Τα βασικά σημεία του άρθρου
- Οι πληροφορίες περί ενός πιθανού πλαισίου κατανόησης (MoU) μεταξύ Ουάσινγκτον και Τεχεράνης παρουσιάζονται ως βήμα προς τη σταθερότητα, αλλά πρόκειται περισσότερο για μια θεσμοποιημένη ανακωχή υπό όρους παρά για ειρήνη.
- Η Μέση Ανατολή λειτουργεί ως χώρος ελεγχόμενης αποσταθεροποίησης, με το πλαίσιο αποκλιμάκωσης να αποτελεί μια εύθραυστη ισορροπία τακτικής σκοπιμότητας και όχι το τέλος του στρατηγικού ανταγωνισμού.
- Η γλώσσα έχει μετατραπεί σε όπλο πρώτης γραμμής, καθώς η μάχη διεξάγεται και για τον έλεγχο των λέξεων που περιγράφουν την πραγματικότητα, με τη μάχη για τη διεθνή κοινή γνώμη να προηγείται συχνά της μάχης στο πεδίο.
Οι πληροφορίες και οι διαρροές περί ενός πιθανού πλαισίου κατανόησης (MoU) ή αποκλιμάκωσης μεταξύ Ουάσινγκτον και Τεχεράνης παρουσιάζονται από ορισμένους ως ένα βήμα προς τη σταθερότητα σε μια περιοχή που εδώ και 100 ημέρες , ή καλύτερα δεκαετίες παραμένει στο χείλος της κρίσης.
Ωστόσο, πίσω από τη ρητορική της «ειρήνης» διαμορφώνεται ένα πολύ πιο σύνθετο γεωπολιτικό τοπίο. Η εμπειρία της Μέσης Ανατολής δείχνει ότι οι μεγάλες συμφωνίες σπανίως επιλύουν οριστικά τις αντιπαραθέσεις. Συνήθως τις παγώνουν, τις μετασχηματίζουν ή τις μεταθέτουν χρονικά.
Το πιθανό πλαίσιο συνεννόησης, όπως έχει περιγραφεί σε διεθνή δημοσιεύματα, δεν αφορά μια συνολική διευθέτηση των διαφορών μεταξύ των δύο πλευρών. Αντίθετα, φαίνεται να εστιάζει στη διαχείριση της έντασης μέσω συγκεκριμένων επιχειρησιακών ρυθμίσεων: μέτρα αποσυμπίεσης στρατιωτικών δυνάμεων, εγγυήσεις για την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ και ενδεχομένως μια προσωρινή αναστολή ενεργειών που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε άμεση σύγκρουση.
Με άλλα λόγια, δεν πρόκειται κατ’ ανάγκην για ειρήνη με την κλασική έννοια του όρου. Πρόκειται περισσότερο για μια θεσμοποιημένη ανακωχή υπό όρους, η οποία θα μπορούσε να ανατραπεί εφόσον μεταβληθούν οι στρατιωτικές ή πολιτικές ισορροπίες στην περιοχή.
Το κρίσιμο ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι μόνο αν θα υπάρξει μια τέτοια συμφωνία, αλλά ποιον πραγματικό σκοπό εξυπηρετεί.
Η Μέση Ανατολή ιστορικά δεν λειτούργησε ποτέ ως ένα σταθερό σύστημα ειρήνης. Αντίθετα, λειτούργησε ως χώρος ελεγχόμενης αποσταθεροποίησης, όπου οι μεγάλες δυνάμεις επιδίωκαν να διασφαλίσουν την επιρροή τους περισσότερο μέσω της διαχείρισης κρίσεων παρά μέσω οριστικών λύσεων.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, μια αμερικανοϊρανική προσέγγιση δεν θα πρέπει να ερμηνευθεί αποκλειστικά ως διπλωματική επιτυχία. Μπορεί να αποτελεί ταυτόχρονα και εργαλείο στρατηγικής αναδιάταξης δυνάμεων. Οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται αντιμέτωπες με πολλαπλά γεωπολιτικά μέτωπα, από την Ουκρανία έως τον Ινδοειρηνικό, ενώ η Τεχεράνη επιδιώκει να σπάσει τον στρατηγικό περιορισμό που της επιβάλλεται χωρίς να εγκαταλείψει τις βασικές επιδιώξεις της στον τομέα της περιφερειακής και πυρηνικής ισχύος.
Παράλληλα, δεν μπορεί να αγνοηθεί ο ρόλος του Ισραήλ. Οποιαδήποτε μορφή αμερικανοϊρανικής αποκλιμάκωσης παραμένει εξαιρετικά δύσκολο να αποκτήσει μόνιμο χαρακτήρα χωρίς τη συνεκτίμηση των ισραηλινών αντιλήψεων ασφαλείας. Το Τελ Αβίβ εξακολουθεί να αντιμετωπίζει το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα και το δίκτυο περιφερειακών συμμάχων της Τεχεράνης ως υπαρξιακή απειλή. Ως εκ τούτου, κάθε προσπάθεια συνεννόησης παραμένει εξ ορισμού εύθραυστη.
Εξίσου σημαντικός είναι και ο παράγοντας της Κίνας. Το Πεκίνο έχει κάθε λόγο να επιδιώκει σταθερότητα στον Περσικό Κόλπο, καθώς εξαρτάται ενεργειακά από την περιοχή και διατηρεί στενούς οικονομικούς δεσμούς με το Ιράν. Για την Κίνα, η ασφάλεια των θαλάσσιων διαύλων και η απρόσκοπτη ροή ενέργειας αποτελούν θεμελιώδη στοιχεία της ευρύτερης στρατηγικής της ανόδου.
Δεν είναι τυχαίο ότι στο επίκεντρο όλων των σχετικών συζητήσεων βρίσκονται τα Στενά του Ορμούζ. Πρόκειται για έναν από τους σημαντικότερους στρατηγικούς διαύλους του πλανήτη, από τον οποίο διέρχεται μεγάλο μέρος της παγκόσμιας ενεργειακής τροφοδοσίας. Οποιαδήποτε μεταβολή του επιπέδου ασφάλειας στην περιοχή επηρεάζει άμεσα τις τιμές της ενέργειας, τη διεθνή ναυτιλία, το παγκόσμιο εμπόριο και τελικά τις οικονομίες της Ευρώπης, της Ασίας και της Βόρειας Αμερικής.
Ένα προσωρινό «πάγωμα» της έντασης θα μπορούσε να προσφέρει βραχυπρόθεσμη ανακούφιση στις αγορές. Δεν θα εξάλειφε όμως τις βαθύτερες αιτίες της αντιπαράθεσης.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο η σκέψη του Θουκυδίδη αποκτά εξαιρετική επικαιρότητα.
Συχνά η πολιτική και η διπλωματία παίζουν με τις λέξεις, μεταβάλλοντας το νόημά τους ώστε να δικαιολογούνται οι πράξεις. Ο Θουκυδίδης, περιγράφοντας τις συνθήκες εμφύλιας σύγκρουσης στην Κέρκυρα, σημείωνε:
«καὶ τὴν εἰωθυῖαν ἀξίωσιν τῶν ὀνομάτων ἐς τὰ ἔργα ἀντήλλαξαν τῇ δικαιώσει».
Με άλλα λόγια, οι άνθρωποι άρχισαν να αλλάζουν το νόημα των λέξεων προκειμένου να δικαιολογούν τις πράξεις τους.
Δεν πρόκειται απλώς για μια φιλολογική παρατήρηση. Πρόκειται για έναν από τους διαχρονικούς νόμους της πολιτικής ισχύος. Όταν τα κράτη εισέρχονται σε συνθήκες οξείας αντιπαράθεσης, η σύγκρουση δεν διεξάγεται μόνο στο πεδίο των επιχειρήσεων αλλά και στο πεδίο της γλώσσας.
Αυτό ακριβώς παρατηρείται σήμερα στον ευρύτερο χώρο του Περσικού Κόλπου.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες παρουσιάζουν τη στρατιωτική τους παρουσία ως εγγύηση της «ελευθερίας της ναυσιπλοΐας», της «περιφερειακής σταθερότητας» και της «αποτροπής». Το Ισραήλ εντάσσει τις επιχειρήσεις του στο δόγμα της «προληπτικής αυτοάμυνας». Το Ιράν αντιτείνει ότι υπερασπίζεται τον «άξονα της αντίστασης» απέναντι σε μια διαρκή στρατηγική περικύκλωσης.
Οι ίδιες πράξεις αποκτούν διαφορετικά ονόματα.
Ο πύραυλος του ενός γίνεται «νόμιμη απάντηση». Ο πύραυλος του άλλου γίνεται «παράνομη επίθεση».
Η στρατιωτική επιχείρηση του ενός χαρακτηρίζεται «αυτοάμυνα». Η αντίστοιχη ενέργεια του αντιπάλου βαφτίζεται «επιθετικότητα».
Η ανάπτυξη ναυτικών δυνάμεων ερμηνεύεται είτε ως «διασφάλιση σταθερότητας» είτε ως «επίδειξη ισχύος», ανάλογα με το ποιος διαμορφώνει το κυρίαρχο αφήγημα.
Στη σύγχρονη εποχή των κοινωνικών δικτύων, των διεθνών μέσων ενημέρωσης και των μηχανισμών στρατηγικής επικοινωνίας, η γλώσσα έχει μετατραπεί σε όπλο πρώτης γραμμής. Ο σύγχρονος πόλεμος δεν διεξάγεται μόνο με drones, πυραύλους, δορυφόρους και αεροπλανοφόρα. Διεξάγεται και με αφηγήματα.
Η μάχη για τη διεθνή κοινή γνώμη προηγείται συχνά της μάχης στο πεδίο.
Δεν είναι τυχαίο ότι πριν από κάθε στρατιωτική κίνηση προηγείται σχεδόν πάντοτε μια επικοινωνιακή επιχείρηση νομιμοποίησης. Κανένα κράτος δεν επιθυμεί να εμφανίζεται ως επιτιθέμενο. Όλοι επικαλούνται την άμυνα, την πρόληψη, τη σταθερότητα, την ασφάλεια ή το διεθνές δίκαιο.
Ο Θουκυδίδης θα αναγνώριζε αμέσως αυτή τη διαδικασία. Θα αναγνώριζε επίσης ότι πίσω από τις λέξεις παραμένει πάντοτε το ζήτημα της ισχύος.
Στον περίφημο Διάλογο Αθηναίων και Μηλίων καταγράφει τη σκληρή πραγματικότητα των διεθνών σχέσεων: «οἱ δυνατοὶ πράσσουσιν ἃ τῇ δυνάμει ἐξουσιάζουσιν, καὶ οἱ ἀσθενεῖς ξυγχωροῦσιν».
Οι ισχυροί πράττουν όσα τους επιτρέπει η δύναμή τους και οι αδύναμοι υποχωρούν όσο τους επιβάλλει η αδυναμία τους.
Στον Περσικό Κόλπο, η σύγκρουση των αφηγημάτων δεν αναιρεί τη σύγκρουση των συμφερόντων. Αντιθέτως, τη συνοδεύει. Η Ουάσιγκτον επιδιώκει τη διατήρηση της αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας. Το Ισραήλ επιδιώκει την εξουδετέρωση απειλών που θεωρεί υπαρξιακές. Το Ιράν επιδιώκει την αναβάθμιση του ρόλου του ως περιφερειακής δύναμης και τη δημιουργία στρατηγικού βάθους από τον Περσικό Κόλπο έως την Ανατολική Μεσόγειο. Η Κίνα επιδιώκει τη διασφάλιση των ενεργειακών και εμπορικών της συμφερόντων.
Οι στόχοι αυτοί παραμένουν σταθεροί. Εκείνο που μεταβάλλεται είναι οι λέξεις με τις οποίες παρουσιάζονται.
Γι’ αυτό και αν τελικώς προκύψει ένα πλαίσιο αποκλιμάκωσης μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν, δύσκολα θα μπορεί να θεωρηθεί η απαρχή μιας νέας ειρηνευτικής αρχιτεκτονικής στη Μέση Ανατολή. Πιθανότερο είναι να αποτελεί μια εύθραυστη ισορροπία τακτικής σκοπιμότητας, μια προσωρινή ανακωχή συμφερόντων και όχι το τέλος του στρατηγικού ανταγωνισμού.
Διότι στον Περσικό Κόλπο, όπως και στην Κέρκυρα του Θουκυδίδη, η μάχη δεν διεξάγεται μόνο για τον έλεγχο των θαλασσών, των ενεργειακών διαδρόμων και των στρατηγικών σημείων. Διεξάγεται και για τον έλεγχο των λέξεων που περιγράφουν την πραγματικότητα.
Και πολλές φορές, εκείνος που επιβάλλει το λεξιλόγιο της σύγκρουσης έχει ήδη κερδίσει το πρώτο και ίσως σημαντικότερο στάδιο της.
*Του Δρα Δημ. Σταθακόπουλου
