Η επίσκεψη του Προέδρου του Λιβάνου Joseph Aoun στην Αθήνα στις 31 Αυγούστου 2026 ανοίγει ένα κρίσιμο παράθυρο ευκαιρίας για τις ελληνολιβανέζικες σχέσεις. Σύμφωνα με τις επίσημες δηλώσεις του Έλληνα Πρωθυπουργού, πρόκειται για την πρώτη επίσκεψη Προέδρου του Λιβάνου στην Ελλάδα εδώ και 14 χρόνια. Η αναβάθμιση των σχέσεων σε στρατηγική εταιρική σχέση χρειάζεται πλέον περιεχόμενο, πόρους και, κυρίως, σαφές χρονοδιάγραμμα υλοποίησης.
Η Ελλάδα δεν ξεκινά από το μηδέν. Σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, όπως δημοσιεύονται από την Enterprise Greece, οι ελληνικές εξαγωγές προς τον Λίβανο ανήλθαν το 2025 σε 1,167 δισ. ευρώ, έναντι 1,220 δισ. το 2024 και 1,426 δισ. το 2023, καθιστώντας τον Λίβανο μία από τις σημαντικότερες εξαγωγικές αγορές της Ελλάδας. Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι να αποκτήσουμε παρουσία, αλλά να μετατρέψουμε την ήδη σημαντική οικονομική σχέση σε στρατηγική επιρροή.
Η ελληνική παρουσία έχει και συγκεκριμένο ανθρωπιστικό αποτύπωμα. Τον Απρίλιο του 2026, η Ελλάδα ανακοίνωσε συνεισφορά 300.000 ευρώ στο Lebanon Humanitarian Fund, επιπλέον 500.000 ευρώ για τη στήριξη του συστήματος υγείας του Λιβάνου, καθώς και αποστολή τριών τόνων ανθρωπιστικής βοήθειας. Η οικονομική, ανθρωπιστική και αμυντική παρουσία δημιουργεί συνεπώς ήδη μία βάση πάνω στην οποία μπορεί να οικοδομηθεί μία ευρύτερη στρατηγική σχέση.
Οι ανάγκες είναι τεράστιες. Σύμφωνα με την Lebanon Rapid Damage and Needs Assessment της Παγκόσμιας Τράπεζας, οι ανάγκες ανάκαμψης και ανοικοδόμησης για την περίοδο Οκτωβρίου 2023–Δεκεμβρίου 2024 εκτιμήθηκαν στα 11 δισ. δολάρια, εκ των οποίων 3–5 δισ. απαιτούν δημόσια χρηματοδότηση και 6–8 δισ. ιδιωτικά κεφάλαια.
Η πρώτη μεγάλη ελληνική ευκαιρία
Εδώ βρίσκεται η πρώτη μεγάλη ελληνική ευκαιρία. Η Ελλάδα πρέπει να διεκδικήσει οργανωμένο ρόλο στην ανοικοδόμηση του Λιβάνου και, όταν το επιτρέψουν οι συνθήκες, στην ανασυγκρότηση της Συρίας. Ελληνικές επιχειρήσεις διαθέτουν τεχνογνωσία σε ενέργεια, ηλεκτρικά δίκτυα, ύδρευση, κατασκευές, λιμένες, logistics, νοσοκομεία, τηλεπικοινωνίες και μεταφορές. Χρειάζεται εθνικός κατάλογος έργων και εταιρειών και σύνδεσή τους με ευρωπαϊκούς, διεθνείς και ιδιωτικούς χρηματοδοτικούς μηχανισμούς.
Δεύτερος πυλώνας είναι το εμπόριο και οι επενδύσεις. Η Ελλάδα πρέπει να διευκολύνει τις εξαγωγές της, αλλά και την εισαγωγή ποιοτικών λιβανέζικων προϊόντων και την πρόσβασή τους στην ευρωπαϊκή αγορά. Υπάρχει ήδη Lebanese–Hellenic Business Council, ενώ έχουν πραγματοποιηθεί και Lebanese–Greek Business Forums. Συνεπώς, αυτό που χρειάζεται είναι η αναβάθμιση του υφιστάμενου μηχανισμού, η καθιέρωση ετήσιου επιχειρηματικού Forum, περισσότερες επιχειρηματικές αποστολές και συγκεκριμένα επενδυτικά έργα.
Τρίτος πυλώνας είναι οι χριστιανικές κοινότητες. Ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης αναφέρθηκε στις 31 Αυγούστου ειδικά στη σημασία προστασίας τους και στη διαφύλαξη του πολυπολιτισμικού χαρακτήρα του Λιβάνου. Η Ελλάδα έχει ιδιαίτερη ιστορική σχέση με την Ορθοδοξία, αλλά μπορεί να στηρίξει συνολικά τη χριστιανική παρουσία, με σεβασμό σε όλες τις θρησκευτικές κοινότητες. Αποκατάσταση ναών, σχολείων, ιστορικών μνημείων και κοινοτικών υποδομών, υποτροφίες και πανεπιστημιακές συνεργασίες μπορούν να αποτελέσουν συγκεκριμένη ελληνική και ευρωπαϊκή πρωτοβουλία.
Τέταρτος πυλώνας είναι η άμυνα, όπου υπάρχουν ήδη μετρήσιμα αποτελέσματα. Σύμφωνα με το ελληνικό Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, στις 15 Ιανουαρίου 2026 παραδόθηκαν στον Λίβανο 13 M113, 10 STEYR 680M και ανταλλακτικά. Στις 29 Αυγούστου 2026, σύμφωνα με ανακοίνωση του ΓΕΕΘΑ, ακολούθησε δεύτερη παράδοση με επιπλέον 13 M113 και 10 STEYR 680M. Συνολικά, η ελληνική συνδρομή στις δύο αυτές παραδόσεις ανέρχεται σε 26 M113 και 20 STEYR 680M.
Αυτό πρέπει να αποτελέσει αφετηρία ενός μόνιμου προγράμματος αμυντικής συνεργασίας. Το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας έχει ήδη δηλώσει ότι η Ελλάδα είναι έτοιμη να εκπαιδεύσει στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων του Λιβάνου στις ελληνικές στρατιωτικές σχολές. Η συνεργασία μπορεί να επεκταθεί με εκπαίδευση και στον Λίβανο, συνεχείς κοινές ασκήσεις, θαλάσσια επιτήρηση, κυβερνοασφάλεια, anti-drone δυνατότητες, έρευνα και διάσωση και προστασία κρίσιμων υποδομών.
Πέμπτος πυλώνας είναι η Κύπρος και η θαλάσσια διασύνδεση. Απευθείας οριοθέτηση ΑΟΖ Ελλάδας–Λιβάνου δεν τίθεται λόγω γεωγραφίας. Κύπρος και Λίβανος, όμως, υπέγραψαν στις 26 Νοεμβρίου 2025 τη συμφωνία οριοθέτησης της μεταξύ τους ΑΟΖ, η οποία, σύμφωνα με τη βάση συνθηκών του ΟΗΕ, τέθηκε σε ισχύ στις 26 Φεβρουαρίου 2026. Δημιουργείται έτσι βάση για έναν λειτουργικό άξονα Ελλάδας–Κύπρου–Λιβάνου σε ενέργεια, ηλεκτρικές και ψηφιακές διασυνδέσεις, λιμένες, logistics και θαλάσσια ασφάλεια.
Υπάρχει, τέλος, η πολιτική διαμεσολάβηση. Η Ελλάδα υποστηρίζει τον απευθείας διάλογο Λιβάνου–Ισραήλ υπό αμερικανική διαμεσολάβηση, ενώ ο Πρόεδρος Aoun ζήτησε κατά την επίσκεψή του στην Αθήνα ελληνική συνδρομή στην εφαρμογή του σχετικού πλαισίου. Η Αθήνα μπορεί να συμβάλει συμπληρωματικά και στο δύσκολο ζήτημα της Χεζμπολάχ, στηρίζοντας την εφαρμογή της Απόφασης 1701 του Συμβουλίου Ασφαλείας, την ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων του Λιβάνου και την αποκλειστικότητα του κράτους στην άσκηση νόμιμης ένοπλης ισχύος. Ως παραδοσιακός φίλος του Λιβάνου και του αραβικού κόσμου και ταυτόχρονα στρατηγικός εταίρος του Ισραήλ, η Ελλάδα μπορεί να λειτουργήσει ως συμπληρωματική ευρωπαϊκή και περιφερειακή γέφυρα.
Το χρονοδιάγραμμα
Το κυριότερο όμως είναι το χρονοδιάγραμμα. Μέχρι το τέλος του 2026 πρέπει να συμφωνηθεί συγκεκριμένος οδικός χάρτης. Από το 2027 να καθιερωθεί ετήσιο Greece–Lebanon Business Forum, να ενισχυθεί ο υφιστάμενος επιχειρηματικός μηχανισμός και να λειτουργήσει μόνιμο πρόγραμμα στρατιωτικής εκπαίδευσης. Έως το 2028 να υπάρχουν ελληνικές συμμετοχές σε συγκεκριμένα έργα ανοικοδόμησης και υποδομών. Μέχρι το 2030, η σχέση πρέπει να αξιολογείται με αριθμούς: εμπόριο, επενδύσεις, έργα, εκπαιδευμένους αξιωματικούς, κοινές ασκήσεις, διασυνδέσεις και διπλωματικές πρωτοβουλίες. Στόχος πρέπει να είναι ο πολλαπλασιασμός των αμοιβαίων επενδύσεων Ελλάδας–Λιβάνου έως το 2030.
Αυτό σημαίνει στρατηγική εταιρική σχέση: σχέδιο, χρονοδιάγραμμα, χρηματοδότηση, υλοποίηση και αποτέλεσμα. Η Ελλάδα είναι ήδη παρούσα στον Λίβανο. Τώρα πρέπει να μετατρέψει την παρουσία σε επιρροή, τη φιλία σε στρατηγική και τη γεωγραφία σε πραγματικό περιφερειακό ρόλο.
Γράφει ο Δρ. Μάριος Π. Ευθυμιόπουλος, Διευθυντής Strategy International (SI), Αναπληρωτής Καθηγητής Διεθνούς Ασφάλειας και Στρατηγικής Vytautas Magnus University – School of Politics and Diplomacy