«Θαλάσσια πάρκα»: Το Αιγαίο δεν χαρίζεται στον τουρκικό Αναθεωρητισμό μέσω και της «οικολογικής» πολιτικής – Άρθρο του Μάριου Ευθυμιόπουλου

Η ανακήρυξη δύο τουρκικών «εθνικών θαλάσσιων πάρκων» στο Βορειοανατολικό Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο δεν αποτελεί μια αθώα περιβαλλοντική πρωτοβουλία, αλλά μια πολιτική πρακτική που επιχειρεί να μετατρέψει την προστασία του περιβάλλοντος σε όχημα διεκδίκησης θαλάσσιου χώρου και δημιουργίας τετελεσμένων εις βάρος της Ελλάδας. Οι τουρκικές Προεδρικές Αποφάσεις της 15ης Αυγούστου 2026 επεκτείνονται σε διεθνή ύδατα και τμήματα ελληνικής υφαλοκρηπίδας, καθιστώντας τις παράνομες σύμφωνα με την ελληνική θέση.

Τουρκία- θαλάσσια πάρκα

Τα βασικά σημεία του άρθρου

  • Οι τουρκικές Προεδρικές Αποφάσεις για «θαλάσσια πάρκα» επεκτείνονται σε διεθνή ύδατα και ελληνική υφαλοκρηπίδα, αποτελώντας όχημα διεκδίκησης θαλάσσιου χώρου και δημιουργίας τετελεσμένων εις βάρος της Ελλάδας.
  • Η Ελλάδα χρειάζεται εθνική στρατηγική με συνέχεια, κόκκινες γραμμές, αποτροπή και σαφές χρονοδιάγραμμα άσκησης των νόμιμων δικαιωμάτων της, καθώς η πολιτική κατευνασμού δεν λειτουργεί πλέον, τονίζει σε άρθρο του ο Δρ. Μάριος Ευθυμιόπουλος.
  • Η τουρκική αντίφαση είναι κραυγαλέα, καθώς η Άγκυρα προχωρά μονομερώς πολύ πέρα από τα χωρικά της ύδατα, ενώ το Αιγαίο είναι ελληνικό ως προς τη γεωγραφική, ιστορική και νησιωτική του ταυτότητα.

Η ανακήρυξη δύο τουρκικών «εθνικών θαλάσσιων πάρκων» στο Βορειοανατολικό Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο δεν αποτελεί μια αθώα περιβαλλοντική πρωτοβουλία. Είναι μια πολιτική πρακτική που εμφανίζεται ως περιβαλλοντική πολιτική, αλλά επιχειρεί να μετατρέψει την προστασία του περιβάλλοντος σε όχημα διεκδίκησης θαλάσσιου χώρου και δημιουργίας τετελεσμένων εις βάρος της Ελλάδας.

Με τις τουρκικές Προεδρικές Αποφάσεις της 15ης Αυγούστου 2026, η Άγκυρα ανακήρυξε το «Θαλάσσιο Εθνικό Πάρκο Βορείου Αιγαίου», στην περιοχή μεταξύ των τουρκικών ακτών και του ελληνικού νησιωτικού χώρου της Σαμοθράκης και της Λήμνου, καθώς και το πάρκο Φετιγιέ–Κας, σε μια εξαιρετικά ευαίσθητη περιοχή απέναντι από το Καστελλόριζο. Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι τα σχεδιαζόμενα όριά τους δεν περιορίζονται στα τουρκικά χωρικά ύδατα. Επεκτείνονται σε διεθνή ύδατα και, σύμφωνα με την επίσημη ελληνική θέση, σε τμήματα ελληνικής υφαλοκρηπίδας.

Εδώ βρίσκεται η ουσία. Η Τουρκία επιχειρεί να παρουσιάσει ως «εθνικό πάρκο» έναν θαλάσσιο χώρο στον οποίο δεν ασκεί νόμιμη εθνική κυριαρχία ή αποκλειστική δικαιοδοσία. Κανένα κράτος δεν μπορεί, με μια εσωτερική προεδρική απόφαση, να μετατρέπει διεθνή ύδατα σε περιοχή εθνικής διοίκησης. Ούτε μπορεί να χρησιμοποιεί την περιβαλλοντική προστασία για να προκαταλαμβάνει την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών. Όπως επισήμανε το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών, οι τουρκικές αποφάσεις είναι παράνομες στον βαθμό που καταλαμβάνουν διεθνή ύδατα ή εκτείνονται εντός ελληνικής υφαλοκρηπίδας και, συνεπώς, δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα.

Η σύγκριση με την ελληνική πολιτική είναι αποκαλυπτική. Η Ελλάδα ανακοίνωσε το 2025 δύο θαλάσσια πάρκα στο Ιόνιο και στις Νότιες Κυκλάδες, συνολικής έκτασης περίπου 27.500 τετραγωνικών χιλιομέτρων. Το πάρκο των Νοτίων Κυκλάδων καλύπτει περίπου 9.500 τετραγωνικά χιλιόμετρα, ενώ η ελληνική κυβέρνηση κατέστησε σαφές ότι τα όριά του βρίσκονται εντός ελληνικών χωρικών υδάτων. Με την εφαρμογή των δύο πάρκων προστατεύεται πάνω από το 35% των ελληνικών χωρικών υδάτων, επιτυγχάνοντας νωρίτερα από το 2030 τον σχετικό ευρωπαϊκό στόχο.

Παράλληλα, προβλέπονται επιστημονικές μελέτες, ζώνες προστασίας, επιτήρηση και απαγόρευση καταστροφικών πρακτικών, όπως η αλιεία με μηχανότρατα βυθού. Πρόκειται για θεσμική περιβαλλοντική πολιτική και όχι για γεωπολιτική αρπαγή χώρου. Η Ελλάδα προστατεύει το θαλάσσιο περιβάλλον σε περιοχές στις οποίες ασκεί νόμιμα κυριαρχία και δικαιοδοσία, χωρίς να επιχειρεί να μετατρέψει διεθνή ύδατα σε εθνικό διοικητικό χώρο.

Κραυγαλέα η τουρκική αντίφαση

Η τουρκική αντίφαση είναι κραυγαλέα. Όταν η Ελλάδα ανακοίνωσε τα δικά της πάρκα, η Άγκυρα κατήγγειλε τις «μονομερείς ενέργειες», αμφισβήτησε εκ νέου την ελληνική κυριαρχία σε νησίδες και ισχυρίστηκε ότι η περιβαλλοντική πολιτική δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για την επίλυση των διαφορών του Αιγαίου. Σήμερα, η ίδια η Τουρκία προχωρεί μονομερώς πολύ πέρα από τα χωρικά της ύδατα. Απαιτεί αυτοσυγκράτηση από την Ελλάδα, ενώ διεκδικεί για τον εαυτό της ανεξέλεγκτη ελευθερία κινήσεων.

Δεν πρόκειται για μια μεμονωμένη ενέργεια. Τα τουρκικά πάρκα συνδέονται με τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό της Τουρκίας, το παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο, τη θεωρία της «Γαλάζιας Πατρίδας», την αμφισβήτηση της επήρειας των ελληνικών νησιών και το παράνομο casus belli του 1995 απέναντι στο νόμιμο ελληνικό δικαίωμα επέκτασης των χωρικών υδάτων έως τα δώδεκα ναυτικά μίλια. Αποτελούν κομμάτια της ίδιας στρατηγικής: επανάληψη παράνομων ισχυρισμών μέχρι αυτοί να εμφανιστούν ως δήθεν αντικείμενο διαπραγμάτευσης.

Η ελληνική απάντηση, επομένως, δεν μπορεί να εξαντλείται σε μια ορθή αλλά στιγμιαία ανακοίνωση του Υπουργείου Εξωτερικών. Απαιτείται η κατάθεση επίσημων χαρτών και νομικών θέσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στον ΟΗΕ, στον Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό και σε κάθε αρμόδιο διεθνή περιβαλλοντικό οργανισμό. Χρειάζεται συστηματική καταγραφή όλων των τουρκικών παραβιάσεων, διπλωματική κινητοποίηση και έμπρακτη επιτήρηση των περιοχών, αλλά και, εφόσον φτάσαμε εκεί, αποτροπή όπου υπάρχει ελληνική δικαιοδοσία.

Οποιαδήποτε τουρκική προσπάθεια αδειοδότησης, ελέγχου της αλιείας ή παρεμπόδισης της ναυσιπλοΐας πρέπει να αντιμετωπιστεί άμεσα. Η Τουρκία έχει επιδιώξει επανειλημμένα να δοκιμάσει τα ελληνικά αντανακλαστικά και μέσω της δραστηριότητας τουρκικών αλιευτικών. Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό του Σεπτεμβρίου 2025 μεταξύ Θάσου και Σαμοθράκης, όπου Έλληνες αλιείς κατήγγειλαν επανειλημμένες εισόδους τουρκικών σκαφών στα ελληνικά χωρικά ύδατα και πυροβολισμούς στον αέρα. Πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι το Λιμενικό Σώμα ανακοίνωσε πως, σύμφωνα με τα υπηρεσιακά στοιχεία, τα συγκεκριμένα σκάφη παρέμειναν σε διεθνή ύδατα.

Αυτή ακριβώς η απόσταση μεταξύ των καταγγελιών στο πεδίο και της επίσημης αποτίμησης αναδεικνύει την ανάγκη για συνεχή, εμφανή και τεχνολογικά τεκμηριωμένη ελληνική επιτήρηση. Για κάθε δραστηριότητα εντός των ελληνικών χωρικών υδάτων απαιτείται άδεια αποκλειστικά από τις αρμόδιες ελληνικές Αρχές. Είναι τόσο απλό και πρέπει να το τονίσουμε ξεκάθαρα: πρόκειται για ελληνικά χωρικά ύδατα.

Πολιτικά, η κυβέρνηση οφείλει να εγκαταλείψει την ψευδαίσθηση ότι η αποφυγή της έντασης αρκεί για να παραγάγει σταθερότητα. Η πολιτική κατευνασμού δεν λειτουργεί πλέον. Ίσως να λειτούργησε στο παρελθόν. Τώρα χρειάζεται κάτι άλλο: μια πολιτική ουσίας, πρακτικής και άμεσης αποτροπής. Ο διάλογος είναι χρήσιμος μόνον όταν δεν μετατρέπεται σε περίοδο κατά την οποία η Τουρκία συσσωρεύει νέες αξιώσεις.

Η Ελλάδα χρειάζεται εθνική στρατηγική

Η Ελλάδα χρειάζεται εθνική στρατηγική και, μέσα σε αυτήν, θαλάσσια και εναέρια στρατηγική, με συνέχεια, κόκκινες γραμμές, αποτροπή και σαφές χρονοδιάγραμμα άσκησης των νόμιμων δικαιωμάτων της. Χρειάζεται επίσης πολιτική συνέχεια, ανεξάρτητα από κυβερνητικές εναλλαγές, ώστε κάθε τουρκική ενέργεια να συναντά μια σταθερή, προβλέψιμη και αποφασιστική ελληνική απάντηση.

Το Αιγαίο δεν είναι μια αχαρτογράφητη θάλασσα με νησιά και βραχονησίδες προς τουρκική διαχείριση. Ας το πούμε, επιτέλους, ξεκάθαρα: το Αιγαίο είναι ελληνικό ως προς τη γεωγραφική, ιστορική και νησιωτική του ταυτότητα. Όπου υπάρχουν διεθνή ύδατα, τα σεβόμαστε. Όπου εκτείνονται τα νόμιμα τουρκικά χωρικά ύδατα από τις ακτές της σημερινής Τουρκίας, επίσης τα σεβόμαστε. Μέχρι εκεί. Ούτε ένα βήμα πέρα από όσα προβλέπει το Διεθνές Δίκαιο.

Η προστασία του περιβάλλοντος δεν μπορεί να γίνει προπέτασμα αναθεωρητισμού. Η Ελλάδα οφείλει να προστατεύσει ταυτόχρονα τη φύση, την κυριαρχία και τα κυριαρχικά της δικαιώματα, με σχέδιο, πολιτική βούληση και διαρκή παρουσία στο πεδίο.

Για να εφαρμοστεί, όμως, οποιαδήποτε πολιτική, απαιτούνται στρατηγικό βάθος, καθορισμένες διαδικασίες και πραγματική δυνατότητα υλοποίησης. Η Ελλάδα οφείλει να είναι απολύτως σαφής ως προς το βάθος της εθνικής της στρατηγικής, αλλά και ως προς τα μέσα εφαρμογής της: εθνικά, αμυντικά, διπλωματικά, εμπορικά, αναπτυξιακά και διεθνή. Δεν αρκεί η διατύπωση θέσεων. Απαιτούνται θεσμική συνέχεια, επιχειρησιακή ετοιμότητα, οικονομική παρουσία και μετρήσιμα αποτελέσματα.

Μεταξύ άλλων, οι συμμαχίες είναι κρίσιμες, όχι μόνο για τη διεθνή αναγνώριση και υποστήριξη των ελληνικών θέσεων, αλλά κυρίως για την ανάπτυξη ουσιαστικής, σταθερής και έμπρακτης συνεργασίας. Η στρατηγική αποκτά πραγματική αξία όταν μετατρέπεται σε πολιτική πράξη, δυνατότητα αποτροπής και παρουσία στο πεδίο.

Δρ. Μάριος Π. Ευθυμιόπουλος, Διευθυντής Strategy International (SI), Αναπληρωτής Καθηγητής Διεθνούς Ασφάλειας και Στρατηγικής, Vytautas Magnus University – School of Politics and Diplomacy