειστή την πόρτα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Άγκυρα.

«Δεν πρόκειται για τους S-400, ούτε για τα F-16. Πρόκειται για τη νομιμοποίηση», δήλωσε χαρακτηριστικά.

Η τοποθέτησή του όμως, δεν περιορίστηκε σε μια γενική έκφραση υποστήριξης προς τον Τούρκο Πρόεδρο. Ο Μπάρακ συνέχισε λέγοντας ότι «θα δείτε μεγάλες αλλαγές» και ότι «ο Τραμπ και ο Ερντογάν μπορούν να πετύχουν πολλά μαζί».

Η αλληλουχία αυτών των δηλώσεων έχει ιδιαίτερη σημασία. Ο Μπάρακ δεν αναφερόταν απλώς στην πολιτική θέση του Ερντογάν στο εσωτερικό της Τουρκίας, αλλά περιέγραφε ένα ευρύτερο όραμα για την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, στο οποίο η ενίσχυση του διεθνούς κύρους του Τούρκου Προέδρου εμφανίζεται ως εργαλείο της αμερικανικής στρατηγικής.

Με άλλα λόγια, η Ουάσιγκτον δεν επιδιώκει μόνο τη βελτίωση των σχέσεών της με την Άγκυρα. Μέσα από την προσέγγιση που είχε εκφράσει ο Μπάρακ, φαίνεται διατεθειμένη να ενισχύσει τον περιφερειακό ρόλο του Ερντογάν, ακόμη και σε ζητήματα στα οποία η τουρκική πολιτική συγκρούεται με τις θέσεις άλλων αμερικανικών συμμάχων.

Οι «ισχυροί ηγέτες» και η απαξίωση της δημοκρατίας

Ακόμη πιο αποκαλυπτικές για τη φιλοσοφία του Μπάρακ υπήρξαν οι δηλώσεις του σε διπλωματική σύνοδο στην Αττάλεια, τον Απρίλιο του 2026.

Ο Αμερικανός αξιωματούχος υποστήριξε ότι η Μέση Ανατολή διοικείται αποτελεσματικότερα από «ισχυρούς ηγέτες» και «πεφωτισμένους μονάρχες», αμφισβητώντας ουσιαστικά την αποτελεσματικότητα των δημοκρατικών εγχειρημάτων στην περιοχή.

Όπως δήλωσε, «το μόνο που έχει λειτουργήσει» στη Μέση Ανατολή είναι τα ισχυρά καθεστώτα εξουσίας, είτε πρόκειται για μοναρχίες είτε για ένα είδος «μοναρχικών δημοκρατιών».

Στη συνέχεια αναφέρθηκε στην Αραβική Άνοιξη, το κύμα εξεγέρσεων που είχε δημιουργήσει προσδοκίες πολιτικής αλλαγής σε πολλές αραβικές χώρες: «Όλα τα υπόλοιπα, αυτή η Αραβική Άνοιξη, απλώς ξεθώριασαν και εξαφανίστηκαν. Χώρες που φόρεσαν τον μανδύα της δημοκρατίας ή τις οποίες πιέσαμε για ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, απέτυχαν», υποστήριξε.

Φωτογραφία: AA

Οι δηλώσεις προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις, ακόμη και στην ίδια την Τουρκία, όπου ερμηνεύθηκαν από επικριτές της κυβέρνησης ως έμμεση επιδοκιμασία των αυταρχικών πρακτικών του Ερντογάν.

Ο Ναμίκ Ταν, βουλευτής του αντιπολιτευόμενου Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος (CHP) και πρώην πρέσβης της Τουρκίας στην Ουάσιγκτον, δήλωσε στο Al-Monitor ότι, υπό κανονικές συνθήκες, τέτοιες παρεμβάσεις από έναν ξένο πρέσβη θα προκαλούσαν άμεση διπλωματική αντίδραση.

Ο ίδιος απέδωσε τη στάση της Άγκυρας στην ιδιαίτερη σχέση του Μπάρακ με τον Αμερικανό Πρόεδρο. «Αυτό συμβαίνει επειδή ο Μπάρακ εξασφαλίζει άμεση πρόσβαση στον Τραμπ και, σε κάθε περίπτωση, φοβούνται υπερβολικά τον Τραμπ για να επικρίνουν τον ίδιο ή τους στενούς συνεργάτες του», εξήγησε.

Από την πλευρά της, η Γκιονούλ Τολ, διευθύντρια του προγράμματος για την Τουρκία στο Middle East Institute, συμφώνησε ότι η προσωπική σχέση του Μπάρακ με τον Τραμπ επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται από την τουρκική κυβέρνηση.

«Αν ο Μπάρακ δεν ήταν άνθρωπος του Τραμπ, η τουρκική κυβέρνηση θα αντιδρούσε με εντελώς διαφορετικό τρόπο. Αλλά φοβούνται», σημείωσε.

Η Τολ συνέδεσε επίσης τη στάση του Αμερικανού πρέσβη με μια ευρύτερη μεταβολή στη διεθνή πολιτική: «Η επιπόλαιη στάση του αντανακλά μια ευρύτερη παγκόσμια τάση απευαισθητοποίησης, υπό την ηγεσία του Τραμπ, με την περιθωριοποίηση του διεθνούς δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων», υποστήριξε.

Για πολλούς Τούρκους επικριτές του Ερντογάν, οι δηλώσεις του Μπάρακ δεν αποτελούσαν απλώς μια αμφιλεγόμενη γεωπολιτική ανάλυση. Ηχούσαν ως δημόσια υποστήριξη στον τρόπο άσκησης εξουσίας του Τούρκου Προέδρου και ως απαξίωση των δημοκρατικών διεκδικήσεων της τουρκικής κοινωνίας.

Η Τουρκία ως αντίβαρο στο Ισραήλ

Επιπλέον, οι επικριτές του Μπάρακ εντοπίζουν έναν ακόμη σοβαρότερο κίνδυνο στη στρατηγική που φαίνεται να προωθεί για τη Μέση Ανατολή.

Σύμφωνα με αυτή την κριτική προσέγγιση, ο Αμερικανός πρέσβης θεωρεί ότι η Ουάσιγκτον μπορεί να περιορίσει τη στρατιωτική και πολιτική παρουσία της στην περιοχή, αναθέτοντας στην Τουρκία μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης για τη διατήρηση της περιφερειακής ασφάλειας.

Η βασική ιδέα είναι ότι μια ισορροπία ισχύος ανάμεσα στην Τουρκία και το Ισραήλ θα μπορούσε να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις σταθερότητας που χρειάζονται οι ΗΠΑ για να αποδεσμευτούν σταδιακά από τη Μέση Ανατολή.

Ωστόσο, οι επικριτές αυτής της στρατηγικής επισημαίνουν ότι η Άγκυρα διατηρεί σχέσεις με αμφιλεγόμενες ισλαμιστικές οργανώσεις και ένοπλες ομάδες, από τη Συρία και τη Λιβύη μέχρι τη Γάζα, γεγονός που καθιστά προβληματική την αντιμετώπισή της ως αξιόπιστου εγγυητή περιφερειακής σταθερότητας.

Ανάλυση της Washington Examiner παραλληλίζει την προσέγγιση του Μπάρακ με τη στρατηγική του πρών Αμερικανού προέδρου Μπαράκ Ομπάμα απέναντι στο Ιράν.

Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η πυρηνική συμφωνία του 2015, γνωστή ως Κοινό Ολοκληρωμένο Σχέδιο Δράσης (JCPOA), στηριζόταν εν μέρει στην προσδοκία ότι η επανένταξη της Τεχεράνης στο διεθνές οικονομικό και διπλωματικό σύστημα θα μπορούσε να συμβάλει σε μια νέα περιφερειακή ισορροπία.

Οι επικριτές της συμφωνίας υποστηρίζουν ότι η χαλάρωση των κυρώσεων επέτρεψε στο Ιράν να ενισχύσει οικονομικά τους Φρουρούς της Επανάστασης (IRGC), να χρηματοδοτήσει συμμαχικές ένοπλες οργανώσεις (proxies) και να αναπτύξει τα προγράμματα πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών του.

Η Washington Examiner θεωρεί ότι ο Μπάρακ κινδυνεύει να επαναλάβει ένα αντίστοιχο στρατηγικό σφάλμα, αυτή τη φορά με την Τουρκία στη θέση της περιφερειακής δύναμης που η Ουάσιγκτον επιχειρεί να ενσωματώσει σε ένα νέο σύστημα ισορροπιών.

Ο Ερντογάν, αναφέρει το δημοσίευμα, δεν είναι απλώς ένας πραγματιστής ηγέτης που επιδιώκει να μεγιστοποιήσει την επιρροή της χώρας του. Διαθέτει ένα ιδεολογικό και γεωπολιτικό όραμα, το οποίο περιλαμβάνει την ενίσχυση της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας, την ανάπτυξη πυρηνικής ενέργειας και τη διεύρυνση της επιρροής της Άγκυρας σε περιοχές όπου τα συμφέροντά της συγκρούονται με εκείνα του Ισραήλ.

Ο παραλληλισμός, λοιπόν, με το Ιράν αναδεικνύει τη βασική ανησυχία των επικριτών του Μπάρακ: ότι η προσπάθεια δημιουργίας μιας νέας ισορροπίας ισχύος στην περιοχή της Μέσης Ανατολής και της Ανατολικής Μεσογείου μπορεί, αντί να περιορίσει τις περιφερειακές συγκρούσεις και εντάσεις, να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για νέες.

Η σύγκρουση με το Ισραήλ και η κρίση στη Συρία

Οι εντάσεις της Τουρκίας και του Ισραήλ επανήλθαν στο προσκήνιο τον Αύγουστο του 2026.

Στις 18 Αυγούστου, ισραηλινή αεροπορική επιδρομή εναντίον της αεροπορικής βάσης Αμπού αλ-Ντουχούρ, περίπου 70 χιλιόμετρα από τα τουρκικά σύνορα, σηματοδότησε μια νέα κλιμάκωση του ανταγωνισμού των δύο χωρών στη Συρία.

Σύμφωνα με το Ισραήλ, η Δαμασκός προετοιμαζόταν να μεταβάλει το υφιστάμενο καθεστώς ασφαλείας, επιτρέποντας στην Τουρκία να αναπτύξει στη βάση συστήματα ραντάρ και αντιαεροπορικής άμυνας, τα οποία θα χειρίζονταν Τούρκοι στρατιωτικοί.

Ο Μπάρακ αμφισβήτησε την ισραηλινή εκδοχή και χαρακτήρισε την επίθεση «αδικαιολόγητη κλιμάκωση».

Προειδοποίησε, μάλιστα, ότι ούτε η Ουάσιγκτον ούτε η Άγκυρα είχαν ενημερωθεί προηγουμένως για το πλήγμα και ότι οι τουρκικές δυνάμεις θα μπορούσαν ευλόγως να είχαν προετοιμάσει στρατιωτική απάντηση.

Το Al Jazeera σημειώνει ότι η παρέμβασή του προκάλεσε την έντονη αντίδραση του Ισραηλινού υπουργού Άμυνας, Ισραέλ Κατζ, ο οποίος κατηγόρησε τον Αμερικανό διπλωμάτη ότι διατυπώνει θέσεις που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και έρχονται σε αντίθεση ακόμη και με την πολιτική του ίδιου του Τραμπ.

Ο Κατζ αναφέρθηκε ειδικότερα στο ζήτημα των Υψιπέδων του Γκολάν. Ο Μπάρακ έχει αναγνωρίσει δημόσια ότι πρόκειται για κατεχόμενο έδαφος, ενώ η πρώτη κυβέρνηση Τραμπ είχε αναγνωρίσει το 2019 την ισραηλινή προσάρτηση της περιοχής.

Η διαφωνία ανέδειξε τις αντιφάσεις που μπορούν να προκύψουν όταν ένας Αμερικανός απεσταλμένος προωθεί μια περιφερειακή προσέγγιση η οποία δεν ταυτίζεται πάντοτε με τις θέσεις ενός από τους στενότερους συμμάχους των ΗΠΑ.

Λίγες εβδομάδες αργότερα, στις 9 Σεπτεμβρίου 2026, ο Ερντογάν υποδέχθηκε στην Άγκυρα τον Μπάρακ και τον Αμερικανό βουλευτή Ντάρελ Άισα. Μετά τη συνάντηση, ο Μπάρακ δήλωσε ότι αισθάνθηκε «τιμή» που συναντήθηκε με τον Τούρκο Πρόεδρο στο προεδρικό συγκρότημα και εξήρε το επίπεδο των διμερών σχέσεων.

«Η συμμαχία Τουρκίας και ΗΠΑ δεν ήταν ποτέ ισχυρότερη», ανέφερε, επισημαίνοντας τους δεσμούς των δύο χωρών ως συμμάχων στο ΝΑΤΟ, οικονομικών εταίρων και μακροχρόνιων φίλων.


Κατά τον ίδιο, οι συνομιλίες επιβεβαίωσαν τη δέσμευση των δύο πλευρών για την περιφερειακή ασφάλεια, την οικονομική συνεργασία και τη διατήρηση της στρατηγικής τους εταιρικής σχέσης.

Αγωγός αξίας 15 δισ. δολαρίων

Ο Μπάρακ, ταυτόχρονα, βρίσκεται αντιμέτωπος και με ερωτήματα διαφορετικής φύσης εκτός της αποστολής του, τα οποία αφορούν τις επιχειρηματικές του σχέσεις και την ενδεχόμενη σύγκρουσή τους με τις διπλωματικές του αρμοδιότητες.

Σύμφωνα με ρεπορτάζ του Reuters, ο Αμερικανός αξιωματούχος προώθησε τη συμμετοχή μιας εταιρείας που διευθύνεται από μακροχρόνιο επιχειρηματικό συνεργάτη του σε ένα ενεργειακό έργο μεγάλης γεωπολιτικής και οικονομικής σημασίας: την ανακατασκευή του πετρελαιαγωγού Κιρκούκ–Μπανιάς, ο οποίος συνδέει το Ιράκ με τις μεσογειακές ακτές της Συρίας.

Το έργο, εκτιμώμενου κόστους 15 δισεκατομμυρίων δολαρίων, απέκτησε νέα στρατηγική σημασία μετά τους περιορισμούς στη ναυσιπλοΐα μέσω των Στενών του Ορμούζ, εν μέσω του πολέμου με το Ιράν. Ο αγωγός θα μπορούσε να προσφέρει μια εναλλακτική διαδρομή εξαγωγής ιρακινού πετρελαίου, περιορίζοντας την εξάρτηση από ένα από τα σημαντικότερα και πλέον ευάλωτα ενεργειακά περάσματα του κόσμου.

Τον Ιούλιο, το Ιράκ και η Συρία υπέγραψαν μνημόνια συνεργασίας με κοινοπραξία στην οποία συμμετείχαν η αμερικανική επενδυτική εταιρεία TI Capital, η Chevron και η καταριανή UCC Holding, προκειμένου να πραγματοποιηθούν τεχνικές και χρηματοοικονομικές μελέτες για την αποκατάσταση του αγωγού.

Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η TI Capital διευθύνεται από τον Ζιάντ Γκαντούρ, με τον οποίο ο Μπάρακ διατηρεί μακροχρόνια επιχειρηματική σχέση.

Τρεις πηγές που επικαλείται το Reuters συνέδεσαν τον Μπάρακ με την προώθηση της συμμετοχής της εταιρείας στο έργο. Δύο από αυτές, με άμεση γνώση των σχετικών συνομιλιών, ανέφεραν ότι ο Αμερικανός αξιωματούχος πίεσε εκπροσώπους της Συρίας και του Ιράκ να συμπεριλάβουν την TI Capital στο εγχείρημα.

Στις 16 Ιουνίου, έναν μήνα πριν από την υπογραφή της συμφωνίας της κοινοπραξίας, ο Μπάρακ και ο Ιρακινός πρωθυπουργός Άλι αλ-Ζαΐντι εξέδωσαν κοινή ανακοίνωση, στην οποία χαιρέτιζαν την απόφαση του Ιράκ να προχωρήσει σε μνημόνιο συνεργασίας με την TI Capital για την αποκατάσταση του αγωγού.

Εντύπωση προκαλεί ότι η ανακοίνωση δεν ανέφερε ούτε τη Chevron ούτε την UCC Holding ως συμμετέχουσες στο συγκεκριμένο έργο.

Μάλιστα, ο Αλί αλ-Ζαΐντι υποδέχθηκε στο Ιράκ τον Τομ Μπάρακ το βράδυ της Δευτέρας, 12 Οκτωβρίου, σχεδόν δύο εβδομάδες μετά την αποχώρηση των δυνάμεων της διεθνούς συμμαχίας υπό την ηγεσία των ΗΠΑ από το ιρακινό έδαφος.

Ιρακινές πηγές ανέφεραν στην εφημερίδα Asharq al-Awsat ότι το ζήτημα των όπλων που κατέχουν οι ένοπλες ομάδες ήταν πιθανώς ένα από τα θέματα που συζητήθηκαν στη Βαγδάτη. Ο Μπάρακ, από την πλευρά του, αναφέρθηκε στον «δύσκολο δρόμο» προς την επίτευξη σταθερότητας στην περιοχή.

Οι οικονομικοί δεσμοί που δεν διακόπηκαν

Η σχέση του Μπάρακ με την TI Capital δεν περιορίζεται σε μια παλαιότερη επαγγελματική σχέση. Σύμφωνα με τα έγγραφα που εξέτασε το Reuters, τον Μάρτιο του 2025, πριν αναλάβει τα διπλωματικά του καθήκοντα, ο Μπάρακ δήλωσε στην αρμόδια αμερικανική υπηρεσία κυβερνητικής δεοντολογίας ότι διατηρούσε συμμετοχή στην εταιρεία ACD-TI Oakley Investment LLC, η οποία αναπτύσσει μεγάλο οικιστικό έργο κοντά στο Σαν Φρανσίσκο.

Η συγκεκριμένη εταιρεία τελεί υπό τη διαχείριση της TI Capital, με επικεφαλής τον Γκαντούρ.

Η δήλωση του Μπάρακ δεν προσδιόριζε το ακριβές ποσοστό της συμμετοχής του, ανέφερε όμως ότι δικαιούνταν το 20% των κερδών της εταιρείας, εφόσον αυτά υπερέβαιναν ένα προκαθορισμένο όριο.

Η συμφωνία συμμετοχής στα κέρδη συνδεόταν με υπηρεσίες που είχε προσφέρει στην εταιρεία. Ο Μπάρακ είχε επίσης δηλώσει ότι το 2024 διατηρούσε αμειβόμενη συμβουλευτική σχέση με την επιχείρηση, χωρίς να προσδιορίζεται εάν και πόσα χρήματα είχε εισπράξει.

Φωτογραφία: AP

Σε χωριστή συμφωνία, με ημερομηνία 7 Μαρτίου 2025, είχε καταστήσει σαφές ότι σκόπευε να διατηρήσει τη συγκεκριμένη οικονομική συμμετοχή και μετά την ανάληψη των καθηκόντων του.

Οι επιχειρηματικές σχέσεις των δύο ανδρών χρονολογούνται τουλάχιστον από το 2020, όταν είχαν δημιουργήσει μια εταιρεία εξαγορών ειδικού σκοπού (SPAC), ύψους 250 εκατομμυρίων δολαρίων.

Η εταιρεία αυτή διαλύθηκε μετά τη σύλληψη του Μπάρακ το 2021, όταν κατηγορήθηκε ότι ενεργούσε ως μη εγγεγραμμένος πράκτορας των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Ο Μπάρακ αθωώθηκε από τις κατηγορίες το 2022.

Τα ερωτήματα για τη σύγκρουση συμφερόντων

Η έρευνα του Reuters δεν εντόπισε στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι ο Μπάρακ θα αποκομίσει προσωπικό οικονομικό όφελος από τον αγωγό ή από άλλα ενεργειακά έργα.

Δύο ειδικοί σε ζητήματα δεοντολογίας εξήγησαν ότι η σχέση του με τον Γκαντούρ δεν θα συνιστούσε από μόνη της ποινικά σύγκρουση συμφερόντων, εφόσον δεν υπήρχε άμεσο οικονομικό όφελος από το συγκεκριμένο έργο.

Ωστόσο, άλλοι ειδικοί επισήμαναν ότι το ζήτημα δεν εξαντλείται στην ύπαρξη ή μη ποινικής ευθύνης.

Ο Ρίτσαρντ Πέιντερ, πρώην επικεφαλής νομικός σύμβουλος του Λευκού Οίκου για θέματα δεοντολογίας και καθηγητής στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Μινεσότα, χαρακτήρισε τη φερόμενη προώθηση της εταιρείας «σοβαρό πρόβλημα».

Όπως εξήγησε, οι αμερικανικοί κανόνες απαγορεύουν τη συμμετοχή κυβερνητικών αξιωματούχων σε υποθέσεις που ενδέχεται να εγείρουν αμφιβολίες για την αμεροληψία τους λόγω προσωπικών ή επιχειρηματικών σχέσεων, ακόμη και όταν δεν προκύπτει άμεσο οικονομικό όφελος.

Ερωτηθείς τι θα έπρεπε να είχε κάνει ο Μπάρακ, απάντησε κατηγορηματικά: «Να μην έχει καμία σχέση με αυτόν τον αγωγό. Να απέχει πλήρως. Να δηλώσει ότι πρόκειται για ένα ζήτημα στο οποίο δεν συμμετέχει».

Το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών απέρριψε, πάντως, την υπόνοια παρατυπίας.

Εκπρόσωπός του δήλωσε στο Reuters ότι «ο πρέσβης Μπάρακ δεν έχει καμία σύνδεση, κανέναν ρόλο και κανένα οικονομικό συμφέρον στο έργο του αγωγού Κιρκούκ–Μπανιάς», αναγνωρίζοντας παράλληλα την επιχειρηματική του σχέση με το οικιστικό εγχείρημα της TI Capital.

Το γραφείο του Μπάρακ και η Chevron αρνήθηκαν να σχολιάσουν, ενώ η TI Capital, ο Γκαντούρ και η UCC Holding δεν απάντησαν στα σχετικά ερωτήματα του Reuters.

Από το Λος Άντζελες στη Συρία και το Ιράκ

Η προώθηση της TI Capital στο ενεργειακό εγχείρημα φαίνεται, σύμφωνα με την έρευνα του Reuters, ότι είχε αρχίσει πριν από την επίσημη ανακοίνωση της κοινοπραξίας.

Πηγή με άμεση γνώση των συνομιλιών ανέφερε ότι ο Μπάρακ έθεσε το ενδεχόμενο συμμετοχής της εταιρείας τον Μάιο, στο περιθώριο του Milken Institute Global Conference στο Λος Άντζελες.

Ο ίδιος και ο Γκαντούρ συμμετείχαν επίσης σε κλειστή συζήτηση, στην οποία εξετάστηκε γενικότερα η ανάγκη ανάπτυξης νέων ενεργειακών διαδρομών στη Μέση Ανατολή, εν μέσω του πολέμου με το Ιράν.

Ο ιστορικός αγωγός Κιρκούκ–Μπανιάς, που επί δεκαετίες μετέφερε ιρακινό πετρέλαιο στη συριακή ακτή της Μεσογείου, είχε αντιμετωπίσει επανειλημμένες διακοπές λειτουργίας από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 και παρέμενε ανενεργός από την αμερικανική εισβολή στο Ιράκ το 2003.

Οι περιορισμοί στη διέλευση πετρελαιοφόρων από τα Στενά του Ορμούζ έδωσαν νέα ώθηση στα σχέδια αποκατάστασής του. Σύμφωνα με εκτιμήσεις που μεταφέρθηκαν στο Reuters τον Αύγουστο, το έργο θα απαιτούσε τουλάχιστον τέσσερα χρόνια και επενδύσεις περίπου 15 δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Η TI Capital, πάντως, δεν περιορίζεται στο συγκεκριμένο εγχείρημα. Τον Ιούλιο, η ιρακινή κυβέρνηση την κατονόμασε ως μέλος ακόμη μίας κοινοπραξίας, μαζί με την UCC Holding και την ConocoPhillips, για την αξιολόγηση του κοιτάσματος φυσικού αερίου Ακάς, ενός από τα μεγαλύτερα ανεκμετάλλευτα κοιτάσματα του Ιράκ.

Στην ιστοσελίδα της, η εταιρεία υποστηρίζει επίσης ότι συμμετέχει σε έργα στο λιμάνι της Ταρτούς, στη Συρία, χωρίς να παρέχει περισσότερες λεπτομέρειες. Το Reuters δεν κατόρθωσε να επιβεβαιώσει ανεξάρτητα τον ρόλο της στο συγκεκριμένο λιμάνι.

Πρόσωπο από το περιβάλλον του Μπάρακ υποστήριξε ότι ο Αμερικανός πρέσβης εμπιστεύεται τον Γκαντούρ για την υλοποίηση της στρατηγικής του Τραμπ, η οποία αποσκοπεί στην προσέγγιση του Ιράκ και της Συρίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

«Ο Ζιάντ είναι ο εκλεκτός. Προσωπική επιλογή του Μπάρακ», είπε χαρακτηριστικά.

Η Argent LNG και η νέα ενεργειακή αγορά

Η περίπτωση της TI Capital εντάσσεται σε ένα ευρύτερο περιβάλλον αυξανόμενου ενδιαφέροντος αμερικανικών επιχειρήσεων για τις ενεργειακές υποδομές της περιοχής, μεταξύ άλλων της Συρίας μετά την ανατροπή του καθεστώτος Άσαντ.

Μία από τις εταιρείες που έχουν εμφανιστεί σε αυτό το πεδίο είναι η Argent LNG, με έδρα τη Λουιζιάνα.

Σύμφωνα με τη Washington Times, ο διευθύνων σύμβουλός της, Τζόναθαν Μπας, συναντήθηκε τον Μάιο του 2025 στη Δαμασκό με τον Σύρο πρόεδρο Άχμεντ αλ-Σάρα, προκειμένου να συζητήσουν την ανοικοδόμηση του ενεργειακού τομέα της χώρας με τη συμμετοχή δυτικών εταιρειών.

Φωτογραφία: AP

Ο Μπας φέρεται να πρότεινε την αποκατάσταση των υποδομών πετρελαίου και φυσικού αερίου, καθώς και τη δημιουργία μιας νέας εθνικής πετρελαϊκής εταιρείας.

Παράλληλα, σύμφωνα με πρόσωπα που γνώριζαν το περιεχόμενο της συνάντησης, υπογράμμισε τη σημασία της συμμετοχικής διακυβέρνησης, της επιστροφής περιουσιών που είχαν κατασχεθεί από θρησκευτικές μειονότητες, συμπεριλαμβανομένων των Εβραίων, και της σύνδεσης της συριακής οικονομικής ανάκαμψης με τις δυτικές αγορές, αντί της Κίνας ή του Ιράν.

Τον Ιούλιο του 2025, ο Μπας ηγήθηκε αμερικανικής επιχειρηματικής αποστολής στη Συρία και δήλωσε στο Reuters ότι είχε λάβει διαβεβαιώσεις από την Ουάσιγκτον πως η βία στην περιοχή της Σουέιντα δεν θα επεκτεινόταν στη Δαμασκό.

Αργότερα, στις 10 Φεβρουαρίου 2026, το Reuters μετέδωσε ότι οι αμερικανικές Baker Hughes, Hunt Energy και Argent LNG σχεδίαζαν συνεργασία με τη σαουδαραβική TAQA, με αναφορές και σε πιθανή συμμετοχή της ACWA Power, για την εξερεύνηση και αξιοποίηση κοιτασμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου στη βορειοανατολική Συρία.

Το σχέδιο αφορούσε περίπου τέσσερις έως πέντε περιοχές παραχώρησης, ενώ ο Μπας επιβεβαίωσε ότι αναμενόταν η υπογραφή σχετικού μνημονίου συνεργασίας τις επόμενες εβδομάδες.

Ο αναλυτής αραβικής πολιτικής Ελφαντίλ Ιμπραχίμ, σε ανάλυσή του στην The Arab Weekly, επισημαίνει ότι οι εξελίξεις στον ενεργειακό τομέα της Συρίας εξυπηρετούν ιδιαίτερα τα συμφέροντα της Τουρκίας, τόσο σε οικονομικό όσο και σε γεωπολιτικό επίπεδο.

Φωτογραφία: SANA

«Ειδικά για την Τουρκία, οι ενεργειακές κινήσεις του αλ-Σάρα αποφέρουν τεράστια οικονομικά και πολιτικά οφέλη. Η Άγκυρα αντιμετωπίζει εδώ και χρόνια τις Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (SDF), παρακλάδι του Εργατικού Κόμματος του Κουρδιστάν (PKK), ως υπαρξιακή απειλή στα σύνορά της. Διαλύοντας την αυτόνομη κρατική δομή που είχαν δημιουργήσει οι SDF και χρηματοδοτούσαν μέσω των εσόδων από το πετρέλαιο, ο αλ-Σάρα πέτυχε έναν βασικό στόχο της τουρκικής πολιτικής ασφάλειας, χωρίς να χρειαστεί η Άγκυρα να διακινδυνεύσει την εμπλοκή των δικών της στρατευμάτων», αναφέρει.

Η δραστηριότητα αυτή εξελίσσεται σε ένα διπλωματικό περιβάλλον στο οποίο ο Μπάρακ έχει διαδραματίσει κεντρικό ρόλο.

Από τον διορισμό του ως ειδικού απεσταλμένου για τη Συρία, τον Μάιο του 2025, έχει αποτελέσει έναν από τους βασικούς συνομιλητές της Ουάσιγκτον με τη μεταβατική συριακή ηγεσία, συμπεριλαμβανομένου του αλ-Σάρα.

Έχει επίσης υποστηρίξει δημόσια ότι η Συρία μπορεί να εξελιχθεί σε περιφερειακό κόμβο μεταφοράς και επενδύσεων στον τομέα του πετρελαίου και του φυσικού αερίου.

Δεν προκύπτει, ωστόσο, από τα διαθέσιμα στοιχεία στα διεθνή ΜΜΕ κάποια αποδεδειγμένη προσωπική ή οικονομική σχέση ανάμεσα στον Μπάρακ και την Argent LNG, ούτε τεκμηριώνεται ότι παρενέβη ειδικά υπέρ της συγκεκριμένης εταιρείας.

 

 

Google Προσθέστε το ENIKOS στην Google
Ακολουθήστε το ENIKOS στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.