Mια σαφής μετατόπιση καταγράφεται τους τελευταίους μήνες στη ρητορική του φιλοκαθεστωτικού και εθνικιστικού Τύπου στην Τουρκία απέναντι στην Ελλάδα. Στο νέο τουρκικό αφήγημα παρουσιάζεται πλέον λιγότερο ως αυτόνομος «διμερής» αντίπαλος και περισσότερο ως προέκταση μιας ευρύτερης ισραηλινής στρατηγικής στην ανατολική Μεσόγειο.
Των ΕΥ. ΑΡΕΤΑΙΟΥ, Θ. ΠΑΝΟΥ – ΠΗΓΗ: Realnews
Δεν πρόκειται απλώς για μία ακόμη έξαρση της γνωστής ανθελληνικής ρητορικής ούτε για την επανάληψη των παλαιών κατηγοριών περί «μαξιμαλισμού», εξοπλισμών και προσπάθειας περικύκλωσης της Τουρκίας. Αυτά υπήρχαν άλλωστε εδώ και χρόνια. Η πραγματική μετατόπιση είναι βαθύτερη: η Ελλάδα παρουσιάζεται όλο και λιγότερο ως αυτόνομος αντίπαλος που ακολουθεί τη δική του εθνική στρατηγική -ενίοτε με τις «πλάτες» των ΗΠΑ και της Ε.Ε.– και όλο και περισσότερο ως μέρος, εργαλείο ή προέκταση ενός ευρύτερου ισραηλινού σχεδιασμού στην ανατολική Μεσόγειο.
Αυτή η αλλαγή είναι ιδιαίτερα ορατή στη γλώσσα. Εκφράσεις όπως «εργαλείο», «πιόνι», «Δούρειος Ιππος», «μέτωπο» ή ακόμη και η ιδέα ότι η Ελλάδα «σπρώχνεται στην πρώτη γραμμή» εμφανίζονται όλο και συχνότερα σε καθεστωτικές εφημερίδες όπως η «Yeni Safak» και η «Türkiye Gazetesi». Στο προηγούμενο τουρκικό αφήγημα η Αθήνα θεωρείτο υπεύθυνη για μια δική της στρατηγική πίεσης απέναντι στην Άγκυρα που είχε τη στήριξη των ΗΠΑ και της Ε.Ε., με την Ελλάδα να παρουσιάζεται συχνά ως «το κακομαθημένο παιδί της Ευρώπης». Στη νέα εκδοχή, η Ελλάδα εξακολουθεί να είναι εχθρική, αλλά δεν θεωρείται πλέον ο πραγματικός εγκέφαλος της αντιπαράθεσης αλλά πίσω της τοποθετείται όλο και πιο συστηματικά το Ισραήλ.
«Ασπίδα του Αχιλλέα»
Αυτό φάνηκε καθαρά και στην κάλυψη της συμφωνίας για την «Ασπίδα του Αχιλλέα». Η συμφωνία Ελλάδας – Ισραήλ δεν αντιμετωπίστηκε απλώς ως μια σημαντική εξοπλιστική επιλογή της Αθήνας, αλλά προκάλεσε παροξυσμό στον καθεστωτικό και στον αντιπολιτευόμενο Τύπο, που έσπευσε να μετατρέψει τη συμφωνία σε σύμβολο ελληνικής εξάρτησης από το Ισραήλ.
H «Hurriyet», με άρθρο με τίτλο «Η αχίλλειος πτέρνα της Ελλάδας», χρησιμοποίησε ειρωνικά την ίδια την ονομασία του ελληνικού προγράμματος για να αντιστρέψει το μήνυμά του. Κατά την αρθρογράφο της εφημερίδας, η Ελλάδα δεν αγοράζει απλώς ισραηλινά συστήματα, αλλά «αναθέτει σε τρίτους το νευραλγικό σύστημα της εναέριας κυριαρχίας της». Ετσι ένα αμυντικό πρόγραμμα που η Αθήνα παρουσιάζει ως ενίσχυση της αυτονομίας της, η τουρκική καθεστωτική αρθρογραφία το εμφανίζει ως απόδειξη απώλειάς της.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η πολιτική διάσταση που προσδίδει ο καθεστωτικός Τύπος αντιπαραβάλλοντας την ελληνική στρατηγική με την ανάπτυξη της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας και παρουσιάζοντας τις δύο χώρες ως παραδείγματα δύο αντίθετων μοντέλων: από τη μία μια Τουρκία που, σύμφωνα με το καθεστωτικό αφήγημα, επενδύει στην αυτάρκεια και στην εγχώρια παραγωγή και από την άλλη μια Ελλάδα που διαθέτει δισεκατομμύρια σε ισραηλινή τεχνολογία και, σύμφωνα με τα τουρκικά μέσα, «παρουσιάζει την εξάρτησή της ως αποτροπή». Η τουρκική φράση ότι «το Ισραήλ δεν θα πολεμήσει για την Ελλάδα» συνοψίζει αυτή τη νέα οπτική. Η Αθήνα δεν κατηγορείται πλέον μόνο ότι εξοπλίζεται εναντίον της Τουρκίας, αλλά ότι οικοδομεί την ασφάλειά της πάνω σε μια εξωτερική δύναμη που τελικά θα χρησιμοποιήσει την Ελλάδα για δικούς της σκοπούς.
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» μετατρέπεται σημειολογικά από ελληνικό αμυντικό σύστημα σε «ισραηλινή ομπρέλα» πάνω από την Ελλάδα. Καθεστωτικές εφημερίδες έφτασαν να χρησιμοποιούν τον χαρακτηρισμό «σιωνιστική ασπίδα», επανακωδικοποιώντας έτσι σε πολιτική προπαγάνδα μια καθαρά εξοπλιστική σχέση. Το μήνυμα δεν είναι απλώς ότι η Ελλάδα αγοράζει ισραηλινά όπλα, αλλά ότι η στρατηγική παρουσία του Ισραήλ μεταφέρεται γεωγραφικά στον ελληνικό χώρο.
Ακριβώς εδώ βρίσκεται η σημαντικότερη αλλαγή της γλώσσας που χρησιμοποιούν πλέον τα τουρκικά μέσα. Η Ελλάδα αρχίζει να εντάσσεται σε ένα ενιαίο γεωπολιτικό αφήγημα που συνδέει το Αιγαίο, την ανατολική Μεσόγειο, την Κύπρο, τη Συρία και το Ισραήλ. Στο παρελθόν τα ζητήματα αυτά συζητούνταν συχνά χωριστά, σήμερα όμως, όλο και συχνότερα, παρουσιάζονται ως διαφορετικά μέτωπα της ίδιας στρατηγικής αντιπαράθεσης. Μια ελληνική εξοπλιστική επιλογή, μια ισραηλινή στρατιωτική κίνηση στη Συρία και μια κυπριακή αμυντική συμφωνία διαβάζονται πια μέσα από το ίδιο ερμηνευτικό φίλτρο ως κομμάτια μιας περιφερειακής αρχιτεκτονικής που έχει ως τελικό στόχο τον περιορισμό της Τουρκίας, με πρωτεργάτη και κυρίαρχο αντίπαλο το Ισραήλ.
Κύπρος
Η Κύπρος εντάσσεται στην ίδια αφήγηση, αλλά με διαφορετικό τρόπο. Ενώ η Ελλάδα παρουσιάζεται συχνότερα ως εργαλείο ή προκεχωρημένος εταίρος, η Κυπριακή Δημοκρατία περιγράφεται όλο και περισσότερο ως χώρος στον οποίο το Ισραήλ αποκτά στρατιωτικό, οικονομικό και στρατηγικό βάθος. Συνεργασίες στον αμυντικό τομέα, αγορές ισραηλινών συστημάτων, επενδύσεις ή ακίνητα αντιμετωπίζονται από ορισμένα τουρκικά μέσα όχι ως μεμονωμένες επιλογές της Λευκωσίας αλλά ως σημάδια μιας βαθύτερης ισραηλινής διείσδυσης στην ανατολική Μεσόγειο.
Η διαφορά μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου είναι λεπτή αλλά σημαντική. Η Ελλάδα περιγράφεται κυρίως ως πολιτικό και στρατιωτικό εργαλείο, ενώ η Κύπρος περισσότερο ως γεωγραφική πλατφόρμα. Στην πρώτη περίπτωση η έμφαση βρίσκεται στη «χειραγώγηση» της Αθήνας από το Ισραήλ, στη δεύτερη στην απόκτηση από το Ισραήλ πρόσβασης, υποδομών και στρατηγικού βάθους κοντά στις τουρκικές ακτές.
Το αποτέλεσμα είναι ότι αλλάζει σταδιακά και ο ίδιος ο χάρτης απειλών μέσα από τον οποίο ο τουρκικός καθεστωτικός αλλά και ο αντιπολιτευόμενος Τύπος διαβάζει την περιοχή. Η ελληνοτουρκική αντιπαράθεση δεν εξαφανίζεται ούτε υποβαθμίζονται οι παλαιές διαφορές στο Αιγαίο και στην Κύπρο, αλλά, αντίθετα, τοποθετούνται μέσα σε ένα μεγαλύτερο πλαίσιο. Η Ελλάδα και η Κύπρος δεν παρουσιάζονται πλέον απλώς ως χώρες με τις οποίες η Τουρκία έχει ιστορικές και στρατηγικές διαφορές, αλλά ως σημεία πάνω σε ένα ευρύτερο τόξο αντιπαράθεσης με το Ισραήλ.
Και αυτό είναι που κάνει τη σημερινή γλωσσική μετατόπιση σημαντική και προφανώς ποιοτικά επικίνδυνη. Οταν η Αθήνα αντιμετωπίζεται όχι ως αυτόνομος δρώσα -ή έστω ως «κακομαθημένο παιδί» της Δύσης- αλλά ως προέκταση του Ισραήλ, τότε και οι ελληνικές κινήσεις μπορούν ακόμα πιο εύκολα να ερμηνεύονται ως μέρος μιας ευρύτερης εχθρικής στρατηγικής. Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν είναι, με βάση αυτή τη λογική, απλώς ένα ελληνικό εξοπλιστικό πρόγραμμα αλλά, μέσα από την τουρκική ανάγνωση, γίνεται σύμβολο μιας νέας εποχής στην τουρκική πολιτική γλώσσα: μιας εποχής κατά την οποία η Ελλάδα και, σε διαφορετικό βαθμό, η Κύπρος εντάσσονται ολοένα και περισσότερο στο μεγάλο αφήγημα της τουρκοϊσραηλινής περιφερειακής αντιπαράθεσης.
Επίσκεψη Καλίν: Η ανατολική Μεσόγειος στο τραπέζι
Θέματα που αφορούν τη Συρία, τον Λίβανο και τη Λιβύη συζήτησαν στη μεταξύ τους συνάντηση στην Αθήνα οι επικεφαλής της ΕΥΠ και της ΜΙΤ
Γεωπολιτικά και γεωστρατηγικά θέματα που αφορούν την ανατολική Μεσόγειο και τη νοτιοανατολική Ευρώπη φέρεται να συζήτησε ο αρχηγός των τουρκικών μυστικών υπηρεσιών, Ιμπραήμ Καλίν, με τον ομόλογό του της ΕΥΠ Θεμιστοκλή Δεμίρη.
Επρόκειτο ουσιαστικά για μια μυστική συνάντηση, ωστόσο η επίσκεψη του Ι. Καλίν στην Αθήνα -και μάλιστα σε μια περίοδο κατά την οποία οι σχέσεις των δύο χωρών δεν διανύουν και τις πιο ήρεμες ημέρες τους- δεν παρέμεινε στο παρασκήνιο καθώς αποκαλύφθηκε από δημοσιογραφικές πληροφορίες.
Οι δύο άνδρες γνωρίζονται άριστα από τη μακρά θητεία τους στα υπουργεία Εξωτερικών των δύο χωρών, κατά την οποία είχαν μια εποικοδομητική μεταξύ τους συνεργασία.
Ο Ι. Καλίν ανήκει στον κύκλο των στενών συνεργατών του Τούρκου Προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και μάλιστα ήταν ο άνθρωπος που για χρόνια σήκωνε το «κόκκινο τηλέφωνο» των κρίσεων. Προφανώς το τι συζητήθηκε μεταξύ των δύο διοικητών των μυστικών υπηρεσιών παραμένει επτασφράγιστο μυστικό, πλην όμως, σύμφωνα με πληροφορίες, αυτό που τους απασχόλησε στη μακρά συνάντηση που είχαν ήταν τα θέματα της ανατολικής Μεσογείου και κυρίως εκείνα που είναι ανοιχτά στη Συρία, στον Λίβανο και στη Λιβύη, όπου οι δύο χώρες έχουν γεωστρατηγικά συμφέροντα.
Ανοιχτός δίαυλος
Παράλληλα, συζητήθηκαν ζητήματα που αφορούν τις σχέσεις των δύο χωρών σε μια περίοδο που χαρακτηρίζεται από ένταση. Σύμφωνα με τις πληροφορίες, οι δύο άνδρες συμφώνησαν πως οι δίαυλοι επικοινωνίας πρέπει να μείνουν ανοιχτοί και να υπάρχουν άμεσες συνεννοήσεις.
Άλλωστε, όπως είπε στη Realnews αξιωματούχος που επιθυμεί για ευνόητους λόγους να διατηρήσει την ανωνυμία του, «όσο συζητάμε μεταξύ μας υπάρχει αισιοδοξία αλλά και πεδίο συνεννόησης, με ό,τι αυτό σημαίνει για την επίλυση κρίσεων».
Σύμφωνα πάντα με πληροφορίες, καθώς επισήμως η ΕΥΠ παραμένει στη γραμμή «ουδέν σχόλιον», ένα άλλο θέμα που απασχόλησε τους δύο αξιωματούχους ήταν η παράνομη μετανάστευση τόσο από τα παράλια της Τουρκίας όσο και από άλλες πύλες εισόδου. Συγκεκριμένα, έγινε λόγος για ένα κύκλωμα διακίνησης μεταναστών που δρα στη γείτονα. Επειτα από τη στενή συνεργασία που είχαν οι δύο υπηρεσίες, η δραστηριότητα αυτού του κυκλώματος περιορίστηκε δραστικά ύστερα από επιχειρήσεις που πραγματοποιήθηκαν τόσο στην Τουρκία όσο και στη χώρα μας.
Να σημειωθεί ότι τους δύο άνδρες φέρεται να απασχόλησε και το θέμα της διεθνούς τρομοκρατίας, στο οποίο μάλιστα έχει αναπτυχθεί μια δυναμική συνεργασία μεταξύ των δύο χωρών.
Ο Θ. Δεμίρης παρέθεσε γεύμα σε κεντρικό εστιατόριο στον Ι. Καλίν και μάλιστα σε έναν χώρο προφυλαγμένο από αδιάκριτα βλέμματα. Το μενού είχε ελληνική κουζίνα, της οποίας ο Τούρκος αξιωματούχος δηλώνει λάτρης.
Οσον αφορά τις πληροφορίες που θέλουν τους δύο αρχηγούς να επισκέφθηκαν το Μέγαρο Μαξίμου και ο Ι. Καλίν να συνάντησε τον πρωθυπουργό, δεν επιβεβαιώνονται επισήμως από την ΕΥΠ.