Το πρόγραμμα απόκτησης Τεθωρακισμένων Οχημάτων Μάχης έχει περάσει από «σαράντα κύματα» τα τελευταία χρόνια κι εκεί που ο Ελληνικός Στρατός πάει να πιει νερό, η πηγή στερεύει. Μόλις το 2023, όλα έδειχναν να βρίσκουν τον δρόμο τους. Και τελικά η Ρουμανία βρέθηκε με μεγάλη επένδυση, ύψους σχεδόν 3,5 δισ. να αποκτά εργοστάσιο παραγωγής LYNX, των ΤΟΜΑ της επόμενης γενιάς.
Του Χρήστου Μαζανίτη
Η περίπτωση του Τεθωρακισμένου Οχήματος Μάχης (ΤΟΜΑ) Lynx KF41 στην Ελλάδα αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα των προκλήσεων που αντιμετωπίζει ο ελληνικός αμυντικός σχεδιασμός, όπου η ανάγκη για κορυφαία τεχνολογία συγκρούεται συχνά με τους δημοσιονομικούς περιορισμούς και τις χρονοβόρες γραφειοκρατικές διαδικασίες. Το πρόγραμμα του Lynx, το οποίο προωθήθηκε έντονα από τη γερμανική Rheinmetall, δεν αφορούσε μόνο στην αγορά ενός υπερσύγχρονου οχήματος, αλλά μια συνολική πρόταση για τη δημιουργία γραμμής παραγωγής στην Ελλάδα, η οποία θα καθιστούσε τη χώρα μας κέντρο υποστήριξης και κατασκευής για ολόκληρη την περιοχή. Παρά τις αρχικές εγκρίσεις σε επίπεδο επιτελείων και την πολιτική βούληση για την προμήθεια περίπου 205 οχημάτων, το πρόγραμμα «πάγωσε» λόγω του υψηλού κόστους, το οποίο σε συνδυασμό με την αναβάθμιση των Leopard 2A4, ξεπερνούσε τα 2 δισεκατομμύρια ευρώ.
Ενώ η Ελλάδα βρισκόταν σε στάση αναμονής και διαπραγματεύσεων, η Ρουμανία κινήθηκε με εντυπωσιακή ταχύτητα και στρατηγική διορατικότητα, εκμεταλλευόμενη το κενό που δημιουργήθηκε. Το Βουκουρέστι, αναγνωρίζοντας την κρίσιμη ανάγκη για εκσυγχρονισμό των δυνάμεων πεζικού του λόγω του πολέμου στην Ουκρανία, οριστικοποίησε μια συμφωνία ύψους 3,4 δισεκατομμυρίων ευρώ για την απόκτηση 298 οχημάτων Lynx. Η Ρουμανία δεν περιορίστηκε στην αγορά, αλλά πέτυχε τη μεταφορά τεχνολογίας και την ίδρυση τοπικού δικτύου παραγωγής σε συνεργασία με τη Rheinmetall, καθιστώντας τον εαυτό της τον κύριο βιομηχανικό εταίρο της Γερμανίας στην περιοχή. Με αυτόν τον τρόπο, η ευκαιρία που είχε η Ελλάδα να γίνει ο βιομηχανικός κόμβος για το Lynx στη Νοτιοανατολική Ευρώπη μεταφέρθηκε βορειότερα, αφήνοντας την ελληνική πλευρά να αναζητά πλέον τρόπους συμμετοχής σε δεύτερο χρόνο ή σε μικρότερη κλίμακα.
Εναλλακτικές λύσεις
Η καθυστέρηση του προγράμματος Lynx στην Ελλάδα οδήγησε στην ανάγκη αναζήτησης εναλλακτικών λύσεων, τόσο στον τομέα των μεταχειρισμένων οχημάτων όσο και στην αναβάθμιση των υπαρχόντων μέσων, προκειμένου να καλυφθεί το τεράστιο κενό ισχύος.
Η πλέον άμεση λύση που εφαρμόστηκε ήταν η απόκτηση των γερμανικών Marder 1A3 μέσω της συμφωνίας ανταλλαγής για τα ουκρανικά BMP-1. Και αυτό δεν έτρεξε τελικά όπως αρχικά είχε προγραμματιστεί. Η συμφωνία για ανταλλαγή 100 BMP-1 προς 100 Marder κόλλησε τελικά στα 40 λόγω αντιδράσεων ορισμένων «πεφωτισμένων» με αμφιλεγόμενα κίνητρα, που επικοινώνησαν ότι αποστρατιωτικοποιούνται τα νησιά κι ότι οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις στερούνται ένα… υπερόπλο. Για την ιστορία, ένα ΒΜΡ-1 ζυγίζει 13,2 τόνους κι ένα Marder 33,5.
Αν και τα Marder είναι αξιόπιστα και σαφώς ανώτερα από τα παλιά σοβιετικά οχήματα, αποτελούν τεχνολογία περασμένων δεκαετιών και δεν μπορούν να θεωρηθούν λύση βάθους για το μέλλον.
Εν συνεχεία, στο προσκήνιο βρέθηκε η πιθανότητα απόκτησης μεταχειρισμένων M2 Bradley από τα αποθέματα των ΗΠΑ. Παρότι υπήρξαν επανειλημμένες κρούσεις και επιθεωρήσεις οχημάτων από ελληνικά κλιμάκια, η κατάσταση των διαθέσιμων Bradley και το κόστος επαναφοράς τους σε επιχειρησιακή δράση κατέστησαν την περίπτωση αυτή εξαιρετικά περίπλοκη και χρονοβόρα, με το αποτέλεσμα να παραμένει μέχρι σήμερα αβέβαιο.
Στο κομμάτι της αναβάθμισης του υπάρχοντος υλικού, η προσοχή στράφηκε στα ελληνικής κατασκευής (αυστριακής σχεδίασης) οχήματα Leonidas 1 και 2. Ελληνικές εταιρείες κατέθεσαν ολοκληρωμένες προτάσεις για τη μετατροπή των Leonidas σε ελαφρά ΤΟΜΑ (το λεγόμενο «Λεωνίδας 300»), με την προσθήκη νέας θωράκισης, σύγχρονων σκοπευτικών και τηλεχειριζόμενων πύργων με πυροβόλα. Η λύση αυτή προτάθηκε ως μια οικονομική διέξοδος που θα ενίσχυε την εγχώρια βιομηχανία, ωστόσο το κόστος ανά μονάδα και η παλαιότητα των σκαφών δημιούργησαν αμφιβολίες για το αν μια τέτοια επένδυση θα απέδιδε καρπούς σε ένα σύγχρονο πεδίο μάχης γεμάτο drones και αντιαρματικά βλήματα.
Μεικτή στρατηγική
Τελικά, η Ελλάδα φαίνεται να προσανατολίζεται σε μια μεικτή στρατηγική. Από τη μία πλευρά, η γερμανική πλευρά επέστρεψε με μια νέα, πιο ευέλικτη πρόταση που περιλαμβάνει έναν συνδυασμό 205 νέων Lynx και περίπου 200 επιπλέον μεταχειρισμένων Marder, προσφέροντας παράλληλα χρηματοδοτικά εργαλεία και βιομηχανικό έργο στην ΕΛΒΟ και άλλες ελληνικές εταιρείες. Από την άλλη, το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας εξετάζει τη συμμετοχή σε νέα ευρωπαϊκά προγράμματα ανάπτυξης τεθωρακισμένων, επιδιώκοντας να αποφύγει τα λάθη του παρελθόντος. Το 2040 παραμένει ένας μακρινός στόχος για την πλήρη ανανέωση, αλλά η πραγματικότητα επιτάσσει άμεσες αποφάσεις, καθώς η «ευκαιρία Lynx» που αξιοποίησε η Ρουμανία απέδειξε ότι στον διεθνή αμυντικό ανταγωνισμό, ο χρόνος είναι εξίσου πολύτιμος με το χρήμα. Η Ελλάδα καλείται τώρα να ισορροπήσει ανάμεσα στην απόκτηση ενός κορυφαίου, αλλά ακριβού συστήματος και τη διατήρηση μιας αξιόμαχης δύναμης μέσω έξυπνων αναβαθμίσεων και στοχευμένων αγορών μεταχειρισμένου υλικού.
