Η Ευρωπαϊκή Ένωση περνά σε μια εντελώς νέα εποχή κοινής άμυνας και ασφάλειας, διαθέτοντας ιστορικά κεφάλαια για το 2026. Η Ελλάδα αξιοποιεί στρατηγικά τα νέα ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία και προγράμματα, θωρακίζοντας δυναμικά τις Ένοπλες Δυνάμεις της απέναντι στις σύγχρονες γεωπολιτικές προκλήσεις.
Του Χρήστου Μαζανίτη
Το σκηνικό ασφαλείας στη γηραιά ήπειρο έχει μεταβληθεί ριζικά. Η Ευρωπαϊκή Ένωση εγκαταλείπει οριστικά τα γραφειοκρατικά αντανακλαστικά του παρελθόντος και οικοδομεί με ταχύτατους ρυθμούς μια πρωτόγνωρη αρχιτεκτονική κοινής άμυνας και ασφάλειας. Το 2026, οι αμυντικές δαπάνες και τα επενδυτικά προγράμματα κινούνται σε ιστορικά επίπεδα χρηματοδότησης, μετατρέποντας το ευρωπαϊκό όραμα της στρατηγικής αυτονομίας σε χειροπιαστή πραγματικότητα. Σε αυτό το κρίσιμο σταυροδρόμι, η Ελλάδα δεν περιορίζεται σε έναν απλό παρατηρητή των εξελίξεων, αλλά δίνει δυναμικό «παρών», αξιοποιώντας στο έπακρο τα χρηματοδοτικά εργαλεία και τα ευρωπαϊκά αμυντικά πρότυπα για την ενίσχυση της αποτρεภาพτικής της ισχύος.
EDPCI: Οι κοινοί αμυντικοί πυλώνες
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει προχωρήσει στην έγκριση και ανάπτυξη πέντε μεγάλων κοινών αμυντικών έργων κοινού ενδιαφέροντος, γνωστά ως EDPCI, τα οποία στοχεύουν στην κάλυψη κρίσιμων επιχειρησιακών κενών.
Το εξαιρετικά ενθαρρυντικό για τη χώρα μας στοιχείο είναι ότι η Ελλάδα συμμετέχει ενεργά στα τέσσερα από τα πέντε αυτά κορυφαία προγράμματα. Συγκεκριμένα, η ελληνική αμυντική βιομηχανία και οι Ένοπλες Δυνάμεις ενσωματώνονται στα προγράμματα κοινής ανάπτυξης μη επανδρωμένων αεροσκαφών τύπου Eurodrone για εναέρια επιτήρηση και αναγνώριση, στις προηγμένες τεχνολογίες εξουδετέρωσης απειλών από drone, στα συστήματα ενίσχυσης της ασφάλειας κρίσιμων θαλάσσιων υποδομών και δικτύων, καθώς και στην κρίσιμη θεματική της κυβερνοάμυνας και των ασφαλών διαστημικών επικοινωνιών για τη δημιουργία ανθεκτικών τακτικών δικτύων.
Μοναδική εξαίρεση αποτελεί το πρόγραμμα στρατιωτικής υποστήριξης των συνόρων για τη θωράκιση της Ανατολικής Πτέρυγας, στο οποίο η Ελλάδα δεν συμμετέχει άμεσα λόγω γεωγραφικού προσανατολισμού, αποδεικνύοντας ωστόσο ότι η εθνική στρατηγική εστιάζει ακριβώς στα σημεία που αφορούν άμεσα τα κυριαρχικά της συμφέροντα και τις περιοχές υψηλού ενδιαφέροντος.
EDF: Το Ευρωπαϊκό Ταμείο Άμυνας
Πυλώνας αυτής της τιτάνιας προσπάθειας παραμένει το Ευρωπαϊκό Ταμείο Άμυνας, γνωστό ευρύτερα ως EDF, το οποίο αποτελεί το βασικό χρηματοδοτικό εργαλείο της Ένωσης για την έρευνα και την τεχνολογική ανάπτυξη.
Για το τρέχον έτος 2026, το πρόγραμμα εργασίας έχει διαθέσει το ποσό του 1,5 δισ. ευρώ, το οποίο κατανέμεται μεθοδικά ανάμεσα σε ερευνητικές δραστηριότητες και παραγωγικές δυνατότητες. Περισσότερα από 329 εκατομμύρια ευρώ κατευθύνονται απευθείας στη συνεργατική αμυντική έρευνα για καινοτομίες αρχικού σταδίου, ενώ σχεδόν 676 εκατ. ευρώ επενδύονται στην ανάπτυξη προηγμένων αμυντικών δυνατοτήτων και σύνθετων οπλικών συστημάτων. Οι βασικές χρηματοδοτικές προτεραιότητες που τίθενται από τις Βρυξέλλες αφορούν την προστασία έναντι υπερηχητικών βλημάτων, την απόλυτη θωράκιση μέσω κβαντικής κυβερνοασφάλειας και την απρόσκοπτη ενσωμάτωση δεκτών Galileo PRS στα εθνικά και συμμαχικά οπλικά συστήματα, τομείς στους οποίους η ελληνική τεχνογνωσία καλείται να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο.
PESCO: Η Μόνιμη Διαρθρωτεμένη Συνεργασία
Παράλληλα με τα χρηματοδοτικά ταμεία, η Μόνιμη Διαρθρωμένη Συνεργασία, γνωστή ως PESCO, συνεχίζει να λειτουργεί ως το βασικό θεσμικό πλαίσιο διακυβερνητικής συνεργασίας όπου δοκιμάζονται στην πράξη δεκάδες ενεργά αμυντικά έργα. Αρκετά από αυτά τα προγράμματα έχουν ξεπεράσει εδώ και καιρό τη θεωρητική φάση του σχεδιασμού και περνούν σταθερά στο στάδιο των κοινών προμηθειών και της άμεσης επιχειρησιακής παράδοσης στις ένοπλες δυνάμεις των κρατών-μελών.
Σημαντικότερη συνιστώσα παραμένει η Στρατιωτική Κινητικότητα, η οποία διευκολύνει την απρόσκοπτη και ταχεία μεταφορά στρατευμάτων, προσωπικού και βαρέος στρατιωτικού εξοπλισμού ανά την ευρωπαϊκή ήπειρο. Επιπρόσθετα, η οργανική σύνδεση της PESCO με το Ευρωπαϊκό Ταμείο Άμυνας αποφέρει τεράστια οφέλη, καθώς δεκάδες έργα της PESCO συνδέονται άμεσα με χρηματοδοτήσεις του EDF, εξασφαλίζοντας ένα επιπλέον οικονομικό μπόνους της τάξης του δέκα τοις εκατό στις συμμετέχουσες ευρωπαϊκές κοινοπραξίες, εκ των οποίων πολλές διαθέτουν ελληνική εκπροσώπηση και συμμετοχή.
EDIP: Το Ευρωπαϊκό Αμυντικό Βιομηχανικό Πρόγραμμα
Στο πεδίο της βιομηχανικής παραγωγής και της ταχύτητας προμηθειών, το Ευρωπαϊκό Αμυντικό Βιομηχανικό Πρόγραμμα, γνωστό ως EDIP, συνολικού ύψους ενάμισι δισεκατομμυρίου ευρώ, λειτουργεί ως η κρίσιμη γέφυρα για την ενίσχυση της παραγωγικής ικανότητας της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας.
Στο πλαίσιο αυτό, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε σαρωτικούς νέους κανόνες που αφορούν το φιλόδοξο Σχέδιο Readiness 2030, με στόχο την απόλυτη απλοποίηση των γραφειοκρατικών διαδικασιών. Η βασική τομή έγκειται στην ταχύτατη αδειοδότηση νέων εργοστασίων αμυντικού υλικού εντός ενός αυστηρού χρονικού πλαισίου 42 ημερών, γεγονός που ανοίγει τον δρόμο για τη μαζική παραγωγή υλικών και πυρομαχικών. Παράλληλα, διευκολύνεται θεακτικά η διενέργεια κοινών ευρωπαϊκών προμηθειών, μειώνοντας το κόστος και αυξάνοντας τη διαλειτουργικότητα ανάμεσα στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το πρόγραμμα SAFE
Κομβικό σημείο για την άμεση θωράκιση της χώρας αποτελεί το ειδικό χρηματοδοτικό εργαλείο SAFE, ακρωνύμιο για τη Solidarity for Asylum and Foreign Equipment, το οποίο σχεδιάστηκε αποκλειστικά για να παρέχει ευέλικτα δάνεια και άμεση οικονομική στήριξη στα κράτη-μέλη με στόχο την ταχεία ενίσχυση της αμυντικής τους ετοιμότητας.
Η ελληνική εμπειρία από την πρώτη φάση του χρηματοδοτικού μηχανισμού SAFE ανέδειξε σημαντικές αδυναμίες, γραφειοκρατικές αγκυλώσεις και αστοχίες στον καταμερισμό των πόρων που δεν επιτρέπεται σε καμία περίπτωση να επαναληφθούν.
Στο SAFE 1, η καθυστερημένη αντίδραση του κρατικού μηχανισμού, η έλλειψη διατομεακού συντονισμού μεταξύ των εμπλεκόμενων υπουργείων και αρμόδιων διευθύνσεων, αλλά και η τάση να αντιμετωπίζονται τα ευρωπαϊκά δάνεια και οι ενισχύσεις ως λογιστικά μπαλώματα προϋπολογισμού αντί για στρατηγικά εργαλεία ανάπτυξης, οδήγησαν σε απώλεια πολύτιμου χρόνου και περιορισμό των τελικών εγκρίσεων σε σχέση με τις αρχικές φιλόδοξες αιτήσεις της χώρας.
Καθώς το SAFE 2 εκτιμάται ότι μπορεί να ανακοινωθεί επίσημα έως τον Φεβρουάριο, οι εμπλεκόμενοι φορείς οφείλουν να επιδείξουν απόλυτη ετοιμότητα, διορθώνοντας τις στρεβλώσεις του παρελθόντος.
Τα λάθη του χθες, όπως η έλλειψη έγκαιρης προετοιμασίας ώριμων προτάσεων που να εμπλέκουν ενεργά την ελληνική αμυντική βιομηχανία, των ναυπηγείων και τις ιδιωτικές εταιρείες υψηλής τεχνολογίας, πρέπει να δώσουν τη θέση τους σε μια επιθετική, διεκδικητική και άριστα συντονισμένη στρατηγική. Το SAFE 2 δεν πρέπει να αποτελέσει απλώς ακόμα έναν μηχανισμό εισαγωγής έτοιμων οπλικών συστημάτων από το εξωτερικό. Αντίθετα, η Αθήνα οφείλει να διεκδικήσει το υψηλότερο δυνατό ποσό, ίσως και πάνω από 10 δις για την ριζική αναβάθμιση των Ενόπλων Δυνάμεων και ιδιαίτερα του Στόλου του Πολεμικού Ναυτικού αλλά και των αρμάτων μάχης, παράλληλα με τις τεχνολογίες αιχμής. Το πλεονέκτημα της δεκαετούς περιόδου χάριτος, της αποπληρωμής 30 ετών με χαμηλότοκο δανεισμό αλλά και της ρήτρας διαφυγής από το δημόσιο χρέος που έχει θεσπίσει η ΕΕ, αποτελούν μοναδικά χρηματοδοτικά εργαλεία.
Παράλληλα, η συμμετοχή άνω του 70% της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας σε προγράμματα, μπορούν να επιφέρουν αύξηση έως και 2 μονάδες στο ΑΕΠ ταυτόχρονα με τα έσοδα από τις εξαγωγές μέσω των συνεργασιών, εξασφαλίζοντας παράλληλα μια βιώσιμη, εξαγωγική και ισχυρή εγχώρια αμυντική βιομηχανία για τις επόμενες δεκαετίες.