Θλίψη στην Ταϊλάνδη: Πέθανε η πριγκίπισσα Μπατζρακιτιγιάμπα σε ηλικία 47 ετών – Ήταν σχεδόν τέσσερα χρόνια σε κώμα

Θλίψη επικρατεί στην Ταϊλάνδη μετά την επίσημη ανακοίνωση του θανάτου της πριγκίπισσας Μπατζρακιτιγιάμπα σε ηλικία 47 ετών, έπειτα από σχεδόν τέσσερα χρόνια σε κωματώδη κατάσταση. Η πρωτότοκη κόρη του βασιλιά Μάχα Βατζιραλόνγκορν είχε αφιερώσει τη ζωή της στη νομική επιστήμη, το διπλωματικό σώμα και την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ενώ ο πρωθυπουργός εξέφρασε τη βαθιά οδύνη του έθνους για την απώλειά της.

ΣΥΝΟΨΗ ΑΡΘΡΟΥ

Τα βασικά σημεία του άρθρου

  • Θλίψη επικρατεί στην Ταϊλάνδη μετά την επίσημη ανακοίνωση του θανάτου της πριγκίπισσας Μπατζρακιτιγιάμπα σε ηλικία 47 ετών, η οποία άφησε την τελευταία της πνοή έπειτα από σχεδόν τέσσερα χρόνια σε κωματώδη κατάσταση.
  • Η πρωτότοκη κόρη του βασιλιά Μάχα Βατζιραλόνγκορν είχε αφιερώσει τη ζωή της στη νομική επιστήμη, το διπλωματικό σώμα και την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
  • Η πριγκίπισσα έγινε ιδιαίτερα γνωστή για το έργο της στη μεταρρύθμιση του δικαστικού συστήματος και τις άοκνες προσπάθειές της που οδήγησαν στην υιοθέτηση των λεγόμενων «Κανόνων της Μπανγκόκ» από τον ΟΗΕ.

Το κείμενο κάθε σύνοψης ελέγχεται από δημοσιογράφους του enikos.gr

Google Προσθέστε το enikos.gr στην Google

Θλίψη επικρατεί στην Ταϊλάνδη μετά την επίσημη ανακοίνωση του θανάτου της πριγκίπισσας Μπατζρακιτιγιάμπα σε ηλικία 47 ετών.

Η πρωτότοκη κόρη του βασιλιά Μάχα Βατζιραλόνγκορν, η οποία είχε αφιερώσει τη ζωή της στη νομική επιστήμη, το διπλωματικό σώμα και την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, έφυγε από τη ζωή έπειτα από σχεδόν τέσσερα χρόνια σε κωματώδη κατάσταση, σημειώνει το Reuters.

Εθνικό πένθος

Σύμφωνα με την ανακοίνωση που εξέδωσε την Παρασκευή το Γραφείο του Βασιλικού Οίκου, η πριγκίπισσα άφησε την τελευταία της πνοή το βράδυ της Πέμπτης σε νοσοκομείο της Μπανγκόκ.


Εκεί νοσηλευόταν υπό στενή ιατρική παρακολούθηση από τότε που έχασε τις αισθήσεις της λόγω ασθένειας, πριν από περίπου τέσσερα χρόνια, αναφέρει το Associated Press.

Ο πρωθυπουργός της χώρας, Ανούτιν Τσαρνβιρακούλ, σε τηλεοπτικό του διάγγελμα προς το έθνος, εξέφρασε τη βαθιά οδύνη της κυβέρνησης και του λαού δηλώνοντας: «Αυτή η απώλεια δεν είναι απλώς μια κακή είδηση που ανακοινώνεται στον λαό, αλλά μια αμέτρητη θλίψη στις καρδιές ολόκληρου του έθνους».

Ο ίδιος πρόσθεσε πως η πριγκίπισσα Μπατζρακιτιγιάμπα αποτελούσε «μια υπερηφάνεια για την Ταϊλάνδη» και ότι «Η δέσμευσή της για την οικοδόμηση μιας κοινωνίας καλοσύνης, δικαιοσύνης και ισότητας, θα παραμείνει για πάντα ως ηθική κληρονομιά για το έθνος, ένα καθοδηγητικό φως για τις γενιές των Ταϊλανδών».

Ρίγη συγκίνησης από τους πιστούς της μοναρχίας

Ένα μικρό πλήθος θρηνούντων συγκεντρώθηκε στο αίθριο του King Chulalongkorn Memorial Hospital, όπου νοσηλευόταν η πριγκίπισσα.

Οι περισσότεροι κρατούσαν στα χέρια τους κάδρα ή πλαστικοποιημένες φωτογραφίες της από διάφορες στιγμές της ζωής της.


Η Παταμαπόρν Καεουκιτιακόρν, μία από τις γυναίκες που βρέθηκαν εκεί, ανέφερε πως είχε φτάσει στο νοσοκομείο από την Πέμπτη και πέρασε εκεί τη νύχτα για να εκφράσει τη στήριξή της, χωρίς να γνωρίζει ότι το επόμενο πρωί θα ακολουθούσε η ανακοίνωση του θανάτου της.

«Ήξερα ότι ήταν άρρωστη, αλλά εύχομουν να γινόταν ένα θαύμα», είπε με τη φωνή της να τρέμει. «Ήμουν θλιμμένη και σοκαρισμένη».

Το χρονικό της ασθένειας

Η πριγκίπισσα Μπατζρακιτιγιάμπα είχε εισαχθεί εσπευσμένα στο νοσοκομείο τον Δεκέμβριο του 2022, όταν έχασε τις αισθήσεις της ενώ εκπαίδευε σκύλους για μια στρατιωτική επίδειξη.

Το παλάτι είχε ανακοινώσει τότε ότι είχε προσβληθεί από λοίμωξη από μυκόπλασμα (mycoplasma infection), μια βακτηριακή λοίμωξη που συνήθως συνδέεται με την πνευμονία.

Οι ανησυχίες των πολιτών για τη σοβαρότητα της κατάστασής της είχαν ενταθεί όταν στην πρωτοχρονιάτικη ευχετήρια κάρτα του παλαιού για το 2023, ο βασιλιάς Μάχα Βατζιραλόνγκορν και η βασίλισσα Σουθίντα εμφανίστηκαν ντυμένοι με πένθιμα μαύρα ρούχα, γεγονός που θεωρήθηκε από πολλούς Ταϊλανδούς ως επιβεβαίωση της κρισιμότητας της υγείας της.

Η ζωή της και το έργο της στον ΟΗΕ

Η Μπατζρακιτιγιάμπα γεννήθηκε στις 7 Δεκεμβρίου 1978. Γονείς της ήταν ο βασιλιάς Βατζιραλόνγκορν (επίδοξος διάδοχος του θρόνου τότε) και η πρώτη σύζυγός του, πριγκίπισσα Σοαμσαβάλι.


Ο βασιλιάς έχει αποκτήσει συνολικά επτά παιδιά από τρεις από τις τέσσερις συζύγους του. Στις επίσημες κρατικές εκδηλώσεις, η πριγκίπισσα ήταν γνωστή με το βασιλικό όνομα Μπατζρακιτιγιάμπα Ναρεντίρα Ντεμπγιαβάτι.


Αν και ο νεότερος γιος του βασιλιά, πρίγκιπας Ντιπανγκόρν Ρασμιτζότι, θεωρείται ο επικραέστερος διάδοχος καθώς οι γιοι έχουν προτεραιότητα στη γραμμή διαδοχής της Ταϊλάνδης, η εμπειρία της Μπατζρακιτιγιάμπα στη δημόσια διοίκηση είχε φουντώσει τις εικασίες ότι προοριζόταν για σημαντικό ρόλο στο μέλλον, ίσως και ως αντιβασιλέας σε περίπτωση ενός ανήλικου μονάρχη.

Η ίδια διέγραψε μια λαμπρή ακαδημαϊκή πορεία.

Σπούδασε Νομική στο Πανεπιστήμιο Thammasat και στη συνέχεια μετέβη στην πολιτεία της Νέας Υόρκης, όπου απέκτησε μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών στη Νομική από το Πανεπιστήμιο Cornell το 2002.

Στο ίδιο πανεπιστήμιο ολοκλήρωσε το διδακτορικό της το 2005, με τη διατριβή της να επικεντρώνεται στην προστασία των δικαιωμάτων των κατηγορουμένων.

Μάλιστα, αργότερα θεσπίστηκαν προς τιμήν της υποτροφίες στη Νομική Σχολή του Cornell καθώς και ένα πρόγραμμα ανταλλαγής νομικών επιστημόνων μεταξύ Ταϊλάνδης και Cornell.

Αφού εργάστηκε για μικρό χρονικό διάστημα στην αποστολή της Ταϊλάνδης στον ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη, επέστρεψε στην πατρίδα της όπου υπηρέτησε ως δημόσιος εισαγγελέας.

Αργότερα συνέχισε τη διπλωματική της καριέρα, αναλαμβάνοντας χρέη πρέσβειρας της Ταϊλάνδης στην Αυστρία από το 2012 έως το 2014, προτού επιστρέψει ξανά για να επικεντρωθεί σε ζητήματα ποινικής δικαιοσύνης.

Το 2017 ανακηρύχθηκε Πρέσβειρα Καλής Θελήσεως του Γραφείου των Ηνωμένων Εθνών για τα Ναρκωτικά και το Έγκλημα (UNODC).

Οι «Κανόνες της Μπανγκόκ»

Η πριγκίπισσα έγινε ιδιαίτερα γνωστή για το έργο της στη μεταρρύθμιση του δικαστικού συστήματος και κυρίως για το πρόγραμμα Kamlangjai («Έμπνευση»), το οποίο είχε ως στόχο την επανένταξη των φυλακισμένων γυναικών στην κοινωνία πριν από την αποφυλάκισή τους.

Παράλληλα, πρωτοστάτησε σε εκστρατείες για τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των κρατουμένων γυναικών και την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών, ως επίτιμη πρέσβειρα καλής θελήσεως του ΟΗΕ για τις γυναίκες (UN Women).

Οι άοκνες προσπάθειές της οδήγησαν τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ στην υιοθέτηση των λεγόμενων «Κανόνων της Μπανγκόκ» (Bangkok Rules), οι οποίοι θέτουν τα διεθνή πρότυπα για τη μεταχείριση και τις συνθήκες κράτησης των γυναικών στις φυλακές.

Σε συνέντευξή της στο Associated Press το 2013, η ίδια είχε αποτυπώσει το όραμά της με τα εξής λόγια: «Η κοινωνία δεν μπορεί να αναπτυχθεί εάν υπάρχει αστάθεια και αδικία».

«Χωρίς το κράτος δικαίου, χωρίς ένα καλό σύστημα δικαιοσύνης, επικρατεί πάντα χάος», είχε επισημάνει. «Πιστεύω ότι το κράτος δικαίου είναι ένας πολύ σημαντικός πυλώνας για την ανάπτυξη, την οικονομική πρόοδο και, φυσικά, για τα ανθρώπινα δικαιώματα».

 

 

Google Προσθέστε το enikos.gr στην Google