Ο πόλεμος του Τραμπ με το Ιράν «στεγνώνει» τα ταμεία του Πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ – Τι αποκαλύπτουν επίσημα έγγραφα

Ο πόλεμος του Ντόναλντ Τραμπ με το Ιράν έχει οδηγήσει σε σοβαρή οικονομική πίεση τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις, αναγκάζοντας το Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ να μεταφέρει χρήματα ακόμη και από κονδύλια μισθοδοσίας για να καλύψει το κόστος των επιχειρήσεων. Παρά τα αιτήματα της κυβέρνησης Τραμπ για έκτακτη χρηματοδότηση 67 δισ. δολαρίων, η έγκρισή τους από το Κογκρέσο θεωρείται δύσκολη λόγω της αντιδημοφιλίας του πολέμου και της έλλειψης σχετικής εξουσιοδότησης.

Φωτογραφία Αρχείου: Το αμερικανικό αποβατικό πλοίο USS Bataan διασχίζει τη Διώρυγα του Σουέζ, στην Αίγυπτο. Πηγή: US 5th Fleet/Reuters.

Φωτογραφία Αρχείου: Το αμερικανικό αποβατικό πλοίο USS Bataan διασχίζει τη Διώρυγα του Σουέζ, στην Αίγυπτο. Πηγή: US 5th Fleet/Reuters.

Τα βασικά σημεία του άρθρου

  • Σε σοβαρή οικονομική πίεση έχει οδηγήσει τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις ο πόλεμος του Ντόναλντ Τραμπ με το Ιράν, με το Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ να αναγκάζεται να μεταφέρει χρήματα ακόμη και από κονδύλια που προορίζονται για τη μισθοδοσία.\n- Εξαιτίας της έλλειψης χρημάτων, έχουν ήδη αναβληθεί μη επείγουσες εργασίες συντήρησης σε χερσαίες εγκαταστάσεις, ενώ οι πιθανότητες έγκρισης έκτακτης χρηματοδότησης από το Κογκρέσο θεωρούνται περιορισμένες.\n- Το γεγονός ότι το Πολεμικό Ναυτικό έχει ξεμείνει από διαθέσιμα κεφάλαια έρχεται σε έντονη αντίθεση με τις μεγάλες ναυτικές φιλοδοξίες του Τραμπ, που είχε υιοθετήσει τον όρο «Χρυσός Στόλος».

Σε σοβαρή οικονομική πίεση έχει οδηγήσει τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις ο πόλεμος του Ντόναλντ Τραμπ με το Ιράν, με το Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ να αναγκάζεται να μεταφέρει χρήματα ακόμη και από κονδύλια που προορίζονται για τη μισθοδοσία, προκειμένου να καλύψει το κόστος των πολεμικών επιχειρήσεων.

Η αμερικανοϊσραηλινή επιχείρηση έχει ήδη εξαντλήσει σημαντικό μέρος των αποθεμάτων πυρομαχικών των ΗΠΑ, ενώ τα ιρανικά αντίποινα έχουν προκαλέσει σοβαρές ζημιές σε στρατηγικές βάσεις στη Μέση Ανατολή. Την ίδια ώρα, το κόστος του πολέμου ασκεί ολοένα μεγαλύτερη πίεση στους προϋπολογισμούς των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων.

Σύμφωνα με έγγραφα που εξασφάλισε ο Guardian και συνεντεύξεις του μέσου με αξιωματούχους του Πολεμικού Ναυτικού, εργολάβους και αναλυτές άμυνας, εσωτερικό υπόμνημα του Πενταγώνου προειδοποιεί για «ελλείψεις στα κονδύλια μισθοδοσίας», επειδή το υπουργείο Άμυνας αντλεί χρήματα από αυτά για να χρηματοδοτήσει τις πολεμικές επιχειρήσεις.

«Ο κουμπαράς έσπασε», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Χάρλαν Ούλμαν, απόστρατος αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού και μέλος της Εθνικής Επιτροπής για το Μέλλον του Ναυτικού, διευκρινίζοντας ότι δεν μιλά εκ μέρους της επιτροπής.

Ένας αξιωματούχος και ένας εργολάβος του Πολεμικού Ναυτικού ανέφεραν ότι, εξαιτίας της έλλειψης χρημάτων, έχουν ήδη αναβληθεί μη επείγουσες εργασίες συντήρησης σε χερσαίες εγκαταστάσεις.

Χρήματα από τη μισθοδοσία για να συνεχιστεί ο πόλεμος

Όταν ο Τραμπ ξεκίνησε τον πόλεμο στις 28 Φεβρουαρίου, οι υφιστάμενοι στρατιωτικοί προϋπολογισμοί άρχισαν πολύ γρήγορα να δέχονται ισχυρές πιέσεις. Ιδιαίτερα επιβαρύνθηκε το Πολεμικό Ναυτικό, το οποίο όχι μόνο συμμετείχε στο πρώτο κύμα επιθέσεων, αλλά στη συνέχεια ανέλαβε και την εφαρμογή ενός εκτεταμένου ναυτικού αποκλεισμού.

Ο Λευκός Οίκος ζήτησε τελικά από το Κογκρέσο έκτακτη χρηματοδότηση για τις πολεμικές επιχειρήσεις, ωστόσο οι πιθανότητες έγκρισής της θεωρούνται περιορισμένες, καθώς ο πόλεμος είναι αντιδημοφιλής.

Αξιωματούχος του Πολεμικού Ναυτικού, ο οποίος έχει ενημερωθεί για τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζεται να αντιμετωπιστούν τα ελλείμματα, περιέγραψε ένα σύστημα συνεχούς μετακίνησης κονδυλίων.

«Τα χρήματα για τη μισθοδοσία αφαιρέθηκαν για να πληρωθούν οι επιχειρήσεις στο εξωτερικό και τώρα αναπληρώνονται με χρήματα που δεν έχουν δαπανηθεί. Αναπληρώνουν τη μισθοδοσία ώστε να υπάρχουν αρκετά χρήματα για τους μισθούς μας», είπε.

Ο προϋπολογισμός του Πολεμικού Ναυτικού για το 2026 ανέρχεται σε σχεδόν 300 δισ. δολάρια και περιλαμβάνει διαφορετικές κατηγορίες κονδυλίων που έχουν εγκριθεί από το Κογκρέσο για προσωπικό, ναυπήγηση πλοίων, αγορά συγκεκριμένων οπλικών συστημάτων, καθώς και για «επιχειρήσεις και συντήρηση», δηλαδή την καθημερινή λειτουργία του στόλου και των βάσεων. Η αμερικανική νομοθεσία, ωστόσο, περιορίζει τη δυνατότητα μεταφοράς χρημάτων μεταξύ αυτών των κατηγοριών.

Φωτογραφία αρχείου: Το αμερικανικό αντιτορπιλικό κατευθυνόμενων πυραύλων κλάσης Arleigh Burke USS Kidd ανεφοδιάζεται με καύσιμα από το πλοίο υποστήριξης USNS Guadalupe του Military Sealift Command στον Ειρηνικό Ωκεανό, στις 27 Μαρτίου 2020. Φωτογραφία: U.S. Navy / Mass Communication Specialist 3rd Class Brandie Nuzzi / Handout via Reuters.

«Ορισμένες στρατιωτικές υπηρεσίες αντιμετωπίζουν πρόβλημα φερεγγυότητας»

Το οικονομικό πρόβλημα έχει φτάσει και στο Καπιτώλιο. Σε ακρόαση της Επιτροπής Πιστώσεων της Γερουσίας στις 21 Ιουλίου, η Σούζαν Κόλινς δήλωσε: «Έχω ενημερωθεί ότι ορισμένες στρατιωτικές υπηρεσίες αντιμετωπίζουν βραχυπρόθεσμα προβλήματα φερεγγυότητας».

Συνεργάτης της διευκρίνισε ότι μεταξύ των υπηρεσιών στις οποίες αναφερόταν βρισκόταν και το Πολεμικό Ναυτικό.

Εκπρόσωπος του Ναυτικού, πάντως, υποστήριξε ότι τα κονδύλια συντήρησης και επιχειρήσεων δεν έχουν εξαντληθεί.

«Το υπουργείο Ναυτικού διαχειρίζεται ενεργά τους πόρους του ώστε να ανταποκρίνεται εγκαίρως στις τρέχουσες υποχρεώσεις μισθοδοσίας. Συνεχίζουμε να συνεργαζόμαστε στενά με το Κογκρέσο για να αντιμετωπίσουμε τις συνεχιζόμενες επιχειρησιακές απαιτήσεις και να διατηρήσουμε το προσωπικό και την επιχειρησιακή μας ετοιμότητα καθ’ όλη τη διάρκεια του οικονομικού έτους», ανέφερε.

Στο εσωτερικό του Ναυτικού, ωστόσο, η έλλειψη χρημάτων φέρεται να αποτελεί κοινό μυστικό.

«Απλώς δεν μιλούν δημόσια γι’ αυτό», δήλωσε ο Τοντ Χάρισον, αναλυτής άμυνας στο συντηρητικό American Enterprise Institute. Κατά την εκτίμησή του, πρόκειται για συνειδητή επιλογή της πολιτικής ηγεσίας του Πενταγώνου, καθώς δεν θέλει να δημιουργηθεί η εικόνα ότι υπονομεύεται η μελλοντική στρατιωτική ετοιμότητα εξαιτίας ενός πολέμου που εξελίσσεται σε ολοένα μεγαλύτερο πολιτικό βάρος.

«Αντιμετωπίζουμε κρίσιμες ελλείψεις»

Η στρατιωτική ηγεσία γνώριζε ότι η οικονομική πίεση πλησίαζε. Στα μέσα Μαΐου, ο αρχηγός ναυτικών επιχειρήσεων, ναύαρχος Ντάριλ Κοντλ, είχε προειδοποιήσει το Κογκρέσο ότι το πρόβλημα θα γινόταν αισθητό τον Ιούλιο.

«Ο προϋπολογισμός του οικονομικού έτους 2026 δεν είχε υπολογίσει την Epic Fury», είχε δηλώσει, εκφράζοντας φόβους ότι θα αναγκαζόταν από τον Ιούλιο να λάβει αποφάσεις που θα επηρέαζαν τις ασκήσεις και τις συνήθεις επιχειρήσεις, ώστε να εξασφαλιστούν τα απαραίτητα κεφάλαια για τη συνέχιση του πολέμου.

Ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ έχει επίσης πιέσει το Κογκρέσο για έκτακτη χρηματοδότηση, προειδοποιώντας τον Ιούλιο ότι χωρίς αυτήν «αντιμετωπίζουμε κρίσιμες ελλείψεις».

Ο Χέγκσεθ κατέθεσε ότι ο πόλεμος με το Ιράν έχει κοστίσει 35,7 δισ. δολάρια, χωρίς ωστόσο να είναι σαφές εάν το ποσό αυτό αποτυπώνει το συνολικό κόστος της σύγκρουσης.

Το αίτημα των 67 δισ. δολαρίων και το «μπλόκο» στο Κογκρέσο

Η κυβέρνηση Τραμπ ζήτησε από το Κογκρέσο 67 δισ. δολάρια έκτακτης χρηματοδότησης για το υπουργείο Άμυνας, χωρίς να διευκρινίσει πόσα από αυτά προορίζονται ειδικά για το Πολεμικό Ναυτικό.

Η Βουλή των Αντιπροσώπων ενέκρινε τον Ιούλιο αμυντικό νομοσχέδιο ύψους 1,15 τρισ. δολαρίων, καθώς και ξεχωριστή δημοσιονομική εξουσιοδότηση που θα παρείχε 73 δισ. δολάρια για τον πόλεμο στο Ιράν, όμως θεωρείται απίθανο να τεθούν σε ισχύ στην παρούσα μορφή τους.

Ο Χάρλαν Ούλμαν υπενθύμισε ότι κατά τους πολέμους στο Ιράκ και το Αφγανιστάν η χρηματοδότηση από το Κογκρέσο ήταν ευκολότερη, καθώς οι συγκεκριμένες συγκρούσεις είχαν εγκριθεί με σχετικό ψήφισμα.

«Σε αυτή την περίπτωση δεν υπάρχει εξουσιοδότηση για χρήση στρατιωτικής βίας. Είναι υποχρεωμένο το Κογκρέσο να πληρώσει για μια σύγκρουση την οποία δεν ενέκρινε;», διερωτήθηκε.

Από τον «Χρυσό Στόλο» του Τραμπ στα άδεια ταμεία

Το γεγονός ότι το Πολεμικό Ναυτικό έχει ξεμείνει, τουλάχιστον προσωρινά, από διαθέσιμα κεφάλαια έρχεται σε έντονη αντίθεση με τις μεγάλες ναυτικές φιλοδοξίες του Τραμπ.

Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει επανειλημμένα επικαλεστεί τη συγγένεια που θεωρεί ότι έχει η πολιτική του αντίληψη με εκείνη του Θίοντορ Ρούζβελτ, ο οποίος κατά την προεδρία του, από το 1901 έως το 1909, επέβλεψε τη μεγάλη επέκταση του αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού και έστειλε τον περίφημο «Μεγάλο Λευκό Στόλο» σε ταξίδι σε όλο τον κόσμο.

Η κυβέρνηση Τραμπ έχει υιοθετήσει αντίστοιχα τον όρο «Χρυσός Στόλος», ενώ μεταξύ των σχεδίων του προέδρου περιλαμβάνονται τεράστια πολεμικά πλοία «κλάσης Trump», τα οποία φιλοδοξεί να καταστήσει τα μεγαλύτερα θωρηκτά στην ιστορία των ΗΠΑ.

Η προσωπική του ενασχόληση έχει φτάσει ακόμη και στον τρόπο εκτόξευσης των αεροσκαφών από τα αεροπλανοφόρα. Όπως είχε αναφέρει ο Guardian, ο Τραμπ εκφράζει κάθε χρόνο από το 2017 τις προτιμήσεις του για τους καταπέλτες εκτόξευσης και έχει ζητήσει από το Ναυτικό να επιστρέψει σε σύστημα ατμού και υδραυλικών μηχανισμών αντί του ηλεκτρομαγνητικού συστήματος.

Πλέον, όμως, η μεγαλύτερη πρόκληση είναι πολύ πιο άμεση: η χρηματοδότηση ενός πολέμου χωρίς σαφή στρατηγική εξόδου.

Πρώην στρατιωτικός, ο οποίος εργάζεται πλέον σε εταιρεία που συνεργάζεται με το Πολεμικό Ναυτικό και έχει ενημερωθεί για τις οικονομικές ελλείψεις, περιέγραψε την κατάσταση με ωμούς όρους:

«Την έχουν γαμ… Έριξαν όλα τους τα όπλα, διέλυσαν όλα τους τα πλοία και ξέμειναν από χρήματα».