Γιαγιόι Κουσάμα: Πέθανε σε ηλικία 97 ετών η εικαστικός που μετέτρεψε τις παραισθήσεις σε παγκόσμιο φαινόμενο

Η Γιαγιόι Κουσάμα, η εμβληματική Γιαπωνέζα εικαστικός, απεβίωσε σε ηλικία 97 ετών σε νοσοκομείο του Τόκιο, αφήνοντας ανεξίτηλο το αποτύπωμά της στη σύγχρονη τέχνη. Μετέτρεψε τα προσωπικά της βιώματα και τις παραισθήσεις της σε ένα παγκόσμιο καλλιτεχνικό φαινόμενο, δημιουργώντας έργα που χαρακτηρίζονται από τις βούλες, τα δίχτυα και τα μοτίβα άπειρου. Η ζωή της σημαδεύτηκε από μια πρωτοποριακή πορεία, ψυχικές προκλήσεις και τελικά παγκόσμια αναγνώριση, ιδίως στην εποχή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.

ΣΥΝΟΨΗ ΑΡΘΡΟΥ

Τα βασικά σημεία του άρθρου

  • Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 97 ετών η Γιαγιόι Κουσάμα, η εμβληματική Γιαπωνέζα εικαστικός που μετασχημάτισε τα προσωπικά της βιώματα και τις παραισθήσεις σε ένα παγκόσμιο καλλιτεχνικό φαινόμενο.
  • Από μικρή ηλικία, η Κουσάμα μετέτρεψε τις παραισθήσεις της σε μηχανισμό αντιμετώπισης, κάνοντας την ανατροπή με τους πίνακες «Infinity Nets» και τα χαρακτηριστικά πουά που εκτείνονταν στον καμβά.
  • Η παγκόσμια αναγνώριση ήρθε αργότερα στη ζωή της, με την Κουσάμα να εκπροσωπεί την Ιαπωνία στην Μπιενάλε της Βενετίας και έργα της, όπως τα «Infinity Mirror Rooms», να γνωρίζουν τεράστια επιτυχία στην εποχή των social media.

Το κείμενο κάθε σύνοψης ελέγχεται από δημοσιογράφους του ENIKOS

Google Προσθέστε το ENIKOS ως προτιμώμενη πηγή στη Google

Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 97 ετών η Γιαγιόι Κουσάμα, η εμβληματική Γιαπωνέζα εικαστικός που μετασχημάτισε τα προσωπικά της βιώματα και τις παραισθήσεις σε ένα παγκόσμιο καλλιτεχνικό φαινόμενο, αφήνοντας ανεξίτηλο το αποτύπωμά της στη σύγχρονη τέχνη.

Η Κουσάμα απεβίωσε σε νοσοκομείο του Τόκιο στις 14 Αυγούστου, όπως ανακοίνωσε την Πέμπτη η εταιρεία της, Yayoi Kusama Inc.

«Καθ’ όλη τη διάρκεια μιας εξαιρετικής ζωής, αφιερωμένης εξ ολοκλήρου στην καλλιτεχνική δημιουργία, η Κουσάμα ακολούθησε μια διεθνώς αναγνωρισμένη πορεία ως πρωτοπόρος avant-garde καλλίτεχνιδα, της οποίας η δημιουργική πρακτική περιελάμβανε τις εικαστικές τέχνες, τις περφόρμανς, τη μυθοπλασία και τη ποίηση», αναφέρεται στην ανακοίνωση.

«Συνέχισε να ζωγραφίζει μέχρι τις τελευταίες της ημέρες, χωρίς να αφήσει ποτέ το πινέλο της, συνεχίζοντας την εξερεύνηση της παντοτινής αγάπης και της αιώνιας ψυχής. Θα μεταφέρουμε τις επιθυμίες της Κουσάμα και, μέσω της τέχνης, θα συνεχίσουμε να προσφέρουμε ελπίδα και δύναμη για το μέλλον στους ανθρώπους σε όλο τον κόσμο».

Από τις παραισθήσεις της παιδικής ηλικίας στη Νέα Υόρκη

Γεννημένη στο Ματσουμότο της Ιαπωνίας το 1929, η Κουσάμα έζησε δύσκολα παιδικά χρόνια δίπλα σε μια κακοποιητική μητέρα και έναν άπιστο πατέρα. Η οικογένειά της διατηρούσε φυτώρια και η ίδια σχεδίαζε λουλούδια, παρά τις προσπάθειες της μητέρας της να τη σταματήσει.

Σε μικρή ηλικία άρχισε να έχει παραισθήσεις, βλέποντας τα λουλούδια να την περικυκλώνουν και να της μιλούν, με τη ζωγραφική να γίνεται ο μηχανισμός αντιμετώπισής τους.

Κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, σε ηλικία 13 ετών, επιστρατεύτηκε για την παραγωγή υφασμάτων για αλεξίπτωτα του ιαπωνικού στρατού. Αργότερα σπούδασε την παραδοσιακή τεχνοτροπία nihonga στο Κιότο, αλλά απογοητεύτηκε από τους περιορισμούς της.

Απορρίπτοντας το ενδεχόμενο ενός κανονισμένου γάμου, έφυγε για τη Νέα Υόρκη το 1958.

Εκεί συνδέθηκε με τον καλλιτέχνη και θεωρητικό Ντόναλντ Τζαντ και έκανε την ανατροπή με τους πίνακες «Infinity Nets» — τεράστιες επιφάνειες με πουά που εκτείνονταν στον καμβά. Το 1962 πούλησε τον πρώτο τέτοιο πίνακα στους καλλιτέχνες Φρανκ Στέλλα και Ντόναλντ Τζαντ για 75 δολάρια.

Το 2014, το έργο της White No 28 πουλήθηκε σε δημοπρασία για 7,1 εκατομμύρια δολάρια, σημειώνοντας τότε ρεκόρ για εν ζωή γυναίκα καλλιτέχνη.

Το 1963 άρχισε να δημιουργεί «μαλακά γλυπτά» — έπιπλα και αντικείμενα καλυμμένα με φαλλικά σχήματα από ύφασμα, σε μια προσπάθεια να θεραπεύσει την αηδία της για το σεξ, με το οποίο είχε ανατραφεί να θεωρεί βρώμικο και ντροπιαστικό.

Παρά τη δουλειά της στα όρια της pop art και του μινιμαλισμού, η Κουσάμα δεν έγινε αμέσως αποδεκτή. Η ίδια υποστήριζε πάντα ότι πολλές ιδέες της από εκείνη την περίοδο οικειοποιήθηκαν από λευκούς άνδρες καλλιτέχνες, όπως ο Άντι Γουόρχολ, ενώ η ίδια παραλείφθηκε από την ιστορία της τέχνης.

Η έννοια της «αυτο-εξάλειψης» και τα σκάνδαλα

Το έργο της επικεντρωνόταν στο άπειρο και την «αυτο-εξάλειψη», μια ιδέα εμπνευσμένη από τις παραισθήσεις της.

Μιλώντας για τον πίνακα Flower (DSPS) του 1954, είχε δηλώσει: «Κοιτούσα τα κόκκινα μοτίβα λουλουδιών στο τραπεζομάντηλο ενός τραπεζιού, και όταν κοίταξα πάνω είδα το ίδιο μοτίβο να καλύπτει την οροφή, τα παράθυρα και τους τοίχους, και τελικά ολόκληρο το δωμάτιο, το σώμα μου και το σύμπαν. Ένιωσα σαν να είχα αρχίσει να αυτο-εξαλείφομαι, να περιστρέφομαι στο άπειρο του ατελείωτου χρόνου και την απολυτότητα του χώρου, και να συρρικνώνομαι στο τίποτα».


Στην Μπιενάλε της Βενετίας το 1966 παρουσίασε το περίφημο Narcissus Garden, μια «λίμνη» από 1.500 καθρεφτίζουσες μπάλες. Όταν άρχισε να τις πουλά προς 2 δολάρια την μία με το σύνθημα «Το ναρκισσισμό σας προς πώληση», η διοργάνωση επενέβη για να σταματήσει τη δραστηριότητα.

Παράλληλα, προκάλεσε αντιδράσεις με τα καλλιτεχνικά της «happenings», διοργανώνοντας «Body Festivals» με γυμνούς περφόρμερς βαμμένους με πουά, ενώ κάποτε έστειλε επιστολή στον Αμερικανό πρόεδρο Ρίτσαρντ Νίξον προσφέροντας να κοιμηθεί μαζί του με αντάλλαγμα το τέλος του Πολέμου του Βιετνάμ.

Το 1968 πραγματοποίησε τον πρώτο «ομοφυλοφιλικό γάμο» στη Νέα Υόρκη, ενώ έπλυνε μια «βρώμικη» σοβιετική σημαία έξω από το κτίριο του ΟΗΕ διαμαρτυρόμενη για την εισβολή στην Τσεχοσλοβακία.

Η οικειοθελής παραμονή στο ψυχιατρείο

Μετά τον θάνατο του συντρόφου της, Τζόζεφ Κόρνελ, το 1972, η ψυχική της υγεία επιδεινώθηκε με κρίσεις πανικού και αποπειρες αυτοκτονίας.

Το 1977 εισήχθη οικειοθελώς σε ψυχιατρικό νοσοκομείο στο Τόκιο που προσέφερε θεραπεία μέσω τέχνης, λαμβάνοντας την απόφαση να ζήσει εκεί μόνιμα και να εργάζεται καθημερινά στο γειτονικό της εργαστήριο.

Η παγκόσμια αναγνώριση και η εποχή των social media

Η αναγνώριση ήρθε αργότερα στη ζωή της. Το 1993 εκπροσώπησε την Ιαπωνία στην Μπιενάλε της Βενετίας με ένα δωμάτιο με καθρέφτες γεμάτο μικρά γλυπτά κολοκύθας. Η κολοκύθα, ένα μοτίβο που πρωτοείδε στα 11 της χρόνια, έγινε σήμα κατατεθέν σε έργα όπως το All the Eternal Love I Have for the Pumpkins (2016).

Έργα της, όπως τα «Infinity Mirror Rooms», γνώρισαν τεράστια επιτυχία στην εποχή των social media, με τα πολύχρωμα φώτα να γίνονται ανάρπαστα για selfies. Χαρακτηριστικό είναι ότι το 2017 μια έκθεσή της στην Ουάσινγκτον έκλεισε προσωρινά όταν επισκέπτης προκάλεσε ζημιά σε έργο προσπαθώντας να βγάλει φωτογραφία.

Μεγάλη ρετροσπεκτίβα του έργου της φιλοξενήθηκε στο MoMA της Νέας Υόρκης (1998), την Tate Modern του Λονδίνου (2012) και το Μουσείο Hirshhorn (2017), με τα εισιτήρια να εξαντλούνται αμέσως.

Παρά την τεράστια δημοφιλία της, η ίδια η Κουσάμα θεωρούσε πάντα τον εαυτό της εκτός συστήματος. «Δεν μπορώ να φανταστώ πώς θα καταταχθώ μετά τον θάνατό μου. Είναι όμορφο να είσαι outsider», είχε δηλώσει.

Με πληροφορίες από: Guardian

Google Προσθέστε το ENIKOS στην Google
Ακολουθήστε το ENIKOS στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.