Συνέντευξη στο ένθετο «Real Life» και τη δημοσιογράφο Νίκη Κώτσου, παραχώρησε αυτή την εβδομάδα ο Σπύρος Γραμμένος, μιλώντας, μεταξύ άλλων, για τη δύναμη του χιούμορ, τον κίνδυνο να λειτουργήσει ως «παυσίπονο», αλλά και για τα όρια της σάτιρας.
Ο γνωστός τραγουδοποιός αναφέρθηκε αρχικά στον κίνδυνο το γέλιο να λειτουργήσει ως τρόπος αποφόρτισης, χωρίς όμως να οδηγεί τελικά σε ουσιαστική αλλαγή.
«Φυσικά υπάρχει. Όπως υπάρχει και ο αντίθετος κίνδυνος: Να τα παίρνουμε όλα τόσο σοβαρά, που στο τέλος να μην αντέχεται ούτε η συζήτηση. Το χιούμορ δεν είναι από μόνο του λύση. Δεν ψήφισε νόμους, δεν έριξε κυβερνήσεις, δεν γέμισε το ψυγείο κανενός. Αν μπορούσε να τα κάνει όλα αυτά, θα ήμασταν σε πολύ καλύτερη κατάσταση. Αυτό που μπορεί να κάνει είναι να σου ανοίξει μια χαραμάδα», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Όπως εξήγησε, το ουσιαστικό για τον ίδιο είναι το χιούμορ να προκαλεί σκέψη και όχι απλώς να προσφέρει μια προσωρινή διαφυγή από την πραγματικότητα.
«Να γελάσεις και, πάνω που γελάς, να σκαλώσεις λίγο και να πεις: “Μισό λεπτό… Γιατί αυτό μου φάνηκε αστείο;”. Εκεί αρχίζει να έχει ενδιαφέρον. Εμένα δεν με ενδιαφέρει το χιούμορ που υπάρχει μόνο για να ξεχαστούμε. Αυτό είναι ένα παυσίπονο. Καμιά φορά το χρειάζεσαι, αλλά δεν θεραπεύει τίποτα. Με ενδιαφέρει το χιούμορ που σου χαλά λίγο τη βολή».
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στη σάτιρα και στο ζήτημα των ορίων της, υποστηρίζοντας ότι η ελευθερία της δεν θα πρέπει να περιορίζεται από αποφάσεις για το τι επιτρέπεται ή όχι να σατιριστεί.
«Η σάτιρα έχει το δικαίωμα να μην έχει όρια. Όχι γιατί όλα είναι αστεία, δεν είναι. Αλλά γιατί, τη στιγμή που κάποιος αρχίζει να αποφασίζει τι επιτρέπεται να σατιρίζεται και τι όχι, η σάτιρα σταματά να κοιτάζει την εξουσία και αρχίζει να κοιτάζει τον λογοκριτή της. Και αυτό είναι το τέλος της».
Ο Σπύρος Γραμμένος, ωστόσο, έκανε σαφή διάκριση ανάμεσα στην ελευθερία της σάτιρας και στην ποιότητά της, σημειώνοντας πως η απουσία περιορισμών δεν σημαίνει ότι κάθε σατιρικό εγχείρημα είναι επιτυχημένο.
«Από εκεί και πέρα, άλλο το δικαίωμα και άλλο το αποτέλεσμα. Το ότι η σάτιρα πρέπει να είναι ελεύθερη δεν σημαίνει ότι είναι και καλή. Μπορεί να είναι άστοχη, κακή ή και τεμπέλικη στους βιαστικούς καιρούς που ζούμε. Και γι’ αυτό θα κριθεί από το κοινό και κανέναν άλλο», σημείωσε.
Και συμπλήρωσε: «Η απάντηση, όμως, σε μια κακή σάτιρα δεν μπορεί να είναι η λογοκρισία. Είναι μια καλύτερη σάτιρα, μια καλύτερη απάντηση, μια καλύτερη κουβέντα. Και, μεταξύ μας, η εξουσία δεν φοβήθηκε ποτέ το γέλιο από μόνο του. Φοβήθηκε το γέλιο που κάνει τους ανθρώπους να σκέφτονται. Γιατί από τη στιγμή που αρχίζεις να σκέφτεσαι, υπάρχει πάντα η πιθανότητα να αποφασίσεις ότι τα πράγματα μπορούν να γίνουν και αλλιώς».