Η απόφαση της Βρετανίας να επιβάλει κυρώσεις στους Ισραηλινούς εποίκους στη Δυτική Όχθη πυροδότησε μια οξύτατη διπλωματική αντιπαράθεση. Η ιστορική εμπλοκή του Λονδίνου στην ίδρυση του Ισραήλ εξηγεί γιατί η κίνηση αυτή φέρει τεράστιο πολιτικό βάρος, ξεπερνώντας κατά πολύ τον άμεσο οικονομικό της αντίκτυπο.
Η βαρύτητα των λέξεων
Ένας αιφνίδιος και πρωτοφανής διπλωματικός «σεισμός», κατηγορίες περί «εθνοκάθαρσης» κατά εβραϊκών πολιτοφυλακών από τη βρετανική κυβέρνηση και ένα ισραηλινό αντίμετρο με το κλείσιμο της βρετανικής διπλωματικής αποστολής στους Παλαιστίνιους, ακολούθησαν την απόφαση του Ηνωμένου Βασιλείου να επιβάλει κυρώσεις στο ισραηλινό πρόγραμμα κατασκευής παράνομων οικισμών στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη.
Ανακοινώνοντας τις εμπορικές κυρώσεις, ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών Εντ Μίλιμπαντ προέβη σε μια ιδιαίτερα σκληρή δήλωση. «Η βρετανική κυβέρνηση συμφωνεί ότι λαμβάνει χώρα εθνοκάθαρση Παλαιστινίων σε περιοχές της Δυτικής Όχθης — η οποία διαπράττεται από τρομοκράτες εποίκους», ανέφερε.
«Πάρα πολύ συχνά, η ισραηλινή κυβέρνηση εθελοτυφλεί απέναντι σε αυτό και, το χειρότερο, μέλη της έχουν προβεί σε δηλώσεις και έχουν λάβει μέτρα για την υποστήριξη του αναγκαστικού εκτοπισμού Παλαιστινίων».
Όπως σημειώνει ο The Independent, η «εθνοκάθαρση» και ο «αναγκαστικός εκτοπισμός» θεωρούνται συχνά πράξεις γενοκτονίας.
Στο πλαίσιο της αυστηρής αυτής γλώσσας του Μίλιμπαντ, οι κυρώσεις κατά των οικιστών ενδέχεται να φαντάζουν δυσανάλογα ήπιες, αφήνοντας το ίδιο το κράτος του Ισραήλ στο απυρόβλητο.
Ωστόσο, οι επιπτώσεις των νέων βρετανικών κυρώσεων αναμένεται να γίνουν αισθητές πολύ ευρύτερα.
Η ιστορική εμπλοκή του Λονδίνου
Η ιστορία του Ηνωμένου Βασιλείου στον 20ό αιώνα με το Ισραήλ και τους Παλαιστίνιους διατηρεί μια ιδιαίτερη επιρροή και στις δύο κοινότητες, τουλάχιστον από το 1917 – τη χρονιά που το σιωνιστικό όνειρο πήρε σάρκα και οστά, στα χαρτιά.
Η λεγόμενη «Διακήρυξη Μπάλφουρ», η επιστολή δηλαδή που απέστειλε ο τότε υπουργός Εξωτερικών Τζέιμς Μπάλφουρ στον Λόρδο Ρότσιλντ, θεωρείται από τον αραβικό κόσμο ως η αρχική προδοσία: ένα αποικιοκρατικό εγχείρημα που φόρτωσε την περιοχή με δυστυχία.
Για πολλούς στην εβραϊκή διασπορά, ήταν η στιγμή που μια αυτοκρατορική κυβέρνηση, η οποία διοικούσε την Παλαιστίνη, έδωσε την «υπόσχεση» για τη δημιουργία ενός εβραϊκού κράτους.
Σύμφωνα με την ανάλυση του The Independent, η Βρετανία δεν υπήρξε απλώς η μαία, αλλά το… «κέντρο εξωσωματικής γονιμοποίησης» για τη σύλληψη αυτού που αποτελεί σήμερα το Ισραήλ.
Ο ρόλος του Λονδίνου ήταν καθοριστικός τότε, και γι’ αυτό οι κυρώσεις του ενάντια στους ισραηλινούς οικισμούς σε παλαιστινιακά εδάφη που καταλήφθηκαν το 1967 φέρουν μια ισχύ που ξεπερνά κατά πολύ την αμιγώς οικονομική τους διάσταση.
Η κατάρρευση του αφηγήματος περί BDS
Η προηγούμενη συντηρητική κυβέρνηση της Βρετανίας είχε εισαγάγει νομοθεσία, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του Ισραήλ, η οποία ουσιαστικά υποστήριζε ότι οι εκκλήσεις για μποϊκοτάζ, αποεπένδυση ή κυρώσεις (BDS) κατά του Ισραήλ ήταν αντισημιτικές και έπρεπε να απαγορευτούν.
Το νομοσχέδιο μπήκε στο αρχείο από τον πρών πρωθυπουργό Κιρ Στάρμερ, αλλά η κυβέρνησή του διατήρησε την πολιτική απόρριψης κάθε μορφής BDS.
Αυτή η ισορροπία πλέον ανετράπη. Για χρόνια, κεντρικός πυλώνας της εξωτερικής πολιτικής του Ισραήλ ήταν ο ισχυρισμός ότι κάθε μορφή οικονομικών κυρώσεων εναντίον του συνιστά μια τυφλή, πρωτόγονη επίθεση εναντίον του εβραϊκού λαού στο σύνολό του.
Πρόκειται για ένα έωλο επιχείρημα, το οποίο η νέα βρετανική νομοθεσία διέλυσε ολοσχερώς, επισημαίνει ο The Indepedent.
Ωστόσο, όπως εξηγεί στην ανάλυσή της η βρετανική εφημερίδα, είναι σχεδόν αδύνατο να επιβληθεί απαγόρευση εμπορίου στις εβραϊκές αποικίες της Δυτικής Όχθης όταν τα αγαθά που εξάγουν ταυτοποιούνται ως προϊόντα του Ισραήλ.
Δεν θα αναγράφουν ποτέ «παράγεται στην Παλαιστίνη», διότι το Ισραήλ ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει —και δεν υπήρξε ποτέ— τέτοιο μέρος.
Έτσι, ένας εισαγωγέας ή ένας καταναλωτής, επιθυμώντας να συμμορφωθεί με τη νέα νομοθεσία που στόχο έχει να σταματήσει τη δόμηση της περιοχής «E1» -μιας γιγαντιαίας επέκτασης της Ιερουσαλήμ που θα διχοτομούσε τη Δυτική Όχθη και θα κατέστρεφε την εδαφική συνοχή για τους Παλαιστίνιους- ενδέχεται να αποφασίσει να μποϊκοτάρει όλα τα ισραηλινά προϊόντα, προκειμένου να αποφύγει την αθέτηση των κυρώσεων κατά των οικισμών.
Σε τροχιά σύγκρουσης με Νετανιάχου και Λευκό Οίκο
Πρόκειται για μια σταδιακή πίεση που το Τελ Αβίβ απεχθάνεται. Η κίνηση αυτή φέρνει πλέον το Λονδίνο σε μετωπική σύγκρουση όχι μόνο με την κυβέρνηση του Μπενιαμίν Νετανιάχου, αλλά και με την αμερικανική διοίκηση.
Οι ΗΠΑ έχουν επιβάλει κυρώσεις σε δικαστικούς λειτουργούς του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου (ΔΠΔ) για την παραπομπή του Ισραηλινού Πρωθυπουργού και του τότε υπουργού Άμυνας, Γιοάβ Γκάλαντ, για εικαζόμενα εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.
Οι ενέργειές του Ισραήλ στη Γάζα, όπου σκοτώθηκαν περίπου 70.000 άνθρωποι —εκ των οποίων πάνω από 45.000 ήταν γυναίκες και παιδιά— σε απάντηση για τη σφαγή της 7ης Οκτωβρίου από τη Χαμάς, έχουν προκαλέσει σοκ σε φιλελεύθερες εβραϊκές οργανώσεις σε όλο τον κόσμο, οι οποίες αγωνίζονται επί χρόνια για μια «λύση δύο κρατών» με ασφαλή έθνη για Ισραηλινούς και Παλαιστίνιους.
Στη Δυτική Όχθη, την οποία ο Νετανιάχου θέλει να προσαρτήσει χωρίς τον παλαιστινιακό πληθυσμό των 2,5 εκατομμυρίων, εβραϊκές πολιτοφυλακές απομακρύνουν βίαια μη Εβραίους από τα σπίτια τους, σε μια βίαιη εκστρατεία υπό την επίβλεψη των ισραηλινών δυνάμεων ασφαλείας.
Ο Βρετανός ΥΠΕΞ Εντ Μίλιμπαντ ήταν εμφανώς συγκλονισμένος όταν ενημερώθηκε πρόσφατα για τη Γάζα. Σύμφωνα με τον The Independent, ο ίδιος δήλωσε πως «πρέπει να δράσουμε και να δράσουμε πιο αποφασιστικά», καθώς πλησίαζε η επιβολή των κυρώσεων για τους οικισμούς.
Αντιδρώντας έντονα, ο Μάικ Χάκαμπι, χριστιανός φονταμενταλιστής και πρέσβης των ΗΠΑ στο Ισραήλ, σχολίασε στην πλατφόρμα X: «Οι Βρετανοί τα έχασαν. Το μίσος της κυβέρνησής τους για τους Εβραίους δεν έχει όρια και δεν γνωρίζει γεγονότα».
Σημειώνεται, πάντως, ότι ο ίδιος ο Μίλιμπαντ είναι Εβραίος.
Η επιστροφή στο πνεύμα του 1917
Όπως υπενθυμίζει η ανάλυση του The Independent, ο Μπάλφουρ είχε γράψει το 1917: «Η Κυβέρνηση της Αυτού Μεγαλειότητος βλέπει με ευνοϊκό μάτι την ίδρυση στην Παλαιστίνη μιας εθνικής εστίας για τον εβραϊκό λαό και θα καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να διευκολύνει την επίτευξη αυτού του στόχου, ενώ είναι σαφώς κατανοητό ότι δεν θα γίνει τίποτα που μπορεί να θίξει τα πολιτικά και θρησκευτικά δικαιώματα των υπαρχουσών μη εβραϊκών κοινοτήτων στην Παλαιστίνη ή τα δικαιώματα και το πολιτικό καθεστώς που απολαμβάνουν οι Εβραίοι σε οποιαδήποτε άλλη χώρα».
Σήμερα, η βρετανική κυβέρνηση προσπαθεί, με περιορισμένο έστω τρόπο, να υλοποιήσει εκείνη την αρχική δέσμευση για μια εθνική εστία των Εβραίων που δεν παραβιάζει τα πολιτικά και θρησκευτικά δικαιώματα των «υπαρχουσών μη εβραϊκών κοινοτήτων».
Αντιθέτως, η σημερινή ισραηλινή κυβέρνηση παραμένει προσηλωμένη σε πρακτικές απαρτχάιντ, στην υφαρπαγή γης και σε ένα νομικό καθεστώς που προβλέπει τη θανατική ποινή αποκλειστικά για μη Εβραίους.
Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο The Independent, η κατάσταση δεν ήταν πάντα αυτή — και οι βρετανικές κυρώσεις ενδέχεται να λειτουργήσουν ως καταλύτης για να διορθώσει το Ισραήλ μια πορεία που μοιάζει προδιαγεγραμμένα καταστροφική.