Στις διεθνείς σχέσεις, η στρατηγική ισχύς ενός κράτους δεν μετριέται μόνο από την ικανότητά του να αντιδρά αποτελεσματικά στις κινήσεις των άλλων. Μετριέται κυρίως, από την ικανότητά του να αναλαμβάνει την πρωτοβουλία, να διαμορφώνει την ατζέντα των ζητημάτων (Agenda-Setting) που θα κυριαρχήσουν και να δημιουργεί νέα δεδομένα στα οποία, οι υπόλοιποι αναγκάζονται στη συνέχεια να τοποθετηθούν.
Γιατί όταν ένα κράτος περιορίζεται διαρκώς στην αντίδραση (reaction), μπορεί να προστατεύει τα συμφέροντά του και να αποτρέπει αρνητικές εξελίξεις, όμως αφήνει σε μεγάλο βαθμό στους άλλους το δικαίωμα να καθορίζουν τον χρόνο, το θέμα και το πλαίσιο της αντιπαράθεσης.
Αντίθετα, ένα κράτος που αναλαμβάνει την πρωτοβουλία μέσω προληπτικών και στρατηγικά σχεδιασμένων δράσεων (proactive approach), αποκτά τη δυνατότητα να επηρεάζει το περιβάλλον μέσα στο οποίο διεξάγεται η πολιτική και διπλωματική αντιπαράθεση.
Επαναλαμβανόμενο μοτίβο
Λαμβάνοντας υπόψη την ανωτέρω συλλογιστική, θα πρέπει να επισημανθεί ότι διαχρονικά, σε μεγάλο μέρος της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης παρατηρείται ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο.
Η Τουρκία αναλαμβάνει μια πρωτοβουλία, προβαίνει σε μια δήλωση, παρουσιάζει έναν χάρτη, ανακοινώνει μια νέα πολιτική ή προωθεί μια συγκεκριμένη αναθεωρητική ενέργεια και στη συνέχεια, η Ελλάδα καλείται να αντιδράσει, να απορρίψει, να καταγγείλει ή να εξηγήσει γιατί η συγκεκριμένη ενέργεια είναι αντίθετη με το Διεθνές Δίκαιο και παραβιάζει τα κυριαρχικά της δικαιώματα.
Η αντίδραση αυτή μπορεί να είναι απολύτως αναγκαία και θεσμικά ορθή, αλλά δεν αρκεί όμως από μόνη της για να δημιουργήσει στρατηγικό πλεονέκτημα, ούτε για να διασφαλίσει ότι η Ελλάδα θα κερδίσει τη μάχη της διεθνούς αντίληψης και επιρροής.
Γιατί εκείνος που δημιουργεί ένα γεγονός ή αναλαμβάνει μια πρωτοβουλία έχει συχνά ένα σημαντικό πλεονέκτημα, καθώς μπορεί να επηρεάσει όχι μόνο τη συζήτηση, αλλά και το ίδιο το πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτή διεξάγεται.
Η δυνατότητα αυτή άλλωστε, αποτελεί και μία από τις βασικές αρχές του Agenda-Setting, καθώς η στρατηγική επιρροή δεν αφορά μόνο το περιεχόμενο της συζήτησης, αλλά και την ίδια την ατζέντα και το πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτή διεξάγεται.
Η στρατηγική επιρροή δηλαδή, δεν ασκείται μόνο μέσω της προσπάθειας να πείσεις τα ακροατήρια για τη δική σου θέση, αλλά και μέσω της δυνατότητας να επηρεάζεις ποια ζητήματα θα συζητηθούν, πότε θα συζητηθούν και μέσα από ποιο πλαίσιο θα ερμηνευθούν και θα αξιολογηθούν από τα διεθνή ακροατήρια.
Στο πλαίσιο αυτό, η διαφορά μεταξύ μιας αντιδραστικής και μιας προληπτικής στρατηγικής είναι χαρακτηριστική.
Στην πρώτη περίπτωση, η Τουρκία αναλαμβάνει μια πρωτοβουλία, δημιουργείται ένα νέο ζήτημα και η Ελλάδα καλείται να αξιολογήσει και να απαντήσει σε κάθε νέα τουρκική ενέργεια, να την διαψεύσει, να την καταγγείλει ή να επιδιώξει τη διεθνοποίησή της με αποτέλεσμα η δημόσια και διεθνής συζήτηση, να ξεκινά από το γεγονός που δημιούργησε η άλλη πλευρά.
Αντίστροφα, όταν η Ελλάδα αναλαμβάνει η ίδια μια στρατηγική πρωτοβουλία, δημιουργεί νέα δεδομένα, διαμορφώνει ένα νέο πλαίσιο συζήτησης και υποχρεώνει την Τουρκία να τοποθετηθεί απέναντι σε αυτά.
Το κρίσιμο ερώτημα
Συνεπώς, το κρίσιμο ερώτημα για την Ελλάδα δεν είναι μόνο πώς θα απαντά στις τουρκικές πρωτοβουλίες, αλλά πώς θα δημιουργήσει η ίδια τις συνθήκες, ώστε σε ορισμένα κρίσιμα ζητήματα, η Τουρκία και η διεθνής κοινότητα να καλούνται να τοποθετηθούν απέναντι σε ελληνικές πρωτοβουλίες και προτάσεις, καθώς και σε ένα πλαίσιο συζήτησης που θα έχει διαμορφώσει η Αθήνα.
Με άλλα λόγια, η Ελλάδα χρειάζεται σταδιακά να μεταβεί από μια στρατηγική διαχείρισης των πρωτοβουλιών των άλλων, σε μια στρατηγική παραγωγής πρωτοβουλιών.
Να μεταβεί δηλαδή από την αντίδραση στην διαμόρφωση της ατζέντας, καθώς και στη δυνατότητα διαμόρφωσης του στρατηγικού περιβάλλοντος στο οποίο εξελίσσεται η ελληνοτουρκική αντιπαράθεση.
Η μετάβαση ωστόσο, από την αντίδραση στην πρωτοβουλία δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα ξεκινά από μηδενική βάση.
Τα τελευταία χρόνια έχουν ήδη γίνει σημαντικά βήματα προς μια περισσότερο ενεργητική και πολυδιάστατη πολιτική στο Αιγαίο.
Για παράδειγμα, η οριοθέτηση ΑΟΖ με την Ιταλία και την Αίγυπτο, η επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια στο Ιόνιο, ο Θαλάσσιος Χωροταξικός Σχεδιασμός, η δημιουργία Θαλάσσιων Πάρκων, η προώθηση ενεργειακών ερευνών νοτίως της Κρήτης και στο Ιόνιο, αλλά και η ανάπτυξη στρατηγικών ενεργειακών διασυνδέσεων, αποτελούν διαφορετικές εκφάνσεις μιας πολιτικής που δεν περιορίζεται στην αντίδραση στις εξελίξεις, αλλά επιδιώκει να δημιουργήσει νέα δεδομένα στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Το ζητούμενο πλέον είναι να μην αντιμετωπίζονται ως μεμονωμένες πολιτικές ή θεσμικές παρεμβάσεις, αλλά να ενταχθούν στο πλαίσιο μιας ευρύτερης εθνικής στρατηγικής, μέσα από την οποία η Ελλάδα θα μπορεί να διαμορφώνει σταδιακά τη δική της ατζέντα και να προσδίδει σε αντίστοιχες πρωτοβουλίες μεγαλύτερη διεθνή προβολή και γεωπολιτική αξία.
Ο Ελληνικός Θαλάσσιος Χωροταξικός Σχεδιασμός για παράδειγμα, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως μια τεχνική ή διοικητική διαδικασία.
Μπορεί να αποτελέσει ένα σημαντικό εργαλείο μέσω του οποίου η Ελλάδα διαμορφώνει ένα σαφές και συνεκτικό πλαίσιο για τη χρήση και τη διαχείριση του θαλάσσιου χώρου της, στη βάση του Διεθνούς Δικαίου και του ευρωπαϊκού θεσμικού πλαισίου.
Αντίστοιχα, τα Θαλάσσια Πάρκα δεν χρειάζεται να παρουσιάζονται μόνο ως ζήτημα περιβαλλοντικής πολιτικής.
Μπορούν να ενταχθούν σε μια ευρύτερη αφήγηση για την προστασία της θαλάσσιας βιοποικιλότητας, τη βιώσιμη διαχείριση των θαλασσών και την εφαρμογή ευρωπαϊκών και διεθνών κανόνων στη θαλάσσια περιοχή.
Επίσης, η ελληνική παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο μπορεί να συνδεθεί με ένα ευρύτερο δίκτυο συνεργασιών για την ασφάλεια, την ανθεκτικότητα των κρίσιμων υποδομών, την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος και τη βιώσιμη ανάπτυξη.
Η Ελλάδα πρέπει να δημιουργεί πολιτικά γεγονότα
Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα πρέπει να δημιουργεί πολιτικά γεγονότα, θεσμικά πλαίσια και διεθνείς συνεργασίες, γύρω από τα οποία θα οργανώνεται η συζήτηση.
Αυτό σημαίνει, ότι κάθε ελληνική πρωτοβουλία στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο πρέπει να σχεδιάζεται σε δύο παράλληλες διαστάσεις, την εσωτερική και την εξωτερική.
Η πρώτη αφορά στην ουσιαστική εφαρμογή της πολιτικής, ενώ η δεύτερη, αφορά τον τρόπο με τον οποίο αυτή η πολιτική θα παρουσιαστεί, θα τεκμηριωθεί και θα συνδεθεί με τις προτεραιότητες της Ε.Ε. και της διεθνούς κοινότητας.
Για παράδειγμα, η προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος μπορεί να συνδεθεί με την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία (European Green Deal), η θαλάσσια χωροταξία με τη βιώσιμη διαχείριση του ευρωπαϊκού θαλάσσιου χώρου και οι ενεργειακές διασυνδέσεις με την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης.
Κοντολογίς, η Ελλάδα χρειάζεται να παράξει το δικό της πλαίσιο αναφοράς για το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Ένα πλαίσιο στο οποίο το Αιγαίο και η Ανατολική Μεσόγειος δεν θα παρουσιάζονται διεθνώς μόνο ως χώρος ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης, αλλά ως θαλάσσιος χώρος στον οποίο συναντώνται η διεθνής νομιμότητα, η ευρωπαϊκή πολιτική, η προστασία του περιβάλλοντος, η ενεργειακή ασφάλεια, η επιστημονική συνεργασία και η βιώσιμη ανάπτυξη.
Με αυτόν τον τρόπο, μια ελληνική πρωτοβουλία παύει να εμφανίζεται ως μια ακόμη κίνηση στο πλαίσιο της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης και αποκτά ευρύτερη ευρωπαϊκή και διεθνή διάσταση.
Η προσέγγιση αυτή, δεν αφορά μόνο στην παραγωγή νέων πρωτοβουλιών, αλλά αφορά και τον τρόπο με τον οποίο αυτές παρουσιάζονται, πλαισιώνονται και αποκτούν διεθνή απήχηση.
Με άλλα λόγια, μια ελληνική πρωτοβουλία έχει μεγαλύτερη στρατηγική αξία όταν εντάσσεται σε ένα ευρύτερο διεθνές πλαίσιο αρχών και προτεραιοτήτων και όταν υποστηρίζεται ή επιβεβαιώνεται από αξιόπιστους ευρωπαϊκούς και διεθνείς φορείς.
Συνεκτική στρατηγική
Υπό το πρίσμα αυτό, η Ελλάδα χρειάζεται μια συνεκτική στρατηγική, η οποία θα μπορούσε να στηρίζεται σε τέσσερις αλληλένδετους άξονες: α) το Διεθνές Δίκαιο και τη θαλάσσια διακυβέρνηση, β) την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος, γ) την ενεργειακή και οικονομική αξιοποίηση του θαλάσσιου χώρου και δ) τις διεθνείς συνεργασίες.
Το σημαντικότερο όμως, είναι ότι οι άξονες αυτοί δεν πρέπει να παραμείνουν μόνο στο επίπεδο της ελληνικής πολιτικής, αλλά να αποκτήσουν διεθνείς συμμάχους, θεσμικούς συνομιλητές, επιστημονικούς φορείς και ευρωπαϊκή προστιθέμενη αξία.
Με αυτό τον τρόπο, η Ελλάδα θα μπορέσει σταδιακά να μετατρέψει τις δικές της πρωτοβουλίες σε σημεία αναφοράς για τη διεθνή συζήτηση και να διαμορφώνει η ίδια το περιβάλλον μέσα στο οποίο εξελίσσεται η ελληνοτουρκική αντιπαράθεση.
Αυτή είναι συνεπώς, η πρόκληση για την Ελλάδα σήμερα. Να κατορθώσει δηλαδή, να διαμορφώνει η ίδια την ατζέντα των ζητημάτων (Agenda-Setting) που θα κυριαρχούν στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο και να περάσει από τη διαχείριση και αντιμετώπιση των εξελίξεων, στη διαμόρφωσή τους.
Γιατί η στρατηγική υπεροχή, δεν εξασφαλίζεται μόνο από το γεγονός ότι έχεις δίκιο και κερδίζεις τις επικοινωνιακές εντυπώσεις μετά από κάθε τουρκική πρόκληση, αλλά και από τη δυνατότητα να ορίζεις εκ των προτέρων το πεδίο, τους κανόνες και τη θεματολογία του παιχνιδιού.
Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα μπορεί να αξιοποιήσει το διεθνές δίκαιο, την θέση της στην Ε.Ε., τις συμμαχίες της, τη γεωγραφική της θέση, την οικονομική και ενεργειακή της δυναμική και το σημαντικό απόθεμα πρωτοβουλιών που έχει ήδη δημιουργήσει, ώστε να μην απαντά στις τουρκικές διεκδικήσεις μόνο με νομικά επιχειρήματα, αλλά να καθιστά την τουρκική αμφισβήτηση ασύμβατη με την ίδια την ευρωπαϊκή και διεθνή κανονικότητα.
Εν κατακλείδι, πρέπει να γίνει κατανοητό, ότι το Αιγαίο και η Ανατολική Μεσόγειος δεν είναι πεδία διαρκούς διαχείρισης κρίσεων και άμυνας, αλλά ο χώρος όπου η Ελλάδα μπορεί και πρέπει να προβάλει ένα συνεκτικό όραμα σταθερότητας, βιώσιμης ανάπτυξης και διεθνούς νομιμότητας.
Η μετάβαση από την αντίδραση στην πρωτοβουλία συνεπώς, δεν είναι απλώς μια διπλωματική επιλογή.
Είναι η προϋπόθεση, ώστε η Ελλάδα να μην περιορίζεται στο να διαχειρίζεται το μέλλον της περιοχής, αλλά να συμμετέχει ενεργά στη διαμόρφωσή του.
Γράφει ο Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος, Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος