Η άνοδος της χονδρεμπορικής αγοράς τον Αύγουστο πίεσε τα πράσινα τιμολόγια, ενώ το σταθερό μπλε τιμολόγιο της ΔΕΗ εμφανίζεται σημαντικά φθηνότερο.
Νέα δεδομένα διαμορφώνονται τον Σεπτέμβριο στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς η σημαντική άνοδος της χονδρεμπορικής τιμής του ρεύματος τον Αύγουστο πέρασε με διαφορετική ένταση στα τιμολόγια των προμηθευτών. Στο επίκεντρο βρίσκεται για ακόμη μία φορά η επιλογή ανάμεσα στα σταθερά μπλε και τα κυμαινόμενα πράσινα τιμολόγια, με τη διαφορά στις τιμές της κιλοβατώρας να γίνεται ιδιαίτερα αισθητή για τα νοικοκυριά με αυξημένη κατανάλωση.
Η χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας κατέγραψε τον Αύγουστο άνοδο περίπου 21% σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα, εξέλιξη που άσκησε ανοδική πίεση στις τιμές λιανικής που ανακοινώθηκαν για τον Σεπτέμβριο. Η μεταβολή αυτή δεν μεταφέρθηκε με τον ίδιο τρόπο σε όλους τους παρόχους, καθώς κάθε εταιρεία εφαρμόζει διαφορετική εμπορική πολιτική και διαφορετικό τρόπο υπολογισμού των χρεώσεων.
Η εικόνα που προκύπτει, πάντως, είναι ότι τα πράσινα τιμολόγια μπήκαν στον Σεπτέμβριο ακριβότερα, με τη μέση αύξηση να κινείται κοντά στο 9%, ανάλογα με το δείγμα των παρόχων και τον τρόπο υπολογισμού. Για τους καταναλωτές, αυτό σημαίνει ότι η επιλογή τιμολογίου αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία η χονδρεμπορική αγορά παραμένει ευμετάβλητη.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ΔΕΗ προχώρησε σε σημαντική μείωση της τιμής του σταθερού μπλε τιμολογίου myHome Online, η οποία για τον Σεπτέμβριο διαμορφώνεται στα 11,50 λεπτά του ευρώ ανά κιλοβατώρα, με πάγιο 3,50 ευρώ τον μήνα. Η τιμή αυτή είναι ιδιαίτερα ανταγωνιστική σε σύγκριση με το πράσινο τιμολόγιο της ίδιας εταιρείας .
Στο πράσινο οικιακό τιμολόγιο Γ1/Γ1Ν της ΔΕΗ, η χρέωση για τον Σεπτέμβριο διαμορφώνεται στα 14,913 λεπτά ανά κιλοβατώρα, ενώ το πάγιο ανέρχεται στα 5 ευρώ τον μήνα. Η διαφορά των περίπου 3,4 λεπτών ανά κιλοβατώρα μπορεί να μετατραπεί σε σημαντικό ποσό όταν η μηνιαία κατανάλωση είναι υψηλή.
Για να γίνει αντιληπτή η διαφορά στην πράξη, ας εξετάσουμε ένα νοικοκυριό με μηνιαία κατανάλωση 500 kWh και ας συγκρίνουμε μόνο τη χρέωση προμήθειας και το πάγιο, χωρίς ρυθμιζόμενες χρεώσεις, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις.
Με το σταθερό μπλε τιμολόγιο της ΔΕΗ, οι 500 kWh επί 0,115 ευρώ ανά kWh δίνουν χρέωση ενέργειας 57,50 ευρώ. Με την προσθήκη του παγίου των 3,50 ευρώ, το ποσό ανέρχεται σε 61 ευρώ.
Στο πράσινο τιμολόγιο, οι ίδιες 500 kWh επί 0,14913 ευρώ ανά kWh οδηγούν σε χρέωση ενέργειας περίπου 74,57 ευρώ. Με το πάγιο των 5 ευρώ, το συνολικό ποσό φτάνει περίπου τα 79,57 ευρώ.
Η διαφορά ανέρχεται επομένως σε περίπου 18,57 ευρώ τον μήνα υπέρ του μπλε σταθερού τιμολογίου. Εφόσον η κατανάλωση παρέμενε στις 500 kWh κάθε μήνα, η διαφορά σε ετήσια βάση θα έφτανε περίπου τα 223 ευρώ.
Η άνοδος περίπου 21% στη χονδρεμπορική τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος αποτέλεσε έναν από τους βασικούς παράγοντες πίεσης για τα τιμολόγια του Σεπτεμβρίου. Η χονδρεμπορική τιμή επηρεάζεται από το συνολικό κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, τη ζήτηση, τη διαθεσιμότητα των μονάδων παραγωγής, τις καιρικές συνθήκες και, ιδιαίτερα, τις τιμές του φυσικού αερίου και των δικαιωμάτων εκπομπών CO₂.
Κατά τους θερινούς μήνες, η αυξημένη ζήτηση για ηλεκτρική ενέργεια λόγω των υψηλών θερμοκρασιών, σε συνδυασμό με τις συνθήκες στην ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας, μπορεί να ενισχύσει την πίεση στις χονδρεμπορικές τιμές. Όταν το κόστος προμήθειας αυξάνεται, οι επιπτώσεις εμφανίζονται με χρονική υστέρηση ή διαφορετική ένταση στα κυμαινόμενα τιμολόγια.
Αυτό εξηγεί σε σημαντικό βαθμό γιατί η εικόνα των τιμολογίων του Σεπτεμβρίου είναι ακριβότερη σε σχέση με τον Αύγουστο. Ωστόσο, η αύξηση της χονδρεμπορικής δεν σημαίνει ότι όλοι οι πάροχοι μετακυλίουν αυτομάτως το ίδιο ποσοστό στον καταναλωτή. Ο ανταγωνισμός και η εμπορική πολιτική κάθε εταιρείας μπορούν να οδηγήσουν σε σημαντικές αποκλίσεις.
Μπλε ή πράσινο; Το κόστος γίνεται καθοριστικός παράγοντας
Το πράσινο τιμολόγιο προσφέρει ευελιξία, καθώς η τιμή του αναπροσαρμόζεται με βάση τις συνθήκες της αγοράς και ο καταναλωτής δεν επιλέγει ένα μακροχρόνια σταθερό κόστος ενέργειας. Από την άλλη πλευρά, η μεταβλητότητα της αγοράς σημαίνει ότι η τιμή μπορεί να αυξηθεί όταν ανεβαίνει η χονδρεμπορική.
Το μπλε σταθερό τιμολόγιο λειτουργεί διαφορετικά, ο καταναλωτής γνωρίζει εκ των προτέρων την τιμή της κιλοβατώρας για τη διάρκεια της σύμβασης. Αυτό προσφέρει μεγαλύτερη προβλεψιμότητα και προστασία από μελλοντικές αυξήσεις, με την προϋπόθεση ότι ο καταναλωτής ελέγχει τους όρους του συμβολαίου, τη διάρκεια και τυχόν χρέωση πρόωρης αποχώρησης.
Στην περίπτωση του Σεπτεμβρίου, η διαφορά των δύο τιμών είναι αρκετά μεγάλη ώστε να γίνεται αισθητή ακόμη και σε μια μέση οικιακή κατανάλωση. Για ένα νοικοκυριό που καταναλώνει 500 kWh τον μήνα, τα περίπου 18,57 ευρώ διαφοράς στη χρέωση ενέργειας και το πάγιο αποτελούν ποσό που μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά το οικογενειακό ενεργειακό κόστος.
*Γράφει ο Μιχάλης Χριστοδουλίδης, Διπλ. Μηχανολόγος Μηχανικός ΑΠΘ, Ενεργειακός Επιθεωρητής