Σε ρυθμούς Συνταγματικής Αναθεώρησης θα κινηθεί η Βουλή για τους επόμενους δύο μήνες, καθώς ξεκινά επισήμως μία από τις σημαντικότερες κοινοβουλευτικές διαδικασίες της τρέχουσας περιόδου. Η αναθεώρηση του Καταστατικού Χάρτη της χώρας αποτελεί διαχρονικά πεδίο ευρύτερων πολιτικών συναινέσεων, ωστόσο το σημερινό κλίμα έντονης αντιπαράθεσης μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης δημιουργεί αμφιβολίες για το κατά πόσο θα καταστεί εφικτή η συγκέντρωση αυξημένων πλειοψηφιών σε κρίσιμα άρθρα.
Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΛΥΚΟΥΡΕΝΤΖΟΥ – ΠΗΓΗ: Realnews
Η πρώτη κοινοβουλευτική πράξη θα παιχτεί την Τετάρτη 10 Ιουνίου, όταν η Ολομέλεια της Βουλής, θα κληθεί να αποφασίσει για την προθεσμία υποβολής της έκθεσης της Επιτροπής Συνταγματικής Αναθεώρησης που πρόκειται να συγκροτηθεί. Ο πρόεδρος της Βουλής, Νικήτας Κακλαμάνης, έχει ήδη εισηγηθεί ως καταληκτική ημερομηνία την 4η Αυγούστου, δίνοντας ουσιαστικά ένα δίμηνο κοινοβουλευτικών εργασιών για την επεξεργασία των προτάσεων.
Η συγκεκριμένη επιλογή προκάλεσε αντιδράσεις από κόμματα της αντιπολίτευσης, τα οποία υποστηρίζουν ότι πρόκειται για ασφυκτικό χρονοδιάγραμμα που αφορά μια διαδικασία με τόσο μεγάλη θεσμική βαρύτητα. Από την κυβερνητική πλευρά, ωστόσο, υπενθυμίζεται ότι ακριβώς η ίδια προθεσμία είχε δοθεί και κατά την προηγούμενη αναθεωρητική διαδικασία του 2019.
Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, πρόεδρος της Επιτροπής Συνταγματικής Αναθεώρησης θα είναι ο πρώην υπουργός και βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας Μάκης Βορίδης, ενώ καθήκοντα εισηγητή της κυβερνητικής πλειοψηφίας θα αναλάβει ο Ευριπίδης Στυλιανίδης, ο οποίος είχε διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο και σε προηγούμενες συζητήσεις για θεσμικές μεταρρυθμίσεις.
Η συζήτηση ξεκινά σε ένα ιδιαίτερα πολωμένο πολιτικό περιβάλλον. Οι αντιπαραθέσεις των τελευταίων μηνών για ζητήματα κράτους δικαίου, Δικαιοσύνης, ευθύνης πολιτικών προσώπων, αλλά και οι συνεχείς συγκρούσεις στη Βουλή έχουν περιορίσει σημαντικά τα περιθώρια συνεννόησης. Παρότι η Αναθεώρηση απαιτεί ευρύτερες πλειοψηφίες για να αποκτήσει ουσιαστικό πολιτικό και θεσμικό βάρος, κυβερνητικά και αντιπολιτευτικά στελέχη εκτιμούν ότι δύσκολα θα υπάρξουν προτάσεις που θα προσεγγίσουν ή θα υπερβούν το όριο των 180 ψήφων.
Στο επίκεντρο της διαδικασίας βρίσκονται οι προτάσεις της Νέας Δημοκρατίας, η Κοινοβουλευτική Ομάδα της οποίας είναι και η μόνη η οποία έχει 50 βουλευτές, αριθμό τον οποίον απαιτεί το Σύνταγμα, για να γίνει αποδεκτή πρόταση εκκίνησης της συνταγματικής διαδικασίας.
Η εισήγηση του προέδρου της Βουλής για κατάθεση της έκθεσης της Επιτροπής στις 4 Αυγούστου φούντωσε ξανά τα σενάρια για πρόωρες εκλογές. Υπενθυμίζεται ότι για να περατωθεί η διαδικασία στην παρούσα Βουλή απαιτούνται μετά την έκθεση της Επιτροπής δύο ψηφοφορίες με χρονική απόσταση ενός μήνα η μία από την άλλη. Η απόφαση της πλειοψηφίας για υποβολή της έκθεσης πριν από τις θερινές διακοπές δείχνει ότι και η πρώτη ψηφοφορία θα διεξαχθεί άμεσα, ενώ η δεύτερη θα προσδιοριστεί για το πρώτο δεκαήμερο του Σεπτεμβρίου, κάνοντας πολλούς να πιστεύουν ότι η επίσπευση υπαγορεύεται από τη βούληση της κυβέρνησης να έχει ελεύθερο πεδίο για «εκλογικού» χαρακτήρα αποφάσεις.
Τριπλός άξονας
Σύμφωνα με τη Ν.Δ. οι προτάσεις της συγκροτούν έναν οδικό χάρτη που αποσκοπεί να προσαρμόσει το θεσμικό πλαίσιο της χώρας στις ανάγκες της επόμενης δεκαετίας. Ιδιαίτερο βάρος δίνεται σε τρεις μεγάλες ενότητες: στο τρίπτυχο περιβάλλον – ιδιοκτησία – στέγη, στον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων και στις παρεμβάσεις για το κράτος δικαίου και την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης.
Ένα από τα σημαντικότερα σκέλη της κυβερνητικής πρότασης αφορά τα άρθρα 17 και 24 του Συντάγματος. Η Νέα Δημοκρατία υποστηρίζει ότι απαιτείται εκσυγχρονισμός των συνταγματικών διατάξεων που αφορούν την προστασία της περιουσίας, καθώς σήμερα το Σύνταγμα κατοχυρώνει κυρίως την έννοια της ιδιοκτησίας, ενώ η ευρύτερη προστασία της περιουσίας στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό σε διεθνείς συμβάσεις και νομολογία.
Στο πλαίσιο αυτό προτείνεται η συνταγματική κατοχύρωση της δυνατότητας μεταφοράς συντελεστή δόμησης. Πρόκειται για ένα πολεοδομικό εργαλείο που επιτρέπει την αξιοποίηση δικαιωμάτων δόμησης σε διαφορετικές περιοχές και θεωρείται κρίσιμο τόσο για την προστασία διατηρητέων κτιρίων όσο και για την ορθολογική ανάπτυξη των πόλεων. Η πρόταση συνδέεται άμεσα με την πρόσφατη ενεργοποίηση της Ψηφιακής Τράπεζας Γης, η οποία φιλοδοξεί να δώσει οριστική λύση σε ένα ζήτημα που ταλαιπωρεί τη διοίκηση και τους ιδιοκτήτες επί δεκαετίες.
Παράλληλα, ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο στεγαστικό πρόβλημα. Η κυβερνητική πρόταση επιχειρεί να εισαγάγει συνταγματική πρόβλεψη που θα επιτρέπει την αξιοποίηση εγκαταλελειμμένων ή αναξιοποίητων ακινήτων για κοινωνικούς σκοπούς. Το σκεπτικό παραπέμπει ευθέως στο πρόγραμμα της Κοινωνικής Αντιπαροχής, μέσω του οποίου ακίνητα του Δημοσίου θα αξιοποιούνται για την κατασκευή κατοικιών, μέρος των οποίων θα διατίθεται με προσιτούς όρους σε νέους, οικογένειες και ευάλωτες κοινωνικές ομάδες.
Στο πεδίο του περιβάλλοντος, η πρόταση της Ν.Δ. εισάγει την έννοια του περιβαλλοντικού ισοζυγίου, σύμφωνα με την οποία κάθε κρατική παρέμβαση που επιβαρύνει το φυσικό περιβάλλον θα πρέπει να συνοδεύεται από αντίστοιχες δράσεις αποκατάστασης ή αντιστάθμισης. Παράλληλα, προωθείται η συνταγματική κατοχύρωση της ανάπτυξης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, ενώ προβλέπεται και ειδική αναφορά στην προστασία των ζώων.
Προληπτικός έλεγχος
Η δεύτερη μεγάλη τομή αφορά τον τρόπο με τον οποίο ελέγχεται η συνταγματικότητα των νόμων. Σήμερα, η οριστική κρίση για το αν ένας νόμος είναι συμβατός με το Σύνταγμα μπορεί να προκύψει έπειτα από πολυετείς δικαστικές διαδρομές. Η Νέα Δημοκρατία εισηγείται έναν μηχανισμό προληπτικού ελέγχου, ο οποίος θα ενεργοποιείται μετά την ψήφιση ενός νομοσχεδίου, αλλά πριν από τη δημοσίευσή του.
Σύμφωνα με την πρόταση, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο πρωθυπουργός ή η απόλυτη πλειοψηφία των βουλευτών θα μπορούν να ζητούν από το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο να κρίνει τη συνταγματικότητα ενός νομοθετήματος. Η απόφαση του δικαστηρίου θα δεσμεύει τα δικαστήρια στο μέλλον, περιορίζοντας τις αντικρουόμενες ερμηνείες και ενισχύοντας την ασφάλεια δικαίου.
Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι με αυτόν τον τρόπο επιταχύνεται η απονομή δικαιοσύνης και δημιουργείται ένα πιο σταθερό θεσμικό περιβάλλον τόσο για τους πολίτες όσο και για τις επενδύσεις, καθώς κρίσιμα ζητήματα θα επιλύονται πριν ακόμη τεθεί σε εφαρμογή ένας νόμος. Η τρίτη μεγάλη ενότητα της πρότασης αφορά το κράτος δικαίου και τις σχέσεις πολιτικής και δικαστικής εξουσίας.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η αλλαγή του τρόπου επιλογής των ηγεσιών των τριών ανώτατων δικαστηρίων της χώρας. Σήμερα η τελική επιλογή γίνεται από το υπουργικό συμβούλιο. Η πρόταση της Ν.Δ. προβλέπει ότι η επιλογή θα μεταφερθεί σε ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή, η οποία θα επιλέγει μεταξύ τριών προσώπων που θα έχουν προηγουμένως προκριθεί από τις ολομέλειες των ίδιων των δικαστηρίων. Κατά την κυβερνητική ανάγνωση, η αλλαγή αυτή περιορίζει την κυβερνητική επιρροή στη Δικαιοσύνη και ενισχύει τη θεσμική της ανεξαρτησία.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι αλλαγές στο άρθρο 86 περί ευθύνης υπουργών. Η κυβερνητική πρόταση επιχειρεί να αποσυνδέσει τη Βουλή από τη διενέργεια προανακριτικών διαδικασιών, μεταφέροντας το βάρος της διερεύνησης στη Δικαιοσύνη.
Η ανάκριση ή η προανακριτική εξέταση θα διενεργούνται από εισαγγελικό και δικαστικό όργανο, ενώ η Βουλή θα καλείται να αποφασίζει μόνο όταν η υπόθεση θα έχει ήδη εξεταστεί και θα έχει αποκτήσει επαρκή δικονομική ωριμότητα. Παράλληλα, καταργείται η υποχρεωτική και άμεση διαβίβαση κάθε σχετικής δικογραφίας στο Κοινοβούλιο, διάταξη που έχει προκαλέσει επανειλημμένα πολιτικές αντιπαραθέσεις τα τελευταία χρόνια.