Χημικά στοιχεία στα δόντια 199 ανθρώπων που τάφηκαν στην Ελλάδα της Εποχής του Χαλκού υποδηλώνουν ότι όσοι εγκαταστάθηκαν μακριά από τον τόπο όπου μεγάλωσαν ήταν ως επί το πλείστον νεαροί ενήλικες, καθώς και ότι οι άνδρες μετακινούνταν εξίσου συχνά με τις γυναίκες.
Σε κάθε μία από τις κοινότητες της Εποχής του Χαλκού στην Ελλάδα που αναλύθηκαν, μεταξύ 5% και 10% των ανθρώπων που είχαν ταφεί εκεί δεν είχαν μεγαλώσει στον τόπο, όπου πέθαναν. Αυτό είναι ένα από τα σημαντικάη ευρήματα μελέτης που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό PLOS One και πραγματοποιήθηκε από μια ομάδα, στην οποία συμμετέχουν οι αρχαιολόγοι Serena Sabatini και Kristian Kristiansen από το Πανεπιστήμιο του Γκέτεμπουργκ στη Σουηδία, με επικεφαλής τη συγγραφέα Anja B. Frank.
Πώς τα ισότοπα στροντίου αποκαλύπτουν την καταγωγή
Οι ερευνητές εξέτασαν τα σκελετικά υπολείμματα 199 ατόμων που βρέθηκαν σε τοποθεσίες της νότιας και κεντρικής Ελλάδας, τα οποία χρονολογούνται στη Μέση και Ύστερη Εποχή του Χαλκού. Επιχείρησαν να εξακριβώσουν πού πέρασε τα παιδικά του χρόνια κάθε άτομο, χρησιμοποιώντας ισότοπα στροντίου.
Η λογική πίσω από τη μέθοδο είναι σχετικά απλή. Το στρόντιο από τα τοπικά πετρώματα διαρρέει στο έδαφος, το νερό και τα φυτά, και από εκεί περνά στους ανθρώπους που τα καταναλώνουν. Τα δόντια σχηματίζονται στην παιδική ηλικία και δεν αναδομούνται ποτέ, διατηρώντας έτσι τη χημική «υπογραφή» του μέρους όπου μεγάλωσε ένα άτομο. Φανταστείτε το σαν έναν ταχυδρομικό κώδικα αποτυπωμένο στην αδαμαντίνη. Εάν η αναλογία δύο ισοτόπων στροντίου (87Sr και 86Sr) δεν ταιριάζει με το έδαφος, όπου θάφτηκε το άτομο, είναι πιθανό να μεγάλωσε αλλού.
Χάρτες αναφοράς και περιορισμοί της μεθόδου
Για να καθοριστεί τι θεωρείται «τοπικό», απαιτείται ένας χάρτης αναφοράς. Ένα μέρος της ομάδας, συμπεριλαμβανομένων των Frank και Kristiansen, είχε ήδη δημοσιεύσει κάτι σχετικό το 2021 στο περιοδικό Science of the Total Environment: έναν χάρτη του βιοδιαθέσιμου στροντίου σε όλη την Ελλάδα, ειδικά σχεδιασμένο για μελέτες αυτού του τύπου.
Η μέθοδος έχει περιορισμούς. Δείχνει πού μεγάλωσε κάποιος, όχι όμως πού ταξίδεψε στη συνέχεια ή πόσες φορές μετακινήθηκε. Επιπλέον, δύο απομακρυσμένες περιοχές με παρόμοια γεωλογία μπορούν να φαίνονται πανομοιότυπες στα δεδομένα, αποκρύπτοντας μια μετακίνηση. Επομένως, τα στοιχεία για τα «άτομα εκτός περιοχής» είναι προτιμότερο να ερμηνεύονται ως ελάχιστες τιμές.
Η Μέση και η Ύστερη Εποχή του Χαλκού στην Ελλάδα εκτείνεται, περίπου, από το 2000 π.Χ. έως το 1100 π.Χ. Πρόκειται για μια περίοδο 900 ετών που ολοκληρώνεται μετά την πτώση των μυκηναϊκών ανακτόρων – των κέντρων εξουσίας ενός πολιτισμού που, στους μεταγενέστερους ελληνικούς μύθους, ταυτίστηκε με τον κόσμο του Τρωικού Πολέμου. Υπήρξε μια εποχή κοινωνικών, πολιτισμικών και οικονομικών αλλαγών, αν και όχι με τον ίδιο ρυθμό παντού. Τα εμπορικά δίκτυα διευρύνονταν, γεγονός που μας φέρνει στο μεγάλο ερώτημα: Αγαθά, μέταλλα και ιδέες διακινούνταν σε όλη τη Μεσόγειο, όμως το πόσο μακριά ταξίδευαν μαζί με ανθρώπους που έφευγαν για να ζήσουν σε μια άλλη περιοχή, δεν είναι επαρκώς κατανοητό, σύμφωνα με το πανεπιστήμιο.

Το στερεότυπο της «νύφης που μετακομίζει»
Πολύ παλαιότερες έρευνες υποδήλωναν ότι οι γυναίκες μετακινούνταν μεταξύ των κοινοτήτων συχνότερα από τους άνδρες. Η συνήθης ερμηνεία ήταν ο γάμος σε πατρογραμμικές κοινωνίες, όπου η ιδιότητα του μέλους της οικογένειας μεταβιβάζεται από την πλευρά του πατέρα και η σύζυγος συνήθως μετακομίζει για να ζήσει με την οικογένεια του συζύγου της. Ένα γνωστό παράδειγμα είναι μια μελέτη του 2017 στο PNAS από την Corina Knipper και τους συνεργάτες της, η οποία βρήκε στοιχεία γυναικείας εξωγαμίας (γάμος εκτός της τοπικής κοινότητας) στην Κεντρική Ευρώπη, μεταξύ της Ύστερης Νεολιθικής και της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού.
Η Ελλάδα, ωστόσο, δεν ακολουθεί αυτό το μοτίβο. Η μελέτη μας δείχνει ότι ο αριθμός των μη ντόπιων γυναικών και ανδρών είναι συγκρίσιμος, γεγονός που υποδηλώνει ότι αρκετοί διαφορετικοί παράγοντες ενδέχεται να επηρέαζαν τη κινητικότητα κάθε ατόμου, αναφέρει η Sabatini στο ανακοίνωση του Πανεπιστημίου του Γκέτεμπουργκ.
Με άλλα λόγια, η μελέτη δεν αποκλείει τους γάμους που οδηγούσαν τις γυναίκες σε άλλες κοινότητες. Δείχνει, όμως, ότι αυτός ο παράγοντας από μόνος του δεν μπορεί να εξηγήσει το ποιοι μετακινούνταν.
Το δεύτερο εντυπωσιακό εύρημα έχει να κάνει με την ηλικία. Κανένα από τα παιδιά που εξετάστηκε, δεν αποδείχθηκε ότι ήταν «ξένο». Ωστόσο, οι νεαροί ενήλικες κάτω των 30 ετών είχαν μεγαλύτερη πιθανότητα από οποιονδήποτε άλλον να μην είναι ντόπιοι. Οι συγγραφείς ερμηνεύουν αυτό το στοιχείο συμπεραίνοντας ότι η κινητικότητα και η μετανάστευση αφορούσαν ως επί το πλείστον νέους που ταξίδευαν μόνοι τους, παρά μετακινήσεις ολόκληρων οικογενειών.
Αυτή η διαφορά έχει ιδιαίτερη σημασία. Αν η μετανάστευση σήμαινε τη μετακίνηση ολόκληρων οικογενειών, τότε στους τάφους θα βρίσκαμε -πλάι στους ενήλικες- και παιδιά με ξένη καταγωγή. Η απουσία τους υποδηλώνει ένα διαφορετικό είδος ταξιδιού: κάποιον που έφυγε από τον τόπο του σε νεαρή ηλικία για να ενταχθεί σε μια κοινότητα διαφορετική από τη δική του.
Πλούσιοι και φτωχοί μετακινούνταν εξίσου
Επίσης, φαίνεται ότι ο πλούτος δεν αποτελούσε επίσης κριτήριο επιλογής. Οι ερευνητές εντόπισαν μη ντόπια άτομα σε κάθε τύπο ταφής, από απλούς τάφους μέχρι εκείνους με πλούσιο κτερισμό. «Είναι ενδιαφέρον ότι εντοπίστηκαν μη ντόπια άτομα σε διαφορετικές ταφικές πρακτικές, από λιτούς έως πλούσια διακοσμημένους τάφους, γεγονός που αποκαλύπτει ότι οι άνθρωποι μετακινούνταν ανεξάρτητα από τον πλούτο ή την κοινωνική τους θέση», αναφέρει η Sabatini.
Άλλες μελέτες που χρησιμοποιούν την ίδια οικογένεια τεχνικών έχουν καταγράψει πολύ διαφορετικά ποσοστά σε άλλα μέρη της Ευρώπης. Το 2023, ο Łukasz Pospieszny και οι συνεργάτες του δημοσίευσαν στο PLOS One μια ανάλυση ισοτόπων στροντίου και οξυγόνου σε δύο κοιμητήρια της Εποχής του Χαλκού στην κεντρική και βόρεια Πολωνία, τα οποία χρονολογούνται μεταξύ του 16ου και του 13ου αιώνα π.Χ. Από τα 34 άτομα που εξετάστηκαν, μόνο μία ενήλικη γυναίκα, στο Gustorzyn, αποδείχθηκε μη ντόπια (περίπου 3%) – ένα αποτέλεσμα που οι συγγραφείς συνέδεσαν με περιορισμένη κινητικότητα.
Οι διαφορές στην περιοχή, τον πολιτισμό και τη μεθοδολογία καθιστούν αδύνατη την άμεση σύγκριση αυτού του ποσοστού με εκείνο της Ελλάδας. Αποτελεί όμως μια χρήσιμη υπενθύμιση ότι το 5-10% είναι απλώς ένα στιγμιότυπο ενός συγκεκριμένου τόπου και μιας συγκεκριμένης χρονικής περιόδου.
Το πλέον δύσκολο κομμάτι εξακολουθεί να λείπει: το «γιατί». Σύμφωνα με τις πληροφορίες του πανεπιστημίου, η μελέτη εντοπίζει το φαινόμενο, το ποσοτικοποιεί και προσδιορίζει την ηλικιακή ομάδα των ανθρώπων, αλλά δεν εξηγεί τι ήταν αυτό που ώθησε αυτούς τους νέους να εγκαταλείψουν τον τόπο όπου μεγάλωσαν, ούτε αν ο προορισμός τους αποτελούσε, σε κάθε περίπτωση, δική τους επιλογή.
Επίσης, παραμένει ασαφές το πώς εντάχθηκαν στις κοινότητες υποδοχής, πέρα από το γεγονός ότι τελικά τάφηκαν σε αυτές συνοδευόμενοι από κάθε είδος κτερισμάτων. Το γεγονός ότι άνδρες και γυναίκες εμφανίζονται σε ίσους αριθμούς, τόσο σε λιτούς όσο και σε πλούσιους τάφους, υποδηλώνει ένα εύρος κινήτρων. Το ποια ήταν αυτά τα κίνητρα και πόσο βαρύνουσα σημασία είχε το καθένα, είναι ερωτήματα στα οποία τα ισότοπα από μόνα τους δεν μπορούν να δώσουν απάντηση.