Η αμερικανική εμμονή με τη Γροιλανδία δεν συνιστά στιγμιαία ιδιοτροπία της εποχής Τραμπ. Εντάσσεται σε μια μακρά και επίμονη γραμμή στρατηγικής σκέψης, η οποία επανέρχεται κάθε φορά που οι Ηνωμένες Πολιτείες «διαβάζουν» τον Αρκτικό Κύκλο ως προκεχωρημένη ζώνη άμυνας, ελέγχου θαλάσσιων διαδρομών και πρόσβασης σε κρίσιμες πρώτες ύλες. Ήδη την περίοδο 1867–1868, έναν μόλις χρόνο μετά την αγορά της Αλάσκας από τη Ρωσία, ο τότε υπουργός Εξωτερικών William Seward φλέρταρε σοβαρά με την ιδέα απόκτησης της Γροιλανδίας -και της Ισλανδίας- συνοδεύοντας τη σκέψη αυτή με ειδική έκθεση που ανέλυε τη σημασία των φυσικών πόρων, της αλιείας και του γεωοικονομικού βάθους της περιοχής. Ωστόσο, η πρόταση προσέκρουσε σε σοβαρές επιφυλάξεις στο αμερικανικό Κογκρέσο, τόσο ως προς το κόστος όσο και ως προς τη σκοπιμότητά της, με αποτέλεσμα να εγκαταλειφθεί.
Η διαχρονική αμερικανική γραμμή
Το 1910 καταγράφηκε ακόμη και σχέδιο ανταλλαγής εδαφών που, μέσω σύνθετης διπλωματικής «αλχημείας», θα οδηγούσε τη Γροιλανδία υπό αμερικανικό έλεγχο· δεν υλοποιήθηκε, αλλά αποτυπώνει τη διαχρονική επιμονή της Ουάσιγκτον. Το 1946, με τον Ψυχρό Πόλεμο να ανατέλλει, ο Χάρι Τρούμαν προσέφερε 100 εκατ. δολάρια σε χρυσό στη Δανία. Η πρόταση απορρίφθηκε, όμως οι ΗΠΑ δεν εγκατέλειψαν ποτέ το ουσιαστικό διακύβευμα: πρόσβαση, στρατιωτικές βάσεις και απρόσκοπτη επιχειρησιακή δράση.
Το παραπάνω «λειτουργικό ζητούμενο» κατοχυρώθηκε θεσμικά. Η Συμφωνία Άμυνας του 1951 παρείχε στις Ηνωμένες Πολιτείες δικαιώματα εγκατάστασης και χρήσης αμυντικών περιοχών στη Γροιλανδία. Ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο ο Ντουάιτ Αϊζενχάουερ δεν προχώρησε, λίγα χρόνια αργότερα, σε πρόταση αγοράς του νησιού: οι αμερικανικές επιχειρησιακές ανάγκες καλύπτονταν ήδη από το υφιστάμενο πλαίσιο. Η Συμφωνία του Igaliku (2004) συμπλήρωσε το καθεστώς αυτό, διατηρώντας ευρύ αμερικανικό περιθώριο κινήσεων. Η σημερινή Pituffik Space Base (πρώην Thule) δεν αποτελεί λεπτομέρεια· λειτουργεί ως ο κόμβος που συνδέει την Αρκτική με την έγκαιρη πυραυλική προειδοποίηση, το διάστημα και την αντιπυραυλική αρχιτεκτονική.
Ηθική απονομιμοποίηση
Εδώ αρχίζει η ηθική κατάρρευση της ρητορικής του Ντόναλντ Τραμπ. Στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ (Νταβός), ο Αμερικανός πρόεδρος δεν μίλησε ως ηγέτης συμμαχίας, αλλά ως επιχειρηματίας ακινήτων που διεκδικεί «τίτλους» πάνω σε ανθρώπους και εδάφη. Η επίκληση του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου —με τον υπαινιγμό «εμείς σώσαμε, άρα μας ανήκει»— δεν εκλαμβάνεται απλώς ως ιστορική στρέβλωση· συνιστά προσπάθεια μετατροπής της συλλογικής μνήμης σε συμβόλαιο ιδιοκτησίας. Ακόμη και φιλικές προς την Ουάσιγκτον αναλύσεις επισημαίνουν ότι η ρητορική αυτή πλήττει τον ίδιο τον πυρήνα της κυριαρχίας και της αυτοδιάθεσης που συγκροτεί τη Δύση.
Και το πιο κρίσιμο: οι ίδιοι οι Γροιλανδοί δεν τίθενται προς «πώληση». Συγκροτούν μια κοινωνία περίπου 56–57 χιλιάδων ανθρώπων, στην πλειονότητά τους Ινουίτ, με βαθιά ιστορικά τραύματα από την αποικιακή διαχείριση — από πολιτικές βίαιης αφομοίωσης και παιδομαζώματος έως σκοτεινές πρακτικές «κοινωνικής μηχανικής» και υποχρεωτικής αντισύλληψης. Το πολιτικό τους ένστικτο σήμερα είναι σαφές: σε δημοσκοπήσεις, το 85% δηλώνει ότι δεν επιθυμεί προσχώρηση στις Ηνωμένες Πολιτείες. Όταν ο Αμερικανός πρόεδρος εκφέρεται με όρους εμπορικής αγοραπωλησίας, δεν προσβάλλει απλώς την Κοπεγχάγη· υπονομεύει το ηθικό θεμέλιο της Δύσης έναντι του κυνισμού των αναθεωρητικών δυνάμεων.
Στρατηγικά, βεβαίως, ο Αρκτικός Κύκλος ενέχει πραγματικό βάρος: η Ρωσία και η Κίνα διατηρούν ενεργή παρουσία, με τη Μόσχα να διαθέτει εκτεταμένη στρατιωτική υποδομή και ισχυρό στόλο παγοθραυστικών —συμπεριλαμβανομένων πυρηνοκίνητων— και το Πεκίνο να εδραιώνει επιρροή μέσω έργων, επενδύσεων και εφοδιαστικών αλυσίδων. Εντούτοις, η απάντηση σε αυτή την πρόκληση δεν δύναται να είναι η αρπαγή εδάφους συμμάχου. Ιδίως όταν η ίδια η Συνθήκη του ΝΑΤΟ ορίζει ρητά τη γεωγραφική εμβέλεια της συλλογικής άμυνας (άρθρο 6), καλύπτοντας νησιά υπό τη δικαιοδοσία συμμάχων στον Βόρειο Ατλαντικό, βόρεια του Τροπικού του Καρκίνου. Με απλά λόγια: η ασφάλεια ενισχύεται εντός συμμαχικού πλαισίου — όχι με τελεσίγραφα.
Δασμοί ως μέσο στρατηγικού καταναγκασμού
Και εδώ ανοίγει το πιο αποκαλυπτικό κεφάλαιο: οι δασμοί ως εργαλείο όχι μόνο εμπορικής πίεσης, αλλά άσκησης γεωπολιτικής ισχύος. Τις προηγούμενες ημέρες ο Πρόεδρος των ΗΠΑ απείλησε οκτώ ευρωπαϊκές χώρες με πρόσθετους δασμούς, επειδή αντιστάθηκαν στην ιδέα αμερικανικής «απόκτησης» και προχώρησαν σε έμπρακτη στήριξη, με περιορισμένα κλιμάκια στο νησί. Στις 21 Ιανουαρίου 2026, μετά από επαφή με τον Μαρκ Ρούτε, Γενικό Γραμματέα του ΝΑΤΟ, στο Νταβός, ανακοίνωσε το «πάγωμα» των δασμών και έκανε λόγο για ένα υπό διαμόρφωση πλαίσιο μελλοντικής συνεννόησης για την Αρκτική. Το μήνυμα ήταν σαφές: ασφάλεια και ορυκτός πλούτος πακετάρονται στο ίδιο «deal».
Τι σημαίνει αυτό πολιτικά; Ότι ο Πρόεδρος Τραμπ πιθανότατα πέτυχε τον αρχικό του στόχο χωρίς να «αγοράσει» τίποτα (με εκτιμήσεις που τοποθετούν ένα τέτοιο εγχείρημα σε εκατοντάδες δισ. δολάρια): να εξαναγκάσει τους Ευρωπαίους να προσφερθούν, αναλαμβάνοντας την κοστοβόρα προεργασία — υποδομές, λιμάνια, αεροδρόμια, ενέργεια, δίκτυα. Στόχος, να καταστούν αξιοποιήσιμα κοιτάσματα και κρίσιμα ορυκτά που σήμερα παραμένουν οικονομικά και τεχνικά δυσπρόσιτα λόγω της αφιλόξενης, παγοκαλυμμένης γεωμορφολογίας. Υπό αυτό το πρίσμα, όταν το πεδίο «στρωθεί», ο ισχυρός εισέρχεται πρώτος, επιβάλλοντας όρους πρόσβασης, συμβολαίων, τεχνολογίας και ασφάλειας. Το μοτίβο είναι γνώριμο στη συζήτηση για κρίσιμα ορυκτά και αλλού: άλλος πληρώνει την αστάθεια και την ανοικοδόμηση· άλλος αποκομίζει την προνομιακή πρόσβαση στην αξία.
Η Ευρώπη εδώ απογυμνώνεται: μπέρδεψε τη σταθερότητα με τον κατευνασμό και πανηγύρισε «διαχειριστικές» λύσεις, ενώ βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν συναλλακτικό επιτηρητή που τιμολογεί τη συμμόρφωση. Την ίδια στιγμή παριστάνει τον «ενήλικο που διαμαρτύρεται από το παιδικό δωμάτιο»: δεν οικοδομεί ενιαίο αμυντικό αφήγημα, δεν δένει την ασφάλεια με τη βιομηχανία και τις πρώτες ύλες, δεν συγκροτεί συμπαγές κανονιστικό πλαίσιο· αγνοεί, μάλιστα, επιδεικτικά ότι απειλές όπως ο τουρκικός αναθεωρητισμός και η κατοχή ευρωπαϊκού εδάφους —η κατεχόμενη Κύπρος— είναι κατεξοχήν ευρωπαϊκές. Έτσι, ο Αμερικανός Πρόεδρος την ωθεί να κάνει τη «βρώμικη δουλειά»: να χρηματοδοτήσει ενδεχομένως τη Γροιλανδία ως εργολάβος, ενώ η ίδια παραμένει στρατηγικά εξαρτημένη.
Τελικό παράδοξο: ο Ντόναλντ Τραμπ υποτίθεται ότι επιδιώκει να «αποκόψει» την Κίνα, προεχόντως στρατηγικό αντίπαλο και ανταγωνιστή. Ωστόσο για να επιτευχθεί το παραπάνω χρειάζεται η διαμόρφωση ενός ενιαίου Δυτικού μετώπου — και όχι μια Δύση που διαβρώνεται από δασμούς, εκβιασμούς και προσβολές. Όταν μετατρέπεις τους συμμάχους σε πελάτες, δεν πολλαπλασιάζεις την ισχύ· τη διασπείρεις. Και τότε, η Γροιλανδία δεν συνιστά έπαθλο, αλλά τον καθρέφτη μιας Δύσης που κινδυνεύει να βυθιστεί στη λήθη — λησμονώντας γιατί, ιστορικά, υπερίσχυσε.
Γράφει ο Λυκούργος Λιακάκος, Διδάκτωρ Διεθνούς Δικαίου