Η οικονομική πίεση οδηγεί ολοένα και περισσότερους κατοίκους του βορείου Έβρου να «ξενιτεύονται» σχεδόν καθημερινά στη Βουλγαρία και την Τουρκία, αναζητώντας χαμηλότερες τιμές κυρίως σε καύσιμα για να φουλάρουν τα οχήματά τους, αλλά και να πραγματοποιήσουν αγορές σε διάφορα είδη πρώτης ανάγκης, ενώ την ίδια ώρα, οι πρατηριούχοι και οι καταστηματάρχες της Νέας Ορεστιάδας, βρίσκονται -για ακόμη μία φορά- σε αδιέξοδο, καθώς αδυνατούν να ανταγωνιστούν τις επιχειρήσεις των γειτονικών χωρών.
Ρεπορτάζ: Κωνσταντίνα Χαϊνά
Στα τελωνεία του Έβρου η κίνηση έχει αυξηθεί αισθητά το τελευταίο διάστημα και δεν αποκλείεται τις επόμενες ημέρες να επαναληφθούν εικόνες των προηγούμενων ετών, με ουρές οχημάτων να σχηματίζονται, ιδιαίτερα σε αυτό των Καστανέων. Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται, μεταξύ άλλων, στην ανοδική πορεία των τιμών των καυσίμων, που επηρεάζεται από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, οδηγώντας πολλούς Έλληνες καταναλωτές να αναζητούν φθηνότερες επιλογές στις γειτονικές χώρες.
Η πλειοψηφία των κατοίκων επιστρέφουν το μεσημέρι της ίδιας ημέρας, ενώ το φαινόμενο είναι ιδιαίτερα έντονο κυρίως τα Σαββατοκύριακα, αλλά και τις ημέρες που πραγματοποιούνται οργανωμένες μονοήμερες εκδρομές προς την Τουρκία. Το αποτέλεσμα είναι ολοένα και περισσότερες επιχειρήσεις να οδηγούνται σε «λουκέτο», με την τοπική αγορά να δέχεται ισχυρό πλήγμα, και τους επαγγελματίες να βλέπουν για ακόμη μία χρονιά τους συμπολίτες τους να κατευθύνονται εκτός συνόρων, προκειμένου να εξοικονομήσουν χρήματα.
«Δεν αποκλείεται η βενζίνη να ξεπεράσει τα 2 ευρώ»
Τα καύσιμα, αποτελούν την βασική αιτία μετακίνησης των καταναλωτών προς τις γειτονικές χώρες, αλλά δεν είναι λίγοι εκείνοι που επιλέγουν την Τουρκία και τη Βουλγαρία και για άλλες αγορές, ακόμη και για τα ψώνια ολόκληρης της εβδομάδας. Εκτός από το γέμισμα του ρεζερβουάρ, προμηθεύονται τσιγάρα, τρόφιμα, είδη πρώτης ανάγκης, και σε λιγότερες περιπτώσεις προϊόντα ένδυσης και υπόδησης. «Άμα συνεχίσουμε με αυτούς τους ρυθμούς, δεν αποκλείεται η τιμή της βενζίνης να ξεπεράσει τα 2 ευρώ τις επόμενες ημέρες» επισημαίνει στο enikos.gr η πρόεδρος των πρατηριούχων στο βόρειο Έβρο, Βάσω Καλαϊτζή.
Αναλυτικά, στον βόρειο Έβρο, η μέση τιμή της βενζίνης κινείται περίπου στο 1,82-86 ευρώ το λίτρο, ενώ όπως εξηγεί η κα Καλαϊτζή στην Τουρκία φτάνει τα 1,10 – 1,20 ευρώ. «Επικρατεί μία θλιβερή κατάσταση. Βλέπουμε συναδέλφους να κλείνουν τα πρατήριά τους και να μην τα ανοίγουν ξανά, και άμα συνεχίσουμε έτσι, δεν θα νοικιάζονται ούτε τα υπάρχοντα. Αυτή την στιγμή, στην ευρύτερη περιοχή της Ορεστιάδας, τα πρατήρια δεν ξεπερνάνε τα 18-20, ενώ μέσα στην πόλη, υπάρχουν 10», αναφέρει και προσθέτει:
«Κρίμα για εμάς που επενδύσαμε στον τόπο μας, και λυπάμαι πάρα πολύ που βγαίνουν από το στόμα μου αυτές οι λέξεις. Οι καταναλωτές πονάνε και αυτοί μαζί με εμάς, ενώ οι καταστηματάρχες όλο και λιγοστεύουν. Αγαπάω πάρα πολύ τον Έβρο, και στεναχωριέμαι για την κατάντια του. Δυστυχώς, επικρατούν δύο μέτρα και δύο σταθμά. Βλέπουμε μία Αλεξανδρούπολη να ανθίζει και μία Ορεστιάδα να μαραζώνει, ακόμη και από άποψη μετακίνησης, δεν φτάνει καν το τρένο στα χωριά μας. Ο βόρειος Έβρος χρειάζεται ξεχωριστή μεταχείριση και διαχείριση ώστε να παραμείνει ζωντανός, αλλά μέχρι στιγμής, δεν βρίσκουμε ανάλογη ανταπόκριση από την Πολιτεία, ώστε να ακουστούμε και να βρεθεί μία λύση».
Για ψώνια στη… Βουλγαρία
Κάτοικοι του βορείου Έβρου που επισκέφθηκαν τις τελευταίες ημέρες τις γειτονικές χώρες, κυρίως το Ιβαΐλοβγκραντ της Βουλγαρίας, επιβεβαιώνουν στο enikos.gr, τη σημαντική διαφορά τιμών σε βασικά προϊόντα. Όπως ανέφερε μία πολίτης, όταν έφτασε σε πρατήριο καυσίμων της περιοχής, περίμεναν ήδη μπροστά της τρεις Έλληνες καταναλωτές για να εξυπηρετηθούν. «Την Παρασκευή η τιμή της βενζίνης ήταν περίπου στα 1,32 ευρώ το λίτρο, με αποτέλεσμα να γλιτώσω 30-40 ευρώ σε σχέση με τις τιμές που επικρατούν στην Ορεστιάδα», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Η ίδια επισημαίνει ότι οι διαφορές τιμών δεν περιορίζονται μόνο στα καύσιμα. Σύμφωνα με όσα αναφέρει, ένα πακέτο τσιγάρων είναι φθηνότερο περίπου κατά 1 ευρώ, ενώ ο καπνός κοστίζει έως και 2 ευρώ λιγότερο σε σχέση με την Ελλάδα. Αντίστοιχα, σε είδη καθημερινής χρήσης, όπως τα μαλακτικά ρούχων, η διαφορά φτάνει περίπου τα 2 ευρώ, ενώ στα μωρομάντηλα αγγίζει ακόμη και τα 3 ευρώ, γεγονός που ωθεί πολλούς καταναλωτές να πραγματοποιούν αγορές πέρα από τα σύνορα.
