Η αλήθεια για τα «δύο υπό ίδρυση στρατηγεία του ΝΑΤΟ» στην Τουρκία – Ανάλυση του Κωνσταντίνου Μπαλωμένου

Η αντίληψη περί ίδρυσης δύο νέων στρατηγείων του ΝΑΤΟ στην Τουρκία, που κυριάρχησε στην Ελλάδα, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Αντιθέτως, πρόκειται για τουρκική πρόταση ένταξης υφιστάμενων εθνικών στρατιωτικών δομών στη Δομή Δυνάμεων του ΝΑΤΟ, με στόχο την ενίσχυση της θεσμικής επιρροής και στρατηγικής χρησιμότητας της Τουρκίας στο πλαίσιο της στρατηγικής μετάβασης της Συμμαχίας προς την «ετοιμότητα».

ΣΥΝΟΨΗ ΑΡΘΡΟΥ

Τα βασικά σημεία του άρθρου

  • Η ίδρυση των «δύο υπό ίδρυση στρατηγείων του ΝΑΤΟ» στην Τουρκία δεν αποτελεί απόφαση της Συμμαχίας, αλλά τουρκική πρόταση ένταξης υφιστάμενων τουρκικών στρατιωτικών δομών στη Δομή Δυνάμεων του ΝΑΤΟ. Η διαδικασία έγκρισης δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί.
  • Το ΝΑΤΟ μεταβαίνει από ένα μοντέλο συλλογικής άμυνας σε ένα πλαίσιο διαρκούς επιχειρησιακής ετοιμότητας, με την ετοιμότητα να συνδέεται πλέον με την ικανότητα διεξαγωγής πολέμου. Αυτό αλλάζει τον τρόπο υπολογισμού της γεωπολιτικής αξίας των κρατών-μελών.
  • Η Άγκυρα επιδιώκει να ενισχύσει τη θεσμική της επιρροή και τη στρατηγική της χρησιμότητα στο ΝΑΤΟ, εκμεταλλευόμενη την αλλαγή στρατηγικής της Συμμαχίας. Το ερώτημα είναι αν η Ελλάδα διαθέτει αντίστοιχη εθνική στρατηγική.

Το κείμενο κάθε σύνοψης ελέγχεται από δημοσιογράφους του ENIKOS

Google Προσθέστε το ENIKOS ως προτιμώμενη πηγή στη Google

Την τελευταία περίοδο και κυρίως πριν από τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα (6-8 Ιουλίου), στη δημόσια συζήτηση στην Ελλάδα κυριάρχησε η άποψη ότι η Τουρκία αναβαθμίζεται γεωπολιτικά, διότι το ΝΑΤΟ προχωρά στην ίδρυση δύο νέων στρατηγείων στην επικράτειά της.

Politico: Η Τουρκία βάζει «μπλόκο» σε συμφωνία του ΝΑΤΟ για δίκτυο καυσίμων 27 δισ. ευρώ ζητώντας ανταλλάγματα

Ωστόσο, η συγκεκριμένη προσέγγιση δεν αποτυπώνει την πραγματικότητα και κυρίως, δεν περιγράφει με ακρίβεια τη διαδικασία που ακολουθείται στη Συμμαχία για τη δημιουργία νέων δομών διοίκησης.

Συγκεκριμένα, το ΝΑΤΟ δεν έχει λάβει απόφαση δημιουργίας δύο νέων στρατηγείων στην Τουρκία ως μια πρωτοβουλία της Συμμαχίας για την ενίσχυση του γεωπολιτικού ρόλου της Άγκυρας.

Το ΝΑΤΟ «Δούρειος Ίππος» της Τουρκίας για την ΕΕ – «Χρυσά συμβόλαια» και με την Γαλλία

Αντιθέτως, πρόκειται για τουρκική πρόταση ένταξης υφιστάμενων τουρκικών στρατιωτικών δομών στη Δομή Δυνάμεων του ΝΑΤΟ (NATO Force Structure), μέσω της διαδικασίας αξιολόγησης και πιστοποίησης εθνικών σχηματισμών που προβλέπει το ΝΑΤΟ, προτείνοντας την ανάληψη της διοίκησής τους από Τούρκους αξιωματικούς.

Για του λόγου του αληθές, το υπουργείο Άμυνας της Τουρκίας (βλέπε: link) έχει επιβεβαιώσει ότι η συγκεκριμένη πρωτοβουλία ξεκίνησε από την Τουρκία, αναφέροντας ότι οι σχετικές εργασίες άρχισαν το 2023 στο πλαίσιο του Νοτιοανατολικού Περιφερειακού Σχεδίου του ΝΑΤΟ και ότι η Άγκυρα ενημέρωσε επίσημα τη Συμμαχία για την πρόθεσή της το 2024.

Η Σύνοδος του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα και ο νέος αμερικανικός σχεδιασμός: Γιατί η Τουρκία αναβαθμίζεται και τι σημαίνει για την Ελλάδα

Σύμφωνα με την ίδια ενημέρωση, σε αντίστοιχες περιπτώσεις η χώρα υποδοχής είναι αυτή που προτείνει τη δημιουργία ενός πολυεθνικού σχηματισμού ή στρατηγείου, διαθέτοντας εθνικές στρατιωτικές δομές και υποδομές, οι οποίες στη συνέχεια αξιολογούνται και εφόσον εγκριθούν από τη Συμμαχία, εντάσσονται στη Δομή Δυνάμεων του ΝΑΤΟ (NATO Force Structure).

Η Άγκυρα έχει επίσης υποστηρίξει ότι το προτεινόμενο στρατηγείο στα Άδανα, θα αποτελεί πολυεθνική δομή του ΝΑΤΟ και ότι η διοίκησή του θα ανατεθεί σε Τούρκο στρατηγό, ωστόσο η διαδικασία έγκρισης από τις αρμόδιες νατοϊκές αρχές δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί.

Αξίζει επίσης να επισημανθεί ότι, ενώ στη δημόσια συζήτηση στην Ελλάδα κυριάρχησε η εντύπωση πως η ίδρυση των δύο στρατηγείων αποτελούσε ήδη ειλημμένη απόφαση του ΝΑΤΟ, δεν αναδείχθηκε επαρκώς ο τρόπος με τον οποίο λαμβάνονται οι σχετικές αποφάσεις στη Συμμαχία.

Συγκεκριμένα, η ένταξη εθνικών στρατιωτικών δομών στη Δομή Δυνάμεων του ΝΑΤΟ (NATO Force Structure) δεν αποτελεί μονομερή απόφαση μιας χώρας, αλλά προϋποθέτει την ολοκλήρωση των προβλεπόμενων συμμαχικών διαδικασιών και τη συναίνεση των κρατών-μελών της Συμμαχίας.

Το ζητούμενο για την Ελλάδα και ο “μετασχηματισμός” του ΝΑΤΟ

Το ζητούμενο για την Ελλάδα όμως, θεωρώ πως δεν είναι να παρακολουθεί απλά τις κινήσεις της Τουρκίας, αλλά να κατανοήσει γιατί η Τουρκία αναλαμβάνει τέτοιες πρωτοβουλίες και τι στρατηγικούς σκοπούς εξυπηρετούν.

Όπως έχω επισημάνει σε προηγούμενο άρθρο μου στο Enikos.gr με τίτλο: «Από τη συλλογική άμυνα, στη Συμμαχία Ετοιμότητας: Η νέα στρατηγική του ΝΑΤΟ και τι σημαίνει για την Ελλάδα», η Συμμαχία μεταβαίνει από ένα μοντέλο συλλογικής άμυνας σε ένα πλαίσιο διαρκούς επιχειρησιακής ετοιμότητας.

Υπό το πρίσμα αυτό, το ΝΑΤΟ μεταβαίνει από μια Συμμαχία αποτροπής μέσω ισχύος (Deterrence by Power), σε μια Συμμαχία που επιδιώκει την αποτροπή μέσω της ετοιμότητας (Deterrence by Readiness).

Στο πλαίσιο αυτό, η μετατροπή του ΝΑΤΟ σε μια Συμμαχία Ετοιμότητας (Alliance of Readiness), αποτυπώνει τη νέα στρατηγική πραγματικότητα που διαμορφώνεται εντός του ΝΑΤΟ και συνιστά ένδειξη μιας βαθύτερης μεταβολής στη στρατηγική της φυσιογνωμία.

Συγκεκριμένα, η έννοια της ετοιμότητας (readiness) δεν χρησιμοποιείται πλέον με γενικό και αφηρημένο τρόπο, αλλά συνδέεται ολοένα και περισσότερο με την έννοια της επιχειρησιακής ετοιμότητας διεξαγωγής πολέμου (warfighting readiness), υποδηλώνοντας όχι απλώς τη διαθεσιμότητα δυνάμεων, αλλά την ικανότητα διεξαγωγής και υποστήριξης επιχειρήσεων υψηλής έντασης σε βάθος χρόνου.

Υπό το πρίσμα αυτό, καθίσταται σαφές ότι για το ΝΑΤΟ η ετοιμότητα αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως μια κατάσταση στιγμιαίας διαθεσιμότητας δυνάμεων, αλλά ως μια διαρκής στρατηγική ικανότητα η οποία προϋποθέτει συνεχή επιχειρησιακή, βιομηχανική και τεχνολογική υποστήριξη.

Η εν λόγω αλλαγή στο στρατηγικό πλαίσιο του ΝΑΤΟ, επιφέρει αλλαγές και στον τρόπο που υπολογίζεται η γεωπολιτική αξία ενός κράτους μέλους εντός της Συμμαχίας.

Στο νέο στρατηγικό περιβάλλον του ΝΑΤΟ συνεπώς, η γεωπολιτική αξία των συμμάχων δεν εξαντλείται σε γεωγραφικούς και επιχειρησιακούς όρους, αλλά συνδέεται ολοένα και περισσότερο με την ικανότητα ενός κράτους να συμβάλλει στη διατήρηση της επιχειρησιακής ετοιμότητας της Συμμαχίας σε βάθος χρόνου.

Στο ερώτημα λοιπόν, γιατί η Τουρκία από το 2023 επιδιώκει την μετατροπή δύο υφιστάμενων τουρκικών στρατιωτικών υποδομών σε ΝΑΤΟϊκά Στρατηγεία, η απάντηση συνδέεται άμεσα με τη στρατηγική μετάβαση που συντελείται σήμερα στη Συμμαχία. Συγκεκριμένα, η Τουρκία προσφέροντας στη Συμμαχία επιχειρησιακές δυνατότητες, στρατηγικές υποδομές και διοικητικές δομές υψηλής ετοιμότητας, επιδιώκει να συμβάλει στην ενδυνάμωση της επιχειρησιακής ετοιμότητας του ΝΑΤΟ και ταυτόχρονα, να ενισχύσει τη θεσμική παρουσία της στο εσωτερικό της Συμμαχίας, ώστε να διεκδικήσει αυξημένο ρόλο στη νέα αρχιτεκτονική διοίκησης του Οργανισμού.

Παράλληλα, ο κ. Ερντογάν επιδιώκει να αναδείξει την Τουρκία ως αναντικατάστατο σύμμαχο στη Νοτιοανατολική Πτέρυγα του ΝΑΤΟ, προβάλλοντας τη γεωγραφική της θέση, τις στρατιωτικές της υποδομές και τη δυνατότητά της να υποστηρίζει επιχειρήσεις στη Μαύρη Θάλασσα, στην Ανατολική Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή.

Το γεγονός αυτό, έχει ιδιαίτερη σημασία γιατί ένα στρατηγείο του ΝΑΤΟ δεν αποτελεί μόνο στρατιωτική εγκατάσταση.

Αποτελεί θεσμό με επιχειρησιακή, πολιτική και γεωστρατηγική βαρύτητα.

Συγκεντρώνει προσωπικό πολλών κρατών-μελών, συμμετέχει στον επιχειρησιακό σχεδιασμό, φιλοξενεί ασκήσεις, ενισχύει τη διαλειτουργικότητα των Συμμάχων και λειτουργεί ως σημείο αναφοράς για μια ολόκληρη γεωγραφική περιοχή.

Με άλλα λόγια, η Τουρκία επιχειρεί να μετατρέψει τη γεωγραφική της θέση σε θεσμική επιρροή και τη στρατιωτική της υποδομή σε στρατηγική χρησιμότητα για τη Συμμαχία.

Η πρωτοβουλία για τη φιλοξενία δύο ακόμη στρατηγείων στην Τουρκία πρόκειται για εθνική πρωτοβουλία, η οποία, εφόσον εγκριθεί, αποκτά συμμαχική διάσταση.

Στο πλαίσιο αυτό, η Τουρκία αντιλαμβάνεται ότι στο νέο στρατηγικό πλαίσιο του ΝΑΤΟ η θεσμική παρουσία μεταφράζεται σε αυξημένη επιρροή και εδώ έγκειται η ουσία της πρωτοβουλίας της.

Συνεπώς, το πραγματικό ζήτημα που θα έπρεπε να κυριαρχεί στο δημόσιο διάλογο στην Ελλάδα δεν είναι οι φωτογραφίες, οι χειραψίες, οι δηλώσεις εντυπωσιασμού ή οι κατά καιρούς φήμες περί γεωπολιτικής αναβάθμισης της Τουρκίας.

Το πραγματικό ζήτημα είναι να αναλυθεί ψύχραιμα τι επιχειρεί στρατηγικά η Άγκυρα μέσα από τις πρωτοβουλίες που αναλαμβάνει στο εσωτερικό της Συμμαχίας και ποια είναι η πραγματική τους σημασία.

Γιατί η διπλωματία και οι Διεθνείς Σχέσεις δεν διεξάγονται με όρους επικοινωνιακών εντυπώσεων και συμβολισμών, αλλά με όρους εθνικού συμφέροντος.

Η αξία τους δεν αποτυπώνεται στις εικόνες που παράγουν, αλλά στα στρατηγικά αποτελέσματα που επιτυγχάνουν επί του πεδίου.

Υπό το πλαίσιο αυτό, πρέπει να γίνει κατανοητό, ότι η γεωπολιτική αξία ενός κράτους μέλους στο νέο στρατηγικό πλαίσιο του ΝΑΤΟ δεν καθορίζεται με όρους Ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης, αλλά με όρους στρατηγικής χρησιμότητας για τη Συμμαχία.

Το πραγματικό ζήτημα

Επομένως, το πραγματικό ζήτημα που θα έπρεπε να κυριαρχεί στο δημόσιο διάλογο στην Ελλάδα και να απασχολεί του λήπτες αποφάσεων της πολιτικής, διπλωματικής και στρατιωτική ηγεσίας της χώρας είναι ότι η Τουρκία φαίνεται να έχει αντιληφθεί εγκαίρως τη στρατηγική μετάβαση που συντελείται στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ και επιχειρεί να προσαρμόσει ανάλογα τον εθνικό της σχεδιασμό. Στόχος της δεν είναι απλώς η φιλοξενία δύο ακόμη στρατηγείων στην επικράτεια της, αλλά η ενίσχυση της θεσμικής της επιρροής, η αύξηση της στρατηγικής της χρησιμότητας και τελικά, η αναβάθμιση του ρόλου της στο εσωτερικό της Συμμαχίας.

Η συζήτηση, επομένως, δεν αφορά αποκλειστικά τα δύο στρατηγεία.

Αφορά τον τρόπο με τον οποίο τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ αντιλαμβάνονται τη νέα στρατηγική πραγματικότητα στο εσωτερικό της Συμμαχίας και αξιοποιούν τα διαθέσιμα εργαλεία για να αυξήσουν τη θεσμική τους επιρροή, τη στρατηγική τους χρησιμότητα και τελικά, το γεωπολιτικό τους αποτύπωμα.

Η Τουρκία απ’ ότι φαίνεται, έχει ήδη διαμορφώσει μια στρατηγική για την ενίσχυση της θεσμικής της επιρροής στο ΝΑΤΟ.

Το πραγματικό ερώτημα επομένως, δεν είναι αν θα πετύχει πλήρως τους στόχους της, αλλά αν η Ελλάδα διαθέτει μια αντίστοιχα συνεκτική εθνική στρατηγική για να ενισχύσει τη δική της θέση στη νέα αρχιτεκτονική της Συμμαχίας.

*Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος, Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος

Google Προσθέστε το ENIKOS στην Google
Ακολουθήστε το ENIKOS στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.