Ως μία από τις πλέον επείγουσες προκλήσεις, που άπτεται της συλλογικής μνήμης των λαών και των θεμελιωδών ζητημάτων του διεθνούς δικαίου, της ασφάλειας και της δικαιοσύνης, έθεσε η Υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς, στην ομιλία της στο πλαίσιο της Εβδομάδας Υψηλού Επιπέδου της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών.
Η σχετική παράλληλη δράση πραγματοποιήθηκε με τη συμμετοχή των Μονίμων Αντιπροσωπειών και των Υπουργείων Εξωτερικών της Ελλάδας και της Ιταλίας, καθώς και του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Δημοσίου Δικαίου (EPLO). Στο επίκεντρο της παρέμβασής της βρέθηκε το κορυφαίο ζήτημα της επανένωσης των Γλυπτών του Παρθενώνα, το οποίο συμπυκνώνει τη συνολική στρατηγική της χώρας για τον επαναπατρισμό των πολιτιστικών θησαυρών.
«Τα γλυπτά του Παρθενώνα έχουν βαθιά σημασία για την Ελλάδα»
«Και αυτό» όπως τόνισε η Υπουργός Πολιτισμού «μας οδηγεί φυσικά σε ένα ζήτημα με βαθιά σημασία για την Ελλάδα αλλά και με οικουμενική πολιτιστική διάσταση: Την επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα. Τα Γλυπτά του Παρθενώνα σχεδιάστηκαν και δημιουργήθηκαν ως αναπόσπαστα μέλη ενός ενιαίου αρχιτεκτονικού, καλλιτεχνικού και εννοιολογικού συνόλου. Επομένως, η επανένωσή τους στην Αθήνα, δεν αποτελεί για την Ελλάδα απλώς ζήτημα κυριότητας επιμέρους έργων αλλά ζήτημα αποκατάστασης της ακεραιότητας ενός μοναδικού μνημείου της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς.

Είναι, ταυτόχρονα, ζήτημα ηθικής, επιστημονικής όσο και πολιτικής προσέγγισης. Η Διακυβερνητική Επιτροπή της UNESCO έχει προσφέρει το φόρουμ και το θεσμικό πλαίσιο για έναν εποικοδομητικό διάλογο καλής πίστης, μεταξύ της Ελλάδας και του Ηνωμένου Βασιλείου, με στόχο την εξεύρεση μιας δίκαιης και αμοιβαία αποδεκτής λύσης, σε αυτό το μακροχρόνιο ζήτημα. Η πολιτιστική κληρονομιά δεν μπορεί να αποτελεί προϊόν παρανομίας ή αιτία διχασμού. Πρέπει να είναι γέφυρα διαλόγου, συνεργασίας και αμοιβαίας κατανόησης. Οι επιστροφές δεν αποτελούν το τέλος μιας σχέσης αλλά πρέπει να είναι η αρχή μιας νέας σχέσης για κοινή έρευνα, ανταλλαγή τεχνογνωσίας και στενής πολιτιστικής συνεργασίας».

Αυτός ο άξονας συνδέεται άμεσα με τη γενικότερη στρατηγική θέση της Ελλάδας, σύμφωνα με την οποία η πολιτιστική κληρονομιά δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο παράνομης διακίνησης ή εκμετάλλευσης.
Οι επαναπατρισμοί που έχουν ήδη καταγραφεί αναδεικνύουν τον δρόμο συνεργασίας και συνεννόησης, λειτουργώντας ως πρότυπο και για την επίτευξη συμφωνίας με τη Βρετανία.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η συνεργασία Ελλάδας και Ιταλίας για την επιστροφή του θραύσματος Fagan του Παρθενώνα, που συνιστά υπόδειγμα καλής θέλησης μεταξύ των δύο κρατών, ενώ αντίστοιχα η επιστροφή από την Ελλάδα στην Αίγυπτο έξι πολιτιστικών αγαθών αποδεικνύει έμπρακτα τον σεβασμό που αποδίδει η χώρα διεθνώς.
«Η Ελλάδα, «έχει θέσει ως ύψιστη προτεραιότητα την προστασία των μνημείων»
Διευρύνοντας το πλαίσιο της παρέμβασής της, η Λίνα Μενδώνη, επεσήμανε ότι η Ελλάδα, «έχει θέσει ως ύψιστη προτεραιότητα την προστασία των μνημείων, την καταπολέμηση της παράνομης διακίνησης και τον επαναπατρισμό πολιτιστικών αγαθών, αξιοποιώντας το εθνικό και διεθνές νομικό πλαίσιο και ενισχύοντας διμερείς και πολυμερείς συνεργασίες. «Για την Ελλάδα», σημείωσε η Υπουργός Πολιτισμού, «η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς είναι ταυτόχρονα ζήτημα διεθνούς νομιμότητας, ασφάλειας, δικαιοσύνης και σεβασμού στην ιστορική μνήμη των λαών. Το υφιστάμενο διεθνές νομικό πλαίσιο πρέπει να συνοδεύεται από ουσιαστική διεθνή συνεργασία, συντονισμό των αρμόδιων Αρχών και αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών».
Συνεχίζοντας την ανάλυσή της, η Υπουργός, υπογράμμισε «ότι η καταστροφή μνημείων, η λεηλασία αρχαιολογικών χώρων και η παράνομη διακίνηση πολιτιστικών αγαθών πλήττουν καίρια την ιστορική μνήμη και την ταυτότητα των λαών. Παράλληλα, τόνισε ότι η παράνομη διακίνηση συνιστά μορφή οργανωμένου εγκλήματος με ιδιαίτερα σοβαρές συνέπειες σε περιόδους ένοπλων συγκρούσεων, καθώς συνδέεται συχνά με τη χρηματοδότηση τρομοκρατικών οργανώσεων».
Για την αντιμετώπιση αυτής της σύνθετης πρόκλησης, απαιτείται πολυεπίπεδη επιχειρησιακή συνεργασία μεταξύ πολιτιστικών, αστυνομικών, τελωνειακών και δικαστικών αρχών, καθώς και στενός συντονισμός με διεθνείς οργανισμούς όπως η UNESCO, η INTERPOL, η Europol και η Eurojust. Σημαντικό εργαλείο σε αυτή την προσπάθεια αποτελεί η υιοθέτηση της «Κόκκινης Λίστας» για την ενημέρωση των αρχών και της κοινωνίας, με την Ελλάδα να είναι η πρώτη χώρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, που απέκτησε τη δική της.

«Η πολιτιστική διπλωματία μπορεί να μετατρέψει τις επιστροφές σε αφετηρία νέων σχέσεων»
Επιπλέον, υπογραμμίστηκε ο ρόλος των νέων τεχνολογιών, όπως οι διαλειτουργικές βάσεις δεδομένων και τα ψηφιακά εργαλεία παρακολούθησης σε συνδυασμό με την ανθρώπινη εμπειρογνωμοσύνη, ενώ αναφέρθηκε ως καίριο παράδειγμα η συνεργασία της Ελλάδας με τις Ηνωμένες Πολιτείες, στην επιστροφή ελληνικών αρχαιοτήτων.
Η Υπουργός κατέληξε σημειώνοντας «ότι η πολιτιστική διπλωματία μπορεί να μετατρέψει τις επιστροφές σε αφετηρία νέων σχέσεων, κοινών δράσεων και ανάπτυξης τεχνογνωσίας».
Στην εκδήλωση συμμετείχαν επίσης ως ομιλητές η Υφυπουργός Εξωτερικών της Ελλάδας Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου, ο Υφυπουργός Εξωτερικών της Ιταλίας Edmondo Cirielli, ο Πρόεδρος του Διεθνούς Συμβουλίου Μουσείων (ICOM) Antonio Rodriguez, η Γενική Γραμματέας του ICCROM Aruna Gujral, η Αναπληρώτρια Προϊσταμένη της Διεύθυνσης Τεκμηρίωσης και Προστασίας Πολιτιστικών Αγαθών Ελένη Βλαχογιάννη, ο εκπρόσωπος του Μεξικού Adolfo Ayuso Audry, ο Υφυπουργός Εξωτερικών της Αρμενίας Robert Abisoghomonyan και ο Πρόεδρος του EPLO Σπύρος Φλογαΐτης, ενώ χαιρετισμό μέσω ηχογραφημένου μηνύματος απηύθυνε ο Βοηθός Γενικός Διευθυντής για τον Πολιτισμό Nayef Al-Fayez.