Η Ρωσία φαίνεται να ποντάρει στον χειμώνα για να πετύχει αυτό που δεν κατάφερε στο πεδίο των μαχών: να εξαναγκάσει την Ουκρανία σε συνθηκολόγηση. Με την ουκρανική αεράμυνα εξαντλημένη, τα αποθέματα αμερικανικών όπλων περιορισμένα και τις ενεργειακές υποδομές της χώρας ήδη αποδυναμωμένες από χρόνια βομβαρδισμών, η Μόσχα εντείνει τις επιθέσεις της, επιδιώκοντας να αφήσει εκατομμύρια πολίτες χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα, θέρμανση και νερό. Ένα υποκλαπέν σχέδιο επιθέσεων, το οποίο περιήλθε στην κατοχή των New York Times, αποκαλύπτει το μέγεθος της απειλής: περίπου 70 βαλλιστικοί πύραυλοι, 720 drones μεγάλου βεληνεκούς και 150 κατευθυνόμενες βόμβες εκτιμάται ότι θα αρκούσαν για να παραλύσουν βασικές υποδομές στο Κίεβο, το Χάρκοβο και την Οδησσό.
Σύμφωνα με ανάλυση των New York Times, την οποία υπογράφει ο Κονστάν Μεέ (Constant Méheut), η Ρωσία θεωρεί ότι έχει μπροστά της μια κρίσιμη ευκαιρία να επιφέρει αποφασιστικό πλήγμα στην αντοχή της Ουκρανίας, αξιοποιώντας την αυξανόμενη ισχύ του πυραυλικού της οπλοστασίου και τη διαρκώς επιδεινούμενη κατάσταση των ενεργειακών εγκαταστάσεων της χώρας.
Η στρατηγική της Μόσχας βασίζεται στην εκτίμηση ότι οι συνεχείς βομβαρδισμοί των ουκρανικών πόλεων μπορούν να προκαλέσουν τόσο μεγάλη ανθρωπιστική και οικονομική πίεση, ώστε να αναγκάσουν την ουκρανική ηγεσία να υποχωρήσει.
Πρόκειται για μια προσπάθεια να επιτευχθεί μέσω αεροπορικών επιθέσεων αυτό που οι ρωσικές χερσαίες δυνάμεις δεν έχουν καταφέρει ύστερα από σχεδόν πέντε χρόνια πολέμου.
«Οι Ρώσοι προκαλούν τεράστιες καταστροφές, προσπαθώντας να τρομοκρατήσουν τους Ουκρανούς ενόψει του χειμώνα, ώστε να εγκαταλείψουν τον αγώνα τους», δήλωσε ο Χάρι Νεντέλκου, ανώτερο στέλεχος της ευρωπαϊκής εταιρείας πολιτικών συμβούλων Rasmussen Global.
«Ουσιαστικά, να συνθηκολογήσουν», πρόσθεσε.
Η στρατηγική των συνεχών βομβαρδισμών
Από το καλοκαίρι, η Ρωσία έχει εντείνει τις επιθέσεις της εναντίον ενός ευρέος φάσματος στόχων, αξιοποιώντας τα αυξανόμενα αποθέματα πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών.
Αποθήκες πυρομαχικών, πρατήρια καυσίμων, αποθήκες βιβλίων, χαλυβουργίες, ηλεκτροπαραγωγικές μονάδες, κέντρα δεδομένων και εμπορικά πλοία έχουν βρεθεί στο στόχαστρο των ρωσικών δυνάμεων.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η χρήση νέων μη επανδρωμένων αεροσκαφών που διαθέτουν κινητήρες τζετ και μπορούν να αναπτύσσουν πολύ μεγαλύτερες ταχύτητες από τα συμβατικά drones.
Τα συγκεκριμένα όπλα έχουν προσθέσει μια νέα διάσταση στις σχεδόν αδιάκοπες ρωσικές επιθέσεις, δυσχεραίνοντας τις προσπάθειες αναχαίτισής τους από την ουκρανική αεράμυνα.
Στο Κίεβο, η πίεση γίνεται ολοένα πιο αισθητή. Η οικονομία δοκιμάζεται, οι ενεργειακές εγκαταστάσεις λειτουργούν με περιορισμένες δυνατότητες και οι αρχές προετοιμάζονται για το ενδεχόμενο σοβαρών διακοπών ηλεκτροδότησης κατά τους ψυχρότερους μήνες του έτους.
Οι επιπτώσεις μιας γενικευμένης ενεργειακής κατάρρευσης δεν θα περιορίζονταν στο ηλεκτρικό ρεύμα, καθώς από την ίδια υποδομή εξαρτώνται η θέρμανση των κατοικιών, η υδροδότηση και η λειτουργία των αποχετευτικών συστημάτων.

Το υποκλαπέν σχέδιο: Τρεις πόλεις κινδυνεύουν να παραλύσουν
Το μέγεθος της ρωσικής φιλοδοξίας αποτυπώνεται σε ένα σχέδιο επιθέσεων που υποκλάπηκε και παρουσιάστηκε από το Κίεβο σε Ευρωπαίους αξιωματούχους τον περασμένο μήνα.
Αντίγραφο του εγγράφου εξασφάλισαν οι New York Times.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που περιλαμβάνονται σε αυτό, για να διακοπεί η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, θέρμανσης και νερού στο Κίεβο, το Χάρκοβο και την Οδησσό θα χρειάζονταν περίπου:
- 70 βαλλιστικοί πύραυλοι
- 720 μη επανδρωμένα αεροσκάφη μεγάλου βεληνεκούς
- 150 κατευθυνόμενες βόμβες
Το στοιχείο που προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία είναι ότι ο εκτιμώμενος αριθμός βαλλιστικών πυραύλων και drones προσεγγίζει τον αριθμό των αντίστοιχων όπλων που καταφέρνουν, κατά μέσο όρο, να διαπερνούν την ουκρανική αεράμυνα μέσα σε έναν μήνα, σύμφωνα με ανάλυση των στοιχείων της ουκρανικής Πολεμικής Αεροπορίας.
Με άλλα λόγια, η Μόσχα φαίνεται να εκτιμά ότι ένας μήνας αποτελεσματικών πληγμάτων θα μπορούσε να πετύχει αυτό που δεν κατάφεραν τέσσερις προηγούμενοι χειμώνες βομβαρδισμών: να προκαλέσει σοβαρή κατάρρευση του ουκρανικού ενεργειακού συστήματος.
Εάν το σχέδιο πετύχαινε πλήρως, οι τρεις πόλεις θα μπορούσαν να χάσουν έως και το 90% της δυνατότητας ηλεκτροδότησής τους, ενώ η παροχή θέρμανσης θα μειωνόταν επίσης κατά 90%.
Ταυτόχρονα, θα προκαλούνταν σοβαρές διαταραχές στην υδροδότηση και την αποχέτευση.
Πρόκειται για τις δυνητικές συνέπειες που περιγράφει το σχέδιο και όχι για απώλειες που έχουν ήδη καταγραφεί.
Κίεβο: Από τα 1.300 στα 500 μεγαβάτ η ηλεκτροπαραγωγική ικανότητα
Η ευπάθεια των ενεργειακών υποδομών της ουκρανικής πρωτεύουσας έγινε εμφανής ήδη από τις αρχές Οκτωβρίου.
Οι ρωσικές επιθέσεις ανάγκασαν τις αρχές να εφαρμόσουν προγραμματισμένες διακοπές ηλεκτροδότησης, παρότι οι θερμοκρασίες παραμένουν σχετικά ήπιες και οι ώρες της ημέρας εξακολουθούν να περιορίζουν τη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας.
Πέρυσι, αντίστοιχες διακοπές είχαν αρχίσει μόλις στα τέλη Οκτωβρίου.
Το πρόβλημα συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με την εξάρτηση του Κιέβου από τρεις μονάδες συμπαραγωγής ηλεκτρισμού και θερμότητας, οι οποίες έχουν υποστεί αλλεπάλληλα πλήγματα από την έναρξη της ρωσικής εισβολής.
Πριν από τον πόλεμο, οι τρεις εγκαταστάσεις διέθεταν συνολική παραγωγική ισχύ περίπου 1,3 γιγαβάτ, ποσότητα ικανή να καλύψει σχεδόν τα τρία τέταρτα των αναγκών ηλεκτροδότησης της πρωτεύουσας κατά τη διάρκεια του χειμώνα.
Μέχρι το φετινό φθινόπωρο, η δυνατότητα παραγωγής τους είχε περιοριστεί σε περίπου 500 μεγαβάτ, σύμφωνα με τη Μαρία Τσατουριάν, αναλύτρια ενέργειας της ερευνητικής ομάδας Ukraine Facility Platform.
Την Τετάρτη (14/10), η Ρωσία έπληξε και τις τρεις εγκαταστάσεις με βαλλιστικούς πυραύλους, μειώνοντας ακόμη περισσότερο, τουλάχιστον προσωρινά, την παραγωγή τους.
Ένας Ουκρανός κυβερνητικός αξιωματούχος και ένας Ευρωπαίος διπλωμάτης στο Κίεβο, οι οποίοι μίλησαν υπό καθεστώς ανωνυμίας, προειδοποίησαν ότι η πόλη είναι πιθανό να εισέλθει στον χειμώνα διαθέτοντας εξαιρετικά περιορισμένη δική της ηλεκτροπαραγωγική ικανότητα.
Αυτό σημαίνει ότι η ουκρανική πρωτεύουσα θα εξαρτάται σε μεγαλύτερο βαθμό από εγκαταστάσεις εκτός των ορίων της, όπως ένας θερμοηλεκτρικός σταθμός στα νότια, πυρηνικοί σταθμοί στα δυτικά και τρεις υδροηλεκτρικές μονάδες.
Όμως και αυτές οι γραμμές τροφοδοσίας βρίσκονται υπό πίεση.
Μέσα στον Οκτώβριο, η Ρωσία έπληξε τον θερμοηλεκτρικό σταθμό, καθώς και υποσταθμούς που μεταφέρουν ηλεκτρική ενέργεια από άλλες εγκαταστάσεις προς την πρωτεύουσα.
Η Τσατουριάν χαρακτήρισε την τακτική αυτή «πολιτική καμένης γης», υποστηρίζοντας ότι αποσκοπεί στην πλήρη αποκοπή του Κιέβου από την ηλεκτροδότηση.

Η αεράμυνα δεν αντέχει πλέον την ίδια πίεση
Η αυξανόμενη αυτοπεποίθηση της Μόσχας συνδέεται με τρεις καθοριστικούς παράγοντες: τη σταδιακή εξάντληση των ουκρανικών αντιαεροπορικών συστημάτων, την αύξηση και τη βελτίωση του ρωσικού οπλοστασίου και την εξαιρετικά εύθραυστη κατάσταση των ενεργειακών υποδομών.
Οι διαδοχικές επιθέσεις έχουν καταπονήσει την ουκρανική αεράμυνα, ενώ η μείωση της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας δυσκολεύει την αναπλήρωση των αποθεμάτων.
Ιδιαίτερα σοβαρή είναι η έλλειψη πυραύλων αναχαίτισης για τα αμερικανικής κατασκευής συστήματα Patriot, τα οποία αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα μέσα προστασίας της Ουκρανίας απέναντι στους βαλλιστικούς πυραύλους.
Την Τετάρτη, η ουκρανική Πολεμική Αεροπορία ανακοίνωσε ότι κατάφερε να καταρρίψει μόλις τέσσερις από τους 39 βαλλιστικούς πυραύλους που εκτόξευσε η Ρωσία, σε μία από τις μεγαλύτερες επιθέσεις ολόκληρου του πολέμου.
Οι περισσότεροι πύραυλοι είχαν ως στόχο ενεργειακές εγκαταστάσεις. Παρότι οι Ουκρανοί έχουν αναπτύξει αποτελεσματικές μεθόδους για την κατάρριψη πολλών ρωσικών drones μεγάλου βεληνεκούς, τα νεότερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη με κινητήρες τζετ αποδεικνύονται δυσκολότεροι στόχοι.
Η Ουκρανία προσπαθεί να κατασκευάσει νέα αναχαιτιστικά μέσα και ζητεί από τους δυτικούς συμμάχους της πρόσθετα οπλικά συστήματα.
Η πρέσβειρα της χώρας στο ΝΑΤΟ, Αλιόνα Γκετμάντσουκ, ανέφερε ότι στα αιτήματα προς τους εταίρους περιλαμβάνονται πλέον πύραυλοι αέρος-αέρος, τους οποίους θα μπορούν να χρησιμοποιούν μαχητικά αεροσκάφη για την κατάρριψη των ταχύτατων drones.
Παράλληλα, το Κίεβο ζητά συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας μέσου βεληνεκούς, τα οποία έχουν επίσης αποδειχθεί αποτελεσματικά απέναντι στη συγκεκριμένη απειλή.

Η σύγκρουση με τον Τραμπ και η επιστροφή στα πλήγματα κατά των ρωσικών διυλιστηρίων
Η δύσκολη στρατιωτική κατάσταση της Ουκρανίας επιβαρύνεται από τη νέα αντιπαράθεση με την κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ.
Το Κίεβο έχει πραγματοποιήσει τους τελευταίους μήνες δική του εκστρατεία αεροπορικών επιθέσεων, χρησιμοποιώντας drones εναντίον ρωσικών διυλιστηρίων πετρελαίου, τα οποία συμβάλλουν στη χρηματοδότηση της πολεμικής προσπάθειας της Μόσχας.
Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι είχε πρόσφατα αναστείλει τις επιθέσεις, ανταποκρινόμενος στην απαίτηση του Αμερικανού προέδρου να συνεχιστεί η ροή ρωσικού πετρελαίου προς τις παγκόσμιες αγορές.
Ωστόσο, όπως αναφέρει ο Κονστάν Μεέ στην ανάλυσή του, η ουκρανική ηγεσία δεν εξασφάλισε κάποιο αντίστοιχο αντάλλαγμα από τη Μόσχα.
Αντιθέτως, αυτή την εβδομάδα προστέθηκαν νέοι αμερικανικοί περιορισμοί στις δυνατότητες των ουκρανικών δυνάμεων, μεταξύ των οποίων και περιορισμοί στη λειτουργία της στρατιωτικής δορυφορικής υπηρεσίας διαδικτύου που συνδέεται με το Starlink.
Την Τετάρτη, εμφανώς οργισμένος, ο Ζελένσκι ανακοίνωσε ότι οι επιθέσεις εναντίον των ρωσικών διυλιστηρίων θα επαναληφθούν.
Ουκρανοί αξιωματούχοι και αναλυτές αναγνωρίζουν, πάντως, ότι τα πλήγματα κατά των ενεργειακών εγκαταστάσεων της Ρωσίας δεν μπορούν να προκαλέσουν στη ρωσική οικονομία ζημιές αντίστοιχες με εκείνες που υφίσταται η Ουκρανία από τις επιθέσεις της Μόσχας.
Στο στόχαστρο και η ουκρανική βιομηχανία – Κλείνουν εργοστάσια, χάνονται φορολογικά έσοδα
Οι ρωσικοί βομβαρδισμοί δεν απειλούν μόνο την καθημερινότητα των πολιτών, αλλά και την ίδια τη δυνατότητα της ουκρανικής οικονομίας να στηρίζει τη συνέχιση του πολέμου.
Η βιομηχανία της χώρας έχει υποστεί σοβαρές καταστροφές, ενώ οι επιθέσεις σε μεγάλες παραγωγικές εγκαταστάσεις στερούν πολύτιμα έσοδα από τον κρατικό προϋπολογισμό.
Ο Ολεξάντρ Μιρονένκο, επιχειρησιακός διευθυντής της Metinvest, της μεγαλύτερης χαλυβουργίας της Ουκρανίας, δήλωσε αυτόν τον μήνα ότι η εταιρεία αναγκάστηκε να κλείσει το μεγαλύτερο εργοστάσιό της, μετά από ρωσική επίθεση με 17 βαλλιστικούς πυραύλους.
Η Metinvest απασχολεί περισσότερους από 36.000 εργαζομένους και συγκαταλέγεται στους μεγαλύτερους ιδιωτικούς φορολογουμένους της χώρας.
Το κλείσιμο μιας τόσο μεγάλης εγκατάστασης σημαίνει απώλεια παραγωγής, θέσεων εργασίας και σημαντικών φορολογικών εσόδων, επιβαρύνοντας περαιτέρω τη χρηματοδότηση των κρατικών και στρατιωτικών αναγκών.
Ο υπουργός Οικονομικών της Ουκρανίας, Σερχίι Μαρτσένκο, ενημέρωσε αυτή την εβδομάδα το Κοινοβούλιο ότι το συνολικό έλλειμμα των ετήσιων φορολογικών εσόδων ενδέχεται να φτάσει φέτος τα 1,7 δισεκατομμύρια δολάρια.
Έτσι, η ρωσική εκστρατεία πλήττει ταυτόχρονα δύο κρίσιμους πυλώνες της ουκρανικής αντοχής: τις υποδομές που εξασφαλίζουν τις βασικές ανάγκες του πληθυσμού και την οικονομική δραστηριότητα που χρηματοδοτεί την άμυνα της χώρας.

Μπορούν οι βομβαρδισμοί να οδηγήσουν μια χώρα σε συνθηκολόγηση;
Παρά τις αυξανόμενες ανησυχίες, η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι η εξαναγκαστική παράδοση μιας χώρας αποκλειστικά μέσω συμβατικών αεροπορικών βομβαρδισμών είναι εξαιρετικά δύσκολη.
Από το Βιετνάμ και τον Περσικό Κόλπο έως τον πιο πρόσφατο πόλεμο των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν, εκτεταμένες εκστρατείες βομβαρδισμών προκάλεσαν τεράστιες καταστροφές χωρίς να επιφέρουν την επιδιωκόμενη συνθηκολόγηση.
Ακόμη και η ίδια η Ρωσία, παρά τα αλλεπάλληλα πλήγματα που εξαπολύει από το 2022, δεν έχει καταφέρει μέχρι σήμερα να κάμψει την αντίσταση των Ουκρανών.
«Η τιμωρία του άμαχου πληθυσμού του αντιπάλου και η προσπάθεια να καμφθεί η θέλησή του έχουν ιστορικά πολύ χαμηλά ποσοστά επιτυχίας ως μέσα εξαναγκασμού σε παραδοχή ήττας», εξήγησε ο Σεθ Τζόουνς, στρατιωτικός αναλυτής στο Κέντρο Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών (CSIS), στην Ουάσινγκτον.
Ωστόσο, η σημερινή ανησυχία αφορά το γεγονός ότι η Ουκρανία εισέρχεται στον επόμενο χειμώνα έχοντας ήδη εξαντλήσει σημαντικό μέρος των αντοχών και των αποθεμάτων της.
Η χώρα έχει ζητήσει επανειλημμένα μια περιορισμένη κατάπαυση του πυρός, η οποία θα αφορούσε ειδικά ενεργειακές εγκαταστάσεις ή λιμενικές υποδομές, υποστηρίζοντας ότι μια τέτοια συμφωνία θα εξυπηρετούσε και τις δύο πλευρές.
Ο Χάρι Νεντέλκου, ωστόσο, δεν θεωρεί ότι η Μόσχα έχει αυτή τη στιγμή ουσιαστικό κίνητρο να διακόψει τις αεροπορικές επιθέσεις, ιδίως λίγο πριν από τον χειμώνα.
«Το μοναδικό χαρτί που διαθέτουν για να πιέσουν τους Ουκρανούς είναι αυτές οι αεροπορικές επιθέσεις. Δεν έχουν τίποτε άλλο», εκτίμησε.
Η επόμενη κρίσιμη δοκιμασία για το Κίεβο δεν θα δοθεί επομένως μόνο στο μέτωπο, αλλά και στην ικανότητα της χώρας να διατηρήσει σε λειτουργία το ηλεκτρικό δίκτυο, τη θέρμανση, την ύδρευση και τη βιομηχανία της.
Για τη Μόσχα, ο χειμώνας εμφανίζεται ως ευκαιρία να εντείνει την πίεση. Για την Ουκρανία, το ζητούμενο είναι να αποτρέψει μια ενεργειακή και ανθρωπιστική κατάρρευση, χωρίς να υποχωρήσει στις στρατιωτικές απαιτήσεις της Ρωσίας.