Τα βασικά σημεία του άρθρου
- Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν επέστρεψε από τη Νέα Υόρκη χωρίς άρση των κυρώσεων CAATSA και χωρίς επιστροφή της Τουρκίας, στο πρόγραμμα των F-35. Αντίθετα, οι ΗΠΑ αποκόμισαν ήδη χειροπιαστά κέρδη, που μετριούνται σε δισεκατομμύρια δολάρια, από την οριστικοποίηση της αγοράς 100 Boeing 737-8, από την Turkish Airlines.
- Η ουσία της «επέλασης» Ερντογάν στη Νέα Υόρκη είναι ότι η Τουρκία κέρδισε κυρίως πολιτικό κεφάλαιο, όπως πρόσβαση στην Ουάσιγκτον και αναγνώριση του ρόλου της στην περιοχή. Ωστόσο, παραμένει επίμονα η σαφής απόσταση, ανάμεσα στην πολιτική προβολή και στο χειροπιαστό αποτέλεσμα.
- Το επικό και επίμονο καθεστωτικό αφήγημα κορυφώνεται ακριβώς τη στιγμή που το εσωτερικό τοπίο, γίνεται πιο δύσκολο. Η Τουρκία ταλανίζεται από ένα τεράστιο και εν εξελίξει οικονομικό σκάνδαλο, ενώ προστίθεται και νέα ρευστότητα στο πολιτικό σκηνικό.
Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν επέστρεψε από τη Νέα Υόρκη χωρίς άρση των κυρώσεων CAATSA, χωρίς επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35, χωρίς λύση στο πρόβλημα των S–400 και χωρίς καν μια ξεχωριστή ουσιαστική διμερή συνάντηση με τον Ντόναλντ Τραμπ. Την ίδια ώρα, όμως, η Turkish Airlines οριστικοποίησε παρουσία του την αγορά 100 Boeing 737-8, με δικαίωμα για άλλα 50 αεροσκάφη Max, ολοκληρώνοντας το δεύτερο σκέλος ενός πολύ μεγαλύτερου προγράμματος το οποίο, μαζί με έως 75 Boeing 787 που είχαν παραγγελθεί το 2025, μπορεί να φτάσει συνολικά τα 225 αμερικανικά αεροσκάφη και το οποίο έχει αποτιμηθεί βάσει δημοσιευμένων εκτιμήσεων, γύρω στα 40 δισ. δολάρια, χωρίς πάντως η πραγματική συμβατική αξία να έχει ανακοινωθεί επίσημα.
Παρά τα συνεχή δημοσιεύματα περί της ιδιαίτερης προσωπικής σχέσης Τραμπ και Ερντογάν, παρά τις ιδιαίτερα φιλικές δηλώσεις του Αμερικανού Προέδρου για τον Ερντογάν και του Αμερικανού πρέσβη Τομ Μπάρακ για την εξαιρετική «χημεία» τους και παρά την προσπάθεια να παρουσιαστεί η Νέα Υόρκη ως ακόμη μία απόδειξη ότι ο Τούρκος Πρόεδρος, έχει απευθείας πρόσβαση στο κέντρο της αμερικανικής ισχύος, κανονική διμερής συνάντηση Τραμπ – Ερντογάν δεν έγινε. Υπήρξαν επαφές στο περιθώριο των εκδηλώσεων, υπήρξε συμμετοχή του Ερντογάν στη συζήτηση που συγκάλεσε ο Τραμπ για το Ιράν και την περιφερειακή ασφάλεια, αλλά δεν υπήρξε ξεχωριστή συνάντηση.
Ακόμη πιο ουσιαστικό είναι ότι δεν σημειώθηκε καμία συγκεκριμένη μεταβολή στα μεγάλα ανοιχτά ζητήματα των αμερικανοτουρκικών σχέσεων, καθώς οι κυρώσεις CAATSA παραμένουν, το ζήτημα των S-400 εξακολουθεί να είναι ανοιχτό, η Τουρκία δεν επέστρεψε στο πρόγραμμα των F-35 και δεν ανακοινώθηκε κάποιος συγκεκριμένος οδικός χάρτης για την άρση των περιορισμών στην αμυντική συνεργασία. Ο ίδιος ο Ερντογάν ουσιαστικά το παραδέχθηκε όταν είπε ότι ο Τραμπ έχει εκφράσει θετική πολιτική βούληση για την επιστροφή της Τουρκίας στα F-35, αλλά ότι η Αγκυρα τώρα περιμένει αυτή η πολιτική βούληση να μετατραπεί σε συγκεκριμένα βήματα.
Από την άλλη πλευρά, όμως, τα αμερικανικά κέρδη είναι πολύ πιο εύκολο να μετρηθούν. Η Turkish Airlines οριστικοποίησε στη Νέα Υόρκη, παρουσία του Ερντογάν, την αγορά 100 Boeing 737-8, με δικαιώματα για άλλα 50 αεροσκάφη Max. Αυτή η συμφωνία δεν έγινε μέσα σε μία νύχτα, καθώς οι σχετικές διαπραγματεύσεις είχαν αρχίσει πολύ νωρίτερα, άρα η Τουρκία δεν «αγόρασε αεροσκάφη για να αγοράσει πολιτική εύνοια».
Ομως, είναι αδύνατο να αγνοηθεί το πολιτικό πλαίσιο: την ίδια εβδομάδα κατά την οποία η τουρκική πλευρά ζητούσε από την Ουάσιγκτον να προχωρήσει επιτέλους σε πραγματικά βήματα για τα F-35 και το καθεστώς των κυρώσεων, ένας από τους μεγαλύτερους αμερικανικούς βιομηχανικούς ομίλους εξασφάλιζε μια τεράστια παραγγελία, με την αμερικανική πλευρά να μπορεί να μιλά για δισεκατομμύρια δολάρια σε εξαγωγές και για χιλιάδες θέσεις εργασίας στις ΗΠΑ.
Επομένως, η ουσία της «επέλασης» Ερντογάν στη Νέα Υόρκη είναι ότι η Τουρκία κέρδισε κυρίως πολιτικό κεφάλαιο: πρόσβαση στην Ουάσιγκτον, αναγνώριση ότι μπορεί να παίξει ρόλο στο Ιράν, στο Ιράκ, στη Συρία και στον Κόλπο, επαφή με μεγάλες αμερικανικές επιχειρήσεις και επενδυτικά κεφάλαια και -ίσως το σημαντικότερο- ένα πολύ πιο ευνοϊκό πολιτικό κλίμα για να συζητηθούν στο μέλλον οι αμυντικές διαφορές.
Οι ΗΠΑ, αντίθετα, αποκόμισαν ήδη χειροπιαστά κέρδη που μετριούνται σε δισεκατομμύρια δολάρια. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι η Τουρκία δεν κέρδισε, όμως παραμένει επίμονα η σαφής απόσταση ανάμεσα στην πολιτική προβολή και στο χειροπιαστό αποτέλεσμα. Αλλωστε, αυτό φαίνεται και από την εμμονική προσπάθεια του καθεστωτικού Τύπου να παρουσιάσει τη Νέα Υόρκη σχεδόν ως ιστορική δικαίωση του Ερντογάν. Η «Sabah» έγραψε ότι «ο κόσμος μόλις τώρα έρχεται εκεί όπου εμείς λέγαμε ότι πρέπει να έρθει».
Η «Yeni Şafak» ξαναέφερε στο επίκεντρο ότι «ο κόσμος είναι μεγαλύτερος από πέντε» (αναφορά στην πάγια θέση του Ερντογάν ότι ο ΟΗΕ πρέπει να αλλάξει τη σύνθεση του Συμβουλίου Ασφαλείας) και η «Türkgün» παρουσίασε τον Τούρκο Πρόεδρο ως «τη φωνή εκατομμυρίων». Ο καθεστωτικός Νεμπί Μις στη «Sabah» μέτρησε όλες τις συναντήσεις του Ερντογάν και κατέληξε ότι κανένας ηγέτης δεν είχε τόσο πυκνό πρόγραμμα. Ο καθεστωτικός Τύπος παρουσίασε παράλληλα την κριτική του Τούρκου Προέδρου προς το σύστημα του ΟΗΕ ως μια πρόβλεψη που σήμερα επιβεβαιώνει η Ιστορία.
Η οικονομία παραμένει η μεγάλη πολιτική αδυναμία που ούτε η διάσπαση της αντιπολίτευσης ούτε η διεθνής προβολή μπορούν να εξαφανίσουν. Ο Αμπντουλκαντίρ Σελβί στη «Hurriyet», που παρακολουθεί πολύ στενά το προεδρικό κέντρο, γράφει ότι ο ίδιος ο Τούρκος ηγέτης προειδοποιεί τα στελέχη του AKP, να μην εφησυχάζουν και ότι γνωρίζει πως η οικονομία παραμένει καθοριστική.
Και αυτό έχει σημασία, διότι όσο δυσκολότερο γίνεται για το καθεστώς το να αντλεί πολιτική νομιμοποίηση από την καθημερινή οικονομική εμπειρία των πολιτών, τόσο μεγαλύτερη αξία αποκτά το άλλο αφήγημα, αυτό μιας ισχυρής Τουρκίας, ενός Ερντογάν παγκόσμιου ηγέτη, που όλοι χρειάζονται και που συνομιλεί ισότιμα, με όλες τις μεγάλες δυνάμεις.
Σε αυτό το ήδη σύνθετο σκηνικό προστίθεται τώρα και ο δήμαρχος της Αγκυρας, Μανσούρ Γιαβάς, που αποχώρησε από το CHP δημιουργώντας νέα ρευστότητα στο πολιτικό σκηνικό, καθώς θα μπορούσε εν δυνάμει να είναι ο επόμενος ισχυρός προεδρικός υποψήφιος της αντιπολίτευσης. Και η εξέλιξη αυτή λαμβάνεται πολύ σοβαρά υπ’ όψιν, τόσο από το ΑΚΡ όσο και από τον ίδιο τον Ερντογάν.
