Η σύγκληση του Ανωτάτου Συμβούλιου Συνεργασίας Ελλάδας-Τουρκίας, και η συνεπακόλουθη συνάντηση κορυφής μεταξύ του Έλληνα Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη και του Τούρκου Προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην καλύτερη των περιπτώσεων για την πατρίδα μας δεν πρόκειται να αποφέρει κάποιο χειροπιαστό αποτέλεσμα αναφορικά με την ουσία των Ελληνοτουρκικών σχέσεων, αλλά ίσως η Αθήνα να «αγοράσει» λίγο ακόμα χρόνο όπου τα «ήρεμα νερά» θα χρησιμοποιούνται από την κυβέρνηση ως δικαιολογητική βάση στο εσωτερικό της χώρας αναφορικά με την «αποτελεσματική» πολιτική διαχείριση του βασικότερου θέματος ασφαλείας που αντιμετωπίζουμε στον δρόμο προς τις κάλπες οι οποίες θα διεξαχθούν το αργότερο σε ένα περίπου έτος από σήμερα.
Εάν δεχθούμε πως αυτή είναι και η βασική επιδίωξη της Ελληνικής πλευράς αφού ουδείς, από τον Πρωθυπουργό έως και τον υπουργό Εξωτερικών, δεν ομιλεί επισήμως για κάτι περισσότερο – δεν είμαστε «αφελείς» άλλωστε- τότε θα πρέπει να αναρωτηθεί κάποιος για δύο πράγματα, πρώτον τι ακριβώς κάνει την Αθήνα να πιστεύει πως η Τουρκία είναι διατεθειμένη να συζητήσει μέσα σε ένα λογικό πλαίσιο το μόνο εκκρεμές ζήτημα, αυτό της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ μεταξύ ημών. Και δεύτερον, πώς ακριβώς θα αντιδράσει η Ελλάδα στην περίπτωση που η συνάντηση δεν πάει καλά κάτι το οποίο θα σημαίνει πως θα επιφέρει το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό το οποίο η ελληνική κυβέρνηση θα ήθελε να επιτύχει με την επιμονή της να λάβει χώρα η συγκεκριμένη συνάντηση αυτή τη στιγμή σε αυτή τη γεωπολιτική συγκυρία.
Ας δούμε τα δεδομένα, αναφορικά με το πρώτο ερώτημα. Κανονικά για να απαντήσουμε το συγκεκριμένο ζήτημα θα πρέπει να αντιλαμβανόμαστε τί στην πραγματικότητα επιζητεί η Άγκυρα από την Ελλάδα, και την Κύπρο. Η αλήθεια είναι πως από την επομένη της υπογραφής της συνθήκης της Λωζάννης, και των συνθηκών Ζυρίχης-Λονδίνου η Άγκυρα επιδιώκει, την κατάληψη των νήσων του Ανατολικού Αιγαίου, σε πρώτο χρόνο, την «κοσοβοποίηση» της Θράκης σε δεύτερο χρόνο και την μετατροπή ολόκληρης της Κύπρου σε δορυφόρο της. Η στοχοπροσήλωσή της κινείται σε στρατηγικό βάθος έως και… αιώνων, ο τρόπος είναι μέσω της «Φινλανδοποίησης» και της προσπάθειας εσωτερικής κατάρρευσης όλων των πυλώνων ισχύος και αντίστασης του Ελληνισμού. Επειδή όμως αυτά είναι …ψιλά γράμματα για τους κατά καιρούς, «προοδευτικούς» και «αρίστους» πού μας κυβερνάνε, με τη δική μας ψήφο φυσικά, ας πάμε σε κάτι λιγότερο «στρατηγικό» και περισσότερο χειροπιαστό…
Η Τουρκία από την υπογραφή της διακήρυξης των Αθηνών πριν από δύο περίπου χρόνια στην ουσία εξουδετέρωσε κάθε κίνηση της Ελλάδας η οποία θα εμπέδωνε την εθνική της κυριαρχία και τα κυριαρχικά της δικαιώματα στο Αιγαίο, ενώ ρητορικά μέσω δηλώσεων, πολιτικά σε διεθνή φόρα και στρατιωτικά επί του πεδίου προσπαθεί να «διχοτομήσει» το Αιγαίο στον 25ο Μεσημβρινό, με την ακραία πρόκληση της έκδοσης NAVTEX ΑΟΡΙΣΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ πριν λίγες ημέρες στις παραμονές των 30 ετών από την κρίση των Ιμίων να αποτελεί την κορωνίδα των κινήσεών της. Από την πλευρά της η Αθήνα στον χάρτη για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό εμφανίζει 6ΝΜ ως χωρικά ύδατα ενώ φέρεται να εμφανίζει ΑΟΖ με βάση την οριοθέτηση μέσης γραμμής, κάτι το οποίο υπονοεί πως μπορεί να προχωρήσουμε σε ανακήρυξη ΑΟΖ αλλά δεν πρόκειται να επεκτείνουμε τα χωρικά μας ύδατα στα 12ΝΜ. Επίσης, η Ελλάδα υποχώρησε στο ζήτημα της Κάσου, έριξε στις καλένδες το ζήτημα του καλωδίου με την Κύπρο και το Ισραήλ, ενώ τα θαλάσσια πάρκα που ανακήρυξε δεν καλύπτουν περιοχές πέραν των 6ΝΜ, και φυσικά καθόλου το Ανατολικό Αιγαίο. Με άλλα λόγια, η Τουρκία μετά τη Γαλάζια Πατρίδα, μέσω της NAVTEX για πρώτη φορά προχωράει σε μία κίνηση που σκοπό έχει τη διχοτόμηση/συν-διαχείριση του Αιγαίου επ’ ΑΟΡΙΣΤΟΝ. Πέραν όλων των παραπάνω η Άγκυρα έχει εκπονήσει και ενεργοποιήσει μία ολοκληρωμένη στρατηγική υβριδικού πολέμου κατά της χώρας μας, που σκοπό έχει να καταρρακώσει το ηθικό τόσο του λαού μας όσο και του πολιτικού μας προσωπικού, και να αποδυναμώσει τη θέληση αντίστασής. Ο πόλεμος –χωρίς εισαγωγικά- αυτός μεταξύ άλλων εμπεριέχει μία επικοινωνιακή προπαγάνδα υπέρ των θέσεών της από τους «Οθωμανολάγνους Εσωτερικού», την εργαλειοποίηση του μεταναστευτικού (βλέπε δραματικό περιστατικό Χίου), επιχειρήσεις ψυχολογικού καταναγκασμού, μέσω απειλών και πολεμικών δηλώσεων, αλλά ακόμα και προσπάθεια δημιουργίας ενδοκυβερνητικής σύγκρουσης μεταξύ του πρωθυπουργού και του υπουργού Εξωτερικών με τον υπουργό Εθνικής Άμυνας.
Εν μέσω λοιπόν όλων των παραπάνω η απόφασή μας είναι να πάμε στην Τουρκία, το ερώτημα βέβαια είναι να διαπραγματευθούμε τί ακριβώς, και τί ακριβώς αναμένουμε να συμβεί, εάν διαπιστωθεί «διάσταση απόψεων» μεταξύ των δύο πλευρών. Κάποιος θα πρέπει να εξηγήσει πως μία αποτυχημένη συνάντηση είναι απείρως χειρότερη από μία μη-συνάντηση, αφού μπορεί να περιπλέξει τα πράγματα ειδικά όταν τα μηνύματα της άλλης πλευράς δεν δείχνουν κανένα σημάδι καλή θέλησης, τουναντίον είναι ξεκάθαρο πως αναμένεται να απαιτήσουν να συζητηθεί η ατζέντα την οποία έχουν «χτίσει» εναντίον μας.
Πέραν του διμερούς επιπέδου ανάλυσης, τα Ελληνο-τουρκικά λόγο της γεωπολιτικής σημασίας του υδάτινου άξονα Μαύρη Θάλασσα-Στενά-Αιγαίο-Ανατολική Μεσόγειος, δεν είναι ένα διμερές θέμα το οποίο μπορεί να απομονωθεί από την περιφερειακή έως και παγκόσμια ανακατανομή ισχύος που λαμβάνει χώρα στις ημέρες μας. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, όπως και εν πολλοίς συνέβη το 1974, σήμερα όμως θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας πως η πορεία των σχέσεων των δύο χωρών, ανεξαρτήτως των υπαρχόντων σχεδιασμών κάποιων, ίσως και των «ανεπίσημων» συζητήσεων στην Ελβετία οι οποίες έχει διαρρεύσει πως έχουν λάβει χώρα, δεν πρόκειται να είναι ανεξάρτητη από τις εξελίξεις στην Ευρύτερη Μέση Ανατολή και κυρίως στον άξονα Ισραήλ-Συρία-Ιράκ-Ιράν. Κατά σύμπτωση έχουμε και την επίσκεψη του Ισραηλινού Πρωθυπουργού στις ΗΠΑ και συνάντηση με τον Αμερικανό Πρόεδρο. Προφανώς το «μενού» είναι το Ιράν, το «τραπέζι» όπως είναι ο χώρος μεταξύ της Ανατολικής Μεσογείου και του Ινδού Ποταμού, με την Ιερουσαλήμ να θεωρεί την Τουρκία τη σημαντικότερη, υπαρξιακή, απειλή για το κράτος του Ισραήλ. Δεν πρόκειται να αναφερθούμε στο σημείωμα αυτό με το θέμα, όμως η «σιωπή» του Χακάν Φιντάν αναφορικά με το κατά πόσο η Τουρκία θα αποκτήσει πυρηνικά όπλα τα λέει όλα.
Κατά συνέπεια, θα ήταν απείρως πιο επωφελές για την πατρίδα μας και τον Ελληνισμό εάν το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας γινόταν στην Ιερουσαλήμ το οποίο θα συνοδευόταν με την υπογραφή Συμφώνου Αμοιβαίας Στρατιωτικής Συνδρομής για την ειρήνη και την ασφάλεια στην Ανατολική Μεσόγειο μεταξύ Ελλάδας και Ισραήλ… μετά ας πηγαίναμε και στην Άγκυρα να τους κερνάγαμε… καφέ Ελληνικό… πικρό με …λουκουμάκι…
* Ο Δρ. Γεώργιος Κ. Φίλης είναι Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και Στρατηγικής στο Ledra College, Λευκωσίας και διδάσκων σε Παραγωγικές Στρατιωτικές Σχολές. Ο κ. Φίλης είναι καθηγητής στο International Baccalaureate Diploma της Ιονίου Σχολής καθώς και Αναλυτής Διεθνών Ζητημάτων του ALPHA. [[email protected]]