Μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα προσέγγιση για τη σχέση οικονομίας και πολιτισμού στην Ελλάδα ανέπτυξε η Γενική Γραμματέας Σύγχρονου Πολιτισμού του Υπουργείου Πολιτισμού Δρ. Ελένη Δουνδουλάκη, στο πλαίσιο των εργασιών του συνεδρίου «Ελλάδα 2030». Η συμμετοχή της επιβεβαίωσε ότι σε ένα φόρουμ κατεξοχήν αφιερωμένο στην οικονομία και τις υποδομές, ο πολιτισμός διεκδικεί και κατέχει μια κομβική θέση.
της Μαίρης Ι. Παπακωνσταντίνου
Στην τοποθέτησή της, η κα Δουνδουλάκη υπογράμμισε ότι η διεθνής εμπειρία καταρρίπτει το στερεότυπο που θέλει τον πολιτισμό αποκομμένο από την παραγωγική διαδικασία. Όπως σημείωσε χαρακτηριστικά, σε ένα φόρουμ αφιερωμένο στην οικονομία υπάρχει σαφής θέση και για τον πολιτισμό, καθώς η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι ο πολιτισμός έχει και οικονομική διάσταση. Παράγει οικονομική αξία η οποία είναι απολύτως μετρήσιμη, ενισχύοντας τις τοπικές κοινωνίες, δημιουργώντας θέσεις εργασίας και τονώνοντας την εθνική ανταγωνιστικότητα.
Αυτή η οικονομική δραστηριότητα αποτυπώνεται πλήρως στην έννοια της δημιουργικής οικονομίας, ευρύτερα γνωστής ως «πορτοκαλί οικονομία» (orange economy), ενός όρου εμπνευσμένου από ένα χρώμα που συνδέεται άρρηκτα με τη δημιουργικότητα και την αισιοδοξία. Ο πολιτιστικός και δημιουργικός τομέας αποτελεί ένα πολυποίκιλο σύστημα που εκτείνεται από τις παραστατικές τέχνες, το βιβλίο, τα μουσεία και τα φεστιβάλ, μέχρι τα οπτικοακουστικά μέσα, την αρχιτεκτονική, τη φωτογραφία, το gaming και την παραγωγή ψηφιακού περιεχομένου. Πρόκειται για ένα ζωντανό οικοσύστημα που δεν λειτουργεί απομονωμένα, αλλά διασυνδέεται δυναμικά με την εκπαίδευση, τον τουρισμό, την τεχνολογία και την επιχειρηματικότητα.
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ο κλάδος αυτός αποτελεί πυλώνα σταθερότητας, καθώς απασχολεί 7,9 εκατομμύρια εργαζόμενους, περιλαμβάνει περίπου 1,2 εκατομμύρια επιχειρήσεις και αντιπροσωπεύει το 4% της συνολικής ευρωπαϊκής προστιθέμενης αξίας. Το στοιχείο αυτό έχει τεράστια σημασία διότι αποδεικνύει ότι ο πολιτισμός δεν αφορά μόνο μεγάλους οργανισμούς και δημόσιους φορείς. Αντίθετα, στηρίζεται κυρίως σε μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, αυτοαπασχολούμενους επαγγελματίες και δημιουργικές ομάδες που παράγουν δραστηριότητα βασισμένη στη γνώση, τη φαντασία και το ταλέντο.
Σήμερα, οι δημιουργοί εξελίσσονται σε επιχειρηματίες που ιδρύουν μικρές εταιρείες, αναπτύσσουν πρωτοποριακές ψηφιακές εφαρμογές, σχεδιάζουν καινοτόμα προϊόντα και παράγουν νέες τεχνολογίες. Για τον λόγο αυτό, οι δημιουργικές βιομηχανίες (creative industries) αναγνωρίζονται ως ένα από τα πιο δυναμικά πεδία της νέας επιχειρηματικότητας, λειτουργώντας ως μια άτυπη θερμοκοιτίδα ανάπτυξης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο σύγχρονος μουσειακός κλάδος, όπου πλέον δεν νοείται οργανισμός που να μην επενδύει σε ψηφιακά μέσα για την εξυπηρέτηση των επισκεπτών και των ερευνητών του.

Η κα Δουνδουλάκη αναφέρθηκε επίσης στην ανάγκη επιστημονικής προσέγγισης του κλάδου, επισημαίνοντας ότι η σχέση μελέτης πολιτισμού και οικονομίας αποτελεί πλέον ένα δυναμικό θέμα μελέτης για την οικονομική επιστήμη. Η ανάλυση των δεδομένων αυτών επιτρέπει στο Υπουργείο Πολιτισμού να σχεδιάζει πιο αποτελεσματικές στρατηγικές και στοχευμένα προγράμματα ενίσχυσης.
Αυτή η νέα πραγματικότητα έχει βαρύνουσα σημασία για την Ελλάδα, καθώς η δημιουργική οικονομία είναι από τους ελάχιστους τομείς όπου το ανθρώπινο κεφάλαιο και το ταλέντο αποτελούν τον σημαντικότερο συντελεστή παραγωγής. Κλείνοντας την παρέμβασή της, η Γενική Γραμματέας εστίασε στο μέλλον, τονίζοντας ότι το πολιτισμικό αποτύπωμα της χώρας τα επόμενα χρόνια θα εξαρτηθεί από τη δημιουργία ενός βιώσιμου μοντέλου ανάπτυξης όπου ο σύγχρονος πολιτισμός θα λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής ισχύος, με την εξωστρέφεια και την επιχειρηματικότητα των Ελλήνων δημιουργών να αποτελούν βασικό ορόσημο για την Ελλάδα του 2030.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.