Νέα έρευνα για ενδεχόμενη απάτη με ευρωπαϊκά κονδύλια που προορίζονταν για την αναβάθμιση της σιδηροδρομικής γραμμής υψηλής ταχύτητας Μαδρίτης–Σεβίλλης ξεκίνησε η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, μόλις εννέα ημέρες μετά το πολύνεκρο δυστύχημα στην Ούρντα, που στοίχισε τη ζωή σε 69 ανθρώπους. Πρόκειται για τη δεύτερη έρευνα μέσα στο 2026 για την ίδια γραμμή, στην οποία έχουν σημειωθεί δύο καταστροφικά δυστυχήματα με συνολικά 115 νεκρούς, προκαλώντας έντονους κλυδωνισμούς στην Ισπανία και οδηγώντας στην παραίτηση του υπουργού Μεταφορών, Όσκαρ Πουέντε.
Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία (EPPO) ανακοίνωσε την Παρασκευή (6/11) ότι εξετάζει πιθανές παρατυπίες στη διαχείριση ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων, οι οποίες είχαν διατεθεί για την ανακαίνιση και την ενίσχυση των συστημάτων ασφαλείας, σηματοδότησης και επικοινωνιών στη γραμμή υψηλής ταχύτητας που συνδέει τη Μαδρίτη με τη Σεβίλλη.
Η έρευνα ξεκίνησε αυτεπαγγέλτως, μετά τη σύγκρουση δύο τρένων στις 28 Οκτωβρίου, κοντά στην Ούρντα, στην επαρχία του Τολέδο.
Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, οι ερευνητικές ενέργειες πραγματοποιούνται με τη συνδρομή της Κεντρικής Επιχειρησιακής Μονάδας (UCO) της ισπανικής Πολιτοφυλακής (Guardia Civil).
Στην ADIF και σε δύο δημόσιους φορείς οι ερευνητές
Οι ερευνητές στράφηκαν σε τρεις βασικούς δημόσιους φορείς που εμπλέκονται στη λειτουργία, την ασφάλεια και τον οικονομικό έλεγχο των σιδηροδρομικών υποδομών της χώρας.
Πρόκειται για την ADIF, τη δημόσια εταιρεία διαχείρισης των σιδηροδρομικών υποδομών, την Κρατική Υπηρεσία Σιδηροδρομικής Ασφάλειας (AESF) και το ισπανικό Ελεγκτικό Συνέδριο.
Σύμφωνα με την ισπανική εφημερίδα El País, στελέχη της UCO μετέβησαν στις εγκαταστάσεις των τριών οργανισμών προκειμένου να ζητήσουν έγγραφα σχετικά με τη διαχείριση των ευρωπαϊκών κονδυλίων.
Η ADIF, πάντως, διευκρίνισε μέσω πηγών της στο τηλεοπτικό δίκτυο laSexta ότι ανταποκρίθηκε στα αιτήματα των ερευνητικών αρχών, παρέχοντας τα ζητούμενα στοιχεία, και ότι δεν πραγματοποιήθηκε αστυνομική έρευνα στους χώρους της.
Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία περιορίστηκε να επιβεβαιώσει την έναρξη της διαδικασίας, επισημαίνοντας ότι, λόγω του ιδιαίτερα αυξημένου δημόσιου ενδιαφέροντος, προχώρησε κατ’ εξαίρεση στη δημοσιοποίηση της έρευνας, χωρίς να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες.
Στο επίκεντρο τρεις συμβάσεις και τα συστήματα ασφαλείας
Σύμφωνα με δημοσίευμα της ισπανικής εφημερίδας La Razón, οι ερευνητικές αρχές εξετάζουν τρεις συμβάσεις που σχετίζονται με έργα συντήρησης και αναβάθμισης των συστημάτων ασφαλείας στη γραμμή Μαδρίτης–Σεβίλλης.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι χρηματοδοτήσεις που συνδέονται με την εγκατάσταση του Ευρωπαϊκού Συστήματος Διαχείρισης Σιδηροδρομικής Κυκλοφορίας (ERTMS), το οποίο προορίζεται να εκσυγχρονίσει τον έλεγχο της κυκλοφορίας και την προστασία των συρμών.
Όπως αναφέρει η ίδια εφημερίδα, οι αρχές διερευνούν εάν ευρωπαϊκά κονδύλια χρησιμοποιήθηκαν σύμφωνα με τον προβλεπόμενο σκοπό τους ή εάν υπήρξε παράνομη εκτροπή χρημάτων.
Κατά τις πληροφορίες της La Razón, σε αυτό το αρχικό στάδιο της έρευνας δεν έχουν αναφερθεί συλλήψεις ή πρόσωπα στα οποία να έχουν αποδοθεί επισήμως κατηγορίες.
Σύμφωνα με το Euronews, η Ευρωπαϊκή Ένωση είχε εγκρίνει το 2024 χρηματοδότηση ύψους 111 εκατομμυρίων ευρώ από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης για την ανακαίνιση της συγκεκριμένης γραμμής.
Η έρευνα για πιθανή οικονομική απάτη είναι διακριτή από τις διαδικασίες που βρίσκονται σε εξέλιξη για τη διακρίβωση των τεχνικών και επιχειρησιακών αιτίων του δυστυχήματος.

Το δυστύχημα στην Ούρντα και το πρόβλημα στο σύστημα LZB
Το δυστύχημα σημειώθηκε το πρωί της 28ης Οκτωβρίου, όταν τρένο υψηλής ταχύτητας της κρατικής Renfe συγκρούστηκε με το πίσω μέρος ακινητοποιημένου συρμού της ιδιωτικής εταιρείας Iryo, κοντά στην Ούρντα, περίπου 150 χιλιόμετρα νότια της Μαδρίτης.
Από τη σύγκρουση σκοτώθηκαν 69 άνθρωποι, ενώ περισσότεροι από 100 τραυματίστηκαν.
Σύμφωνα με το ισπανικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό δίκτυο RTVE, οι έρευνες για τις συνθήκες της τραγωδίας επικεντρώνονται, μεταξύ άλλων, σε μια δυσλειτουργία του συστήματος LZB, το οποίο ελέγχει την κυκλοφορία και την ταχύτητα των τρένων.
Το πρωί του δυστυχήματος, περίπου στις 08:30, παρουσιάστηκε βλάβη που είχε ως αποτέλεσμα την ακινητοποίηση συρμών σε τμήμα της γραμμής μήκους περίπου 63 χιλιομέτρων.
Ένας από αυτούς ήταν ο συρμός της Iryo, ο οποίος παρέμεινε σταματημένος κοντά στην Ούρντα.
Λίγα λεπτά αργότερα, σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν δημοσιοποιηθεί, δόθηκε εντολή σε τρένο της Renfe να συνεχίσει την πορεία του, χωρίς περιορισμό ταχύτητας, παρότι στην ίδια γραμμή βρισκόταν ο ακινητοποιημένος συρμός.
Η σύγκρουση σημειώθηκε στις 08:53.
Ο τότε υπουργός Μεταφορών, Όσκαρ Πουέντε, είχε επισημάνει ότι το τρένο δεν θα έπρεπε να είχε λάβει άδεια να συνεχίσει την πορεία του υπό αυτές τις συνθήκες και ότι, ακόμη και εάν είχε επιτραπεί η κίνησή του, θα έπρεπε να είχε επιβληθεί σημαντικός περιορισμός της ταχύτητας.
Σύμφωνα με τις αρχικές εκτιμήσεις των ερευνητικών αρχών, η ταχύτητα της σύγκρουσης κυμαινόταν μεταξύ 160 και 200 χιλιομέτρων την ώρα.
Η αλληλουχία των τεχνικών βλαβών, των εντολών από το κέντρο ελέγχου και των αποφάσεων που ελήφθησαν παραμένει αντικείμενο διερεύνησης.
Δεύτερη έρευνα για την ίδια γραμμή μετά την τραγωδία στην Αδαμούθ
Η νέα έρευνα δεν είναι η πρώτη που πραγματοποιεί η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία σχετικά με τη γραμμή υψηλής ταχύτητας Μαδρίτης–Σεβίλλης.
Στις 20 Μαρτίου 2026, ο ευρωπαϊκός θεσμός είχε ανακοινώσει την έναρξη άλλης αυτεπάγγελτης έρευνας για πιθανή απάτη στη διαχείριση ευρωπαϊκών κονδυλίων που προορίζονταν για τη συντήρηση τμήματος της ίδιας γραμμής, κοντά στο χιλιομετρικό σημείο 318,7, στην περιοχή της Αδαμούθ, στην επαρχία της Κόρδοβας.
Η διαδικασία είχε κινηθεί μετά το σιδηροδρομικό δυστύχημα της 18ης Ιανουαρίου, στο οποίο έχασαν τη ζωή τους 46 άνθρωποι.
Η συγκεκριμένη υπόθεση επικεντρώνεται στη χρηματοδότηση εργασιών συντήρησης της σιδηροδρομικής υποδομής, ενώ η νέα έρευνα αφορά τα κονδύλια για τα συστήματα ασφαλείας, σηματοδότησης και επικοινωνιών.
Μέσα σε διάστημα μικρότερο των δέκα μηνών, η ίδια γραμμή έχει βρεθεί στο επίκεντρο δύο πολύνεκρων δυστυχημάτων, με συνολικό απολογισμό 115 νεκρούς.
Η επανάληψη των τραγωδιών έχει προκαλέσει σοβαρά ερωτήματα για την κατάσταση των υποδομών, την αποτελεσματικότητα της συντήρησης και την επάρκεια των μηχανισμών ασφαλείας του ισπανικού σιδηροδρομικού δικτύου.

Η παραίτηση Πουέντε: «Είναι ζήτημα πολιτικής αξιοπρέπειας»
Οι εξελίξεις έχουν ήδη προκαλέσει σημαντικές πολιτικές αναταράξεις στην Ισπανία.
Την Τρίτη (3/11), ο υπουργός Μεταφορών Όσκαρ Πουέντε υπέβαλε την παραίτησή του, μετά την εμφάνισή του ενώπιον του ισπανικού Κοινοβουλίου για την τραγωδία στην Ούρντα.
Ο Πουέντε ανακοίνωσε επίσης ότι δεν θα είναι υποψήφιος με το Σοσιαλιστικό Κόμμα (PSOE) στις βουλευτικές εκλογές της 29ης Νοεμβρίου.
«Ένας υπουργός Μεταφορών δεν μπορεί να συνεχίσει να βρίσκεται στη θέση του μετά από δύο δυστυχήματα τέτοιας σοβαρότητας σε λιγότερο από έναν χρόνο», δήλωσε.
Όπως εξήγησε, η απόφασή του συνδέεται με την πολιτική αξιοπρέπεια, τη συνέπεια και την ενσυναίσθηση απέναντι στις οικογένειες των θυμάτων, ανεξάρτητα από το αν υπάρχει προσωπική ευθύνη για τα δυστυχήματα.
Σύμφωνα με το RTVE, ο πρώην υπουργός υποστήριξε ότι είχε αποφασίσει να παραιτηθεί ήδη από την ημέρα της τραγωδίας, αλλά επέλεξε να παραμείνει προσωρινά στη θέση του για να προωθήσει τα άμεσα μέτρα ασφαλείας.
Η κυβέρνηση του Πέδρο Σάντσεθ βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με νέα πίεση, σε μια περίοδο κατά την οποία η ασφάλεια των σιδηροδρομικών μεταφορών έχει αναδειχθεί σε μείζον πολιτικό ζήτημα ενόψει των εκλογών.
Αποζημιώσεις στους συγγενείς και μέτρα για την αποτροπή νέων δυστυχημάτων
Παράλληλα με τις έρευνες, η ισπανική κυβέρνηση έχει ανακοινώσει μέτρα οικονομικής στήριξης των θυμάτων και των οικογενειών τους.
Σύμφωνα με το Euronews, από την Παρασκευή (6/11) ξεκίνησε η υποβολή αιτήσεων για οικονομική ενίσχυση και αποζημιώσεις μετά την τραγωδία στην Ούρντα.
Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να καταθέσουν τις αιτήσεις τους μέχρι τις 5 Φεβρουαρίου 2027, είτε ηλεκτρονικά είτε μέσω των αρμόδιων υπηρεσιών.
Προβλέπονται άμεσες οικονομικές ενισχύσεις για την κάλυψη επειγουσών αναγκών, καθώς και προκαταβολές έναντι μελλοντικών αποζημιώσεων.
Παράλληλα, η κυβέρνηση έχει ανακοινώσει πρόσθετα μέτρα για τη σιδηροδρομική ασφάλεια, μεταξύ των οποίων αυστηρότερους περιορισμούς ταχύτητας σε περιπτώσεις βλάβης των συστημάτων σηματοδότησης, ενίσχυση του προσωπικού και επιτάχυνση της αναβάθμισης των τεχνολογικών υποδομών.
Η νέα έρευνα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας προσθέτει, ωστόσο, ακόμη μία διάσταση στην υπόθεση: πέρα από το ερώτημα για τα αίτια των δύο πολύνεκρων συγκρούσεων, οι αρχές καλούνται πλέον να διαπιστώσουν εάν τα ευρωπαϊκά χρήματα που προορίζονταν για τη βελτίωση της ασφάλειας των σιδηροδρόμων διατέθηκαν και αξιοποιήθηκαν όπως προβλεπόταν.