Τα βασικά σημεία του άρθρου
- Η καταμέτρηση των ψήφων επιβεβαιώνει ότι κανένας από τους δύο βασικούς αντιπάλους, Μπενιαμίν Νετανιάχου και Γκαντί Άιζενκοτ, δεν εξασφαλίζει την απαιτούμενη πλειοψηφία των 61 εδρών στην Κνεσέτ.
- Το μπλοκ υπό τον Νετανιάχου εξασφαλίζει 53 έδρες έναντι 48 του μπλοκ της αντιπολίτευσης υπό τον Άιζενκοτ, ενώ τα αραβικά κόμματα σημειώνουν ιστορικό υψηλό με 19 έδρες.
- Ενώ εκκρεμεί η καταμέτρηση περίπου 500.000 «διπλών φακέλων», οι δρόμοι προς τον σχηματισμό κυβέρνησης είναι εξαιρετικά δύσβατοι και ένας νέος γύρος εκλογών παραμένει πιθανός.
Αναλυτές και ειδικοί επιχειρούν να αποκωδικοποιήσουν το αδιέξοδο που διαμορφώνεται στο Ισραήλ μετά τις κάλπες, υπογραμμίζοντας ότι οι ισορροπίες παραμένουν εύθραυστες και οι δρόμοι προς τον σχηματισμό κυβέρνησης εξαιρετικά δύσβατοι.
Η καταμέτρηση του 85% των ψηφοδελτίων επιβεβαιώνει ότι κανένας από τους δύο βασικούς αντιπάλους –Μπενιαμίν Νετανιάχου και Γκαντί Άιζενκοτ– δεν εξασφαλίζει την απαιτούμενη πλειοψηφία των 61 εδρών στην Κνεσέτ, βυθίζοντας τη χώρα σε ένα παρατεταμένο πολιτικό θρίλερ και εβδομάδες σκληρών παζαριών.
Η μεγάλη εικόνα
Οι εκλογές «έλυσαν ελάχιστα πράγματα», δήλωσε στο Atlantic Council ο Ντάνιελ Σαπίρο, διακεκριμένος συνεργάτης στην Πρωτοβουλία Ασφάλειας Μέσης Ανατολής Scowcroft του Atlantic Council και πρώην πρέσβης των ΗΠΑ στο Ισραήλ.
Ωστόσο, με τον συνασπισμό του Νετανιάχου να υποχωρεί από τις 68 στις 53 προβλεπόμενες έδρες, «μια σαφής πλειοψηφία των Ισραηλινών κατέγραψε την επιθυμία της για μια διαφορετική κυβέρνηση».
Από την πλευρά της, η Τζίνα Άμπερκρομπι-Γουινστάνλεϊ, διακεκριμένη συνεργάτης της ίδιας πρωτοβουλίας και πρώην ειδική βοηθός για τη Μέση Ανατολή και την Αφρική του υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ, διαβάζει το αδιέξοδο διαφορετικά.
«Ο Μπίμπι δεν έχει απορριφθεί πλήρως», υποστηρίζει, σημειώνοντας ότι η υποστήριξή του μεταξύ των Ισραηλινών παραμένει ουσιαστική και το κόμμα του, το Λικούντ, θα είναι το μεγαλύτερο στην Κνεσέτ.
Η ίδια προσθέτει ότι η ψήφος στέλνει ένα μήνυμα στον κόσμο πως η προσέγγιση της τρέχουσας κυβέρνησης στην περιοχή, η οποία έχει προκαλέσει διεθνή κατακραυγή, «δεν αποτελεί απλώς πρόβλημα του Μπίμπι. Αντιπροσωπεύει το σημερινό Ισραήλ συνολικά».
Ο Σαλόμ Λίπνερ, μη μόνιμος ανώτερος συνεργάτης και πρώην σύμβουλος επτά Ισραηλινών πρωθυπουργών, τονίζει την υψηλή συμμετοχή των πολιτών που πλησίασε το 80%.
Συγκρεκριμένα, η συμμετοχή στην κάλπη ανήλθε στο εντυπωσιακό 77,7%, καταγράφοντας σημαντική αύξηση σε σύγκριση με το 70,6% των εκλογών του 2022.
«Οι Ισραηλινοί επέδειξαν εμφατική εμπιστοσύνη στο δημοκρατικό σύστημα, αν και πολύ περιορισμένη εμπιστοσύνη στους εκλεγμένους αντιπροσώπους τους», αναφέρει.
Οι έδρες
Σύμφωνα με τις επίσημες ανακοινώσεις της Κεντρικής Εκλογικής Επιτροπής (CEC), με καταμετρημένο το 85,6% του συνολικού όγκου των ψηφοδελτίων (που αντιστοιχεί στο 93% των τακτικών κάλπων):
- Μπλοκ Δεξιάς / Νετανιάχου: Το μπλοκ υπό τον πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου, με επικεφαλής το κόμμα «Λικούντ», εξασφαλίζει 53 έδρες.
- Μπλοκ Αντιπολίτευσης / Άιζενκοτ: Το κεντρώο αντιπολιτευόμενο μπλοκ υπό τον Γκαντί Άιζενκοτ, ηγέτη του κόμματος «Yashar», συγκεντρώνει 48 έδρες.
- Αραβικά Κόμματα: Σημειώνουν ιστορικό υψηλό, εξασφαλίζοντας συνολικά 19 έδρες.
Αν και τα παραπάνω στοιχεία δεν θεωρούνται τελικά, δεν αναμένεται εντυπωσική αλλαγή στους αριθμούς εντός των επόμενων ωρών.
Παράλληλα, εκκρεμεί η καταμέτρηση περίπου 500.000 «διπλών φακέλων» (επιστολικές ψήφοι, στρατιώτες, διπλωμάτες κ.ά.), η οποία αναμένεται να ολοκληρωθεί τις επόμενες ημέρες.
Όσον αφορά τα μικρότερα κόμματα, εκτός Βουλής φαίνεται να μένουν όσοι δεν ξεπέρασαν το όριο του 3,25%:
- Οι Έφεδροι (The Reservists): 2,6%
- Λαός του Ισραήλ (People of Israel): 1,6%
- Χαρέντι Κοινό (Charedi Public): 0,2%
Το πολυπληθές πολιτικό πεδίο
Όπως σημειώνει το Slate, στις εκλογές συμμετείχαν αρχικά 36 κόμματα.
Οι βασικοί αντίπαλοι του Νετανιάχου περιλαμβάνουν τον Γκαντί Άιζενκότ του κόμματος «Yashar» -τον κεντρώο πρώην αρχηγό του γενικού επιτελείου στρατού που αντιτίθεται στη λύση των δύο κρατών και στηρίζει ορισμένους οικισμούς στη Δυτική Όχθη- καθώς και τον πρώην υπουργό Άμυνας, Αβιγκντόρ Λίμπερμαν, του δεξιού κόμματος «Yisrael Beitenu», ο οποίος έχει δηλώσει παλαιότερα ότι η λύση των δύο κρατών είναι νεκρή.
Στο προσκήνιο βρίσκεται επίσης ο Ναφτάλι Μπένετ, εθνικιστής πολιτικός και επιχειρηματίας που απορρίπτει την παλαιστινιακή αυτοδιάθεση.
Από την αριστερή πλευρά υπάρχει το κόμμα «Δημοκράτες», με επικεφαλής τον Γιαΐρ Γκολάν, ο οποίος είναι πιο ανοιχτός στον τερματισμό των πολέμων και στην επίτευξη λύσης δύο κρατών, παρότι πιστεύει ότι κάτι τέτοιο δεν είναι άμεσα ρεαλιστικό.
Ο Άιζενκότ, ο οποίος έχασε επίσης έναν γιο στη Γάζα, ηγείται ουσιαστικά αυτού του συνασπισμού της αντιπολίτευσης με στόχο την εκθρόνιση του Νετανιάχου.
Στο ίδιο πολιτικό πεδίο κινούνται επίσης ακροδεξιά στελέχη, ορθόδοξα κόμματα και τα αραβικά κόμματα, κανένα εκ των οποίων δεν έχει δυνατότητα αυτοδυναμίας.
Λίγο μετά τις 10 το βράδυ των εκλογών, τα πρώτα exit polls έδειχναν τον συνασπισμό του Άιζενκότ να προηγείται οριακά, χωρίς όμως καθαρή πλειοψηφία, ενώ μέχρι το πρωί τα αποτελέσματα είχαν γύρει προς τον Νετανιάχου.
Τα αραβικά πολιτικά κόμματα, «Ραάμ» και «Κοινή Λίστα», τα οποία συμμετέχουν συστηματικά στις εκλογικές αναμετρήσεις και διαθέτουν έδρες στην Κνεσέτ, συγκέντρωσαν αριθμό-ρεκόρ ψήφων, οδεύοντας προς την κατάληψη 19 εδρών – ένα ιστορικό υψηλό που καθιστά αδύνατη την επίτευξη κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας τόσο για το μπλοκ του Νετανιάχου όσο και για τα εβραϊκά κόμματα της αντιπολίτευσης.
Καθ’ όλη τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας, το κόμμα του Νετανιάχου χαρακτήριζε οποιαδήποτε συνεργασία με αραβικά κόμματα ως παράνομη.
Καταγγελίες Λικούντ και το θρίλερ των «διπλών φακέλων»
Το κόμμα Λικούντ του Μπενιαμίν Νετανιάχου κατέθεσε επίσημο αίτημα για τη διεξαγωγή επείγουσας έρευνας από την Αστυνομία και την υπηρεσία Σιν Μπετ, ισχυριζόμενο ότι οι εκλογές «κλάπηκαν» από τα αραβικά κόμματα μέσω εκτεταμένης απάτης και εκφοβισμού ψηφοφόρων.
Σε επίσημη ανακοίνωσή της, η Κεντρική Εκλογική Επιτροπή (CEC) επιβεβαίωσε ότι έλαβε την καταγγελία του Λικούντ σχετικά με την παραβίαση της εκλογικής ακεραιότητας και ξεκαθάρισε ότι θα εξετάσει τους ισχυρισμούς στο πλαίσιο της τακτικής μεταεκλογικής αξιολόγησης.
Την ίδια στιγμή, η CEC ανακοίνωσε ότι εκκρεμεί η καταμέτρηση 430.000 έως 480.000 επιστολικών/ειδικών ψήφων, τονίζοντας ότι ο αριθμός αυτός είναι προκαταρκτικός και ενδέχεται να μεταβληθεί.
Οι συγκεκριμένες ψήφοι ονομάζονται «διπλοί φάκελοι», καθώς ο εσωτερικός φάκελος είναι ανώνυμος —όπως στα τακτικά ψηφοδέλτια—, ενώ ο εξωτερικός φάκελος φέρει τα προσωπικά στοιχεία του ψηφοφόρου για τη διασταύρωση της ταυτοπροσωπίας.
Στις προηγούμενες εκλογές είχαν ανέλθει σε περίπου 460.000 (που αντιστοιχούν σε σχεδόν 13 έδρες), με τους αξιωματούχους να εκτιμούν ότι τώρα ο αριθμός θα αυξηθεί περαιτέρω λόγω των εφέδρων των IDF στα μέτωπα.
Οι δρόμοι προς τις 61 έδρες και τα «αγκάθια»
Κατά τον Ντάνιελ Σαπίρο, η καλύτερη ευκαιρία του Νετανιάχου είναι «να στρατολογήσει έναν ή περισσότερους από τα μέλη του μπλοκ της αντιπολίτευσης», όπως ο Αβιγκντόρ Λίμπερμαν ή ο Ναφτάλι Μπένετ, ώστε να συμμετάσχουν σε μια νέα κυβέρνηση.
Ωστόσο, ο Σαλόμ Λίπνερ σημειώνει ότι τα περισσότερα κόμματα της αντιπολίτευσης «έχουν αρνηθεί κατηγορηματικά να καθίσουν μαζί του» στο ίδιο τραπέζι.
Η πορεία του Άιζενκοτ είναι ακόμη πιο δύσκολη.
Θα μπορούσε να σχηματίσει κυβέρνηση εάν τα αραβικά κόμματα την στήριζαν ή απείχαν, «αλλά πολλά βασικά μέλη του μπλοκ της αντιπολίτευσης αντιτίθενται σε οποιαδήποτε τέτοια μορφή συνεργασίας», εξηγεί ο Λίπνερ.
Σύμφωνα με τον Σαπίρο, εντός του μπλοκ του Άιζενκοτ «υπάρχει απροθυμία να συνεργαστούν με κόμματα που δεν ορίζουν τη Χαμάς ως τρομοκρατική οργάνωση».
Ωστόσο, σε μια διαδικασία σχηματισμού συνασπισμού, οι κόκκινες γραμμές μπορούν να μετακινηθούν, παρατηρεί η Τζίνα Άμπερκρομπι-Γουίνστανλεϊ.
«Τέτοιες δεσμεύσεις έχουν παραβιαστεί στο παρελθόν», όπως όταν ο Μπένετ συμπορεύτηκε με τον Γιαΐρ Λαπίντ για να σχηματίσουν κυβέρνηση το 2021, παρότι οι πρώην αντίπαλοι είχαν ευθυγραμμιστεί στις θέσεις τους για τη Χαμάς.
Στην πρώτη εκλογική αναμέτρηση μετά την 7η Οκτωβρίου, η ίδια διερωτάται: «Θα ισχύσει αυτό για τα αραβικά κόμματα τα οποία πολλοί έχουν υποβαθμίσει σε πολίτες δεύτερης κατηγορίας, παρά τη συμμετοχή-ρεκόρ και την κοινοβουλευτική τους εκπροσώπηση;»
Οι απρόβλεπτοι παράγοντες
Το πρώτο βήμα ανήκει στον πρόεδρο του Ισραήλ, Ισαάκ Χέρτζογκ, ο οποίος πρέπει να αποφασίσει αν θα δώσει την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης πρώτα στον Νετανιάχου, ως επικεφαλής του μεγαλύτερου κόμματος, ή στον Άιζενκοτ, ο οποίος θα μπορούσε να λάβει περισσότερες συστάσεις από μέλη της Κνεσέτ.
Ο Ντάνιελ Σαπίρο εκτιμά ότι ο Χέρτζογκ πιθανότατα θα πιέσει για μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας, φέρνοντας τα κύρια αντίπαλα μπλοκ σε έναν συνασπισμό.
Αυτό θα μπορούσε να σημαίνει ότι ο Νετανιάχου θα παραμείνει στην εξουσία για κάποιο διάστημα ή ακόμη ότι θα λάβει χάρη στη δίκη του για διαφθορά – «πικρά χάπια» που ο Άιζενκοτ και οι σύμμαχοι του θα δυσκολευτούν πολύ να «καταπιούν».
Ο Σαλόμ προσθέτει ωστόσο ότι τέτοιες εκκλήσεις «δεν βρίσκουν καμία ανταπόκριση από τους πιθανούς συμμετέχοντες».
Εάν η διαδικασία τραβήξει σε μάκρος, ένας νέος γύρος εκλογών παραμένει πιθανός.
Ο Νετανιάχου, σημειώνει ο Σαπίρο, «μπορεί να προτιμήσει να ηγηθεί της τρέχουσας κυβέρνησής του σε υπηρεσιακό ρόλο, να αρνηθεί οποιουςδήποτε συμβιβασμούς είναι απαραίτητοι για να φέρει επιπλέον εταίρους, να ξαναρχίσει τον πόλεμο στο Ιράν κατά την περίοδο σχηματισμού της κυβέρνησης και να δοκιμάσει την τύχη του σε νέες εκλογές σε περίπου έξι μήνες».
Παρά τις δηλώσεις του ίδιου του Αμερικανού Προέδρου, πάντως, η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ δεν έχει λάβει μέχρι στιγμής καμία απόφαση για το αν θα παρέμβει στις προσπάθειες σχηματισμού νέας κυβέρνησης στο Ισραήλ, όπως ξεκαθάρισε Αμερικανός αξιωματούχος στους Times of Israel.
Ο ίδιος χαρακτήρισε «ψευδή και πρόωρα» τα δημοσιεύματα που κάνουν λόγο για συγκεκριμένα κυβερνητικά σχήματα τα οποία προκρίνει η Ουάσινγκτον, σημειώνοντας ότι η καταμέτρηση συνεχίζεται και είναι ακόμη νωρίς για οριστικές αποφάσεις.
Υπενθυμίζεται ότι, σε σύντομη συνέντευξή του στο Axios την Τετάρτη, ερωτηθείς αν προτίθεται να εμπλακεί προσωπικά στον σχηματισμό μιας κυβέρνησης εθνικής ενότητας υπό τον Νετανιάχου, ο Τραμπ είχε απαντήσει ότι δεν το έχει σκεφτεί ακόμα, προσθέτοντας χαρακτηριστικά: «Θα το εξετάσω».
