Κόρινθος: Στον ανακριτή οι 5 συλληφθέντες για το κύκλωμα τηλεφωνικών απατών – Ζημία άνω των 1,6 εκατ. ευρώ

Μάστιγα οι τηλεφωνικές απάτες

Ενώπιον του αρμόδιου ανακριτή Κορίνθου οδηγούνται σήμερα οι πέντε συλληφθέντες που κατηγορούνται για συμμετοχή σε κύκλωμα τηλεφωνικών εξαπατήσεων πολιτών και κυρίως ηλικιωμένων. Ανάμεσά τους βρίσκονται τα πρόσωπα που φέρονται να αποτελούσαν τον αρχηγικό πυρήνα της εγκληματικής οργάνωσης.

Συγκεκριμένα, πρόκειται για τρεις άνδρες και μία γυναίκα που εμφανίζονται ως τα ηγετικά στελέχη της οργάνωσης, καθώς και ακόμη έναν άνδρα που είχε ρόλο «εισπράκτορα». Παράλληλα, οι Αρχές έχουν ήδη ταυτοποιήσει ακόμη εννέα μέλη της σπείρας, έξι άνδρες, δύο γυναίκες και μία αλλοδαπή, ενώ συνεχίζονται οι έρευνες για τον εντοπισμό επιπλέον συνεργών.

Σύμφωνα με την έρευνα, το παράνομο οικονομικό όφελος που αποκόμισε η οργάνωση ξεπερνά το ποσό των 1,6 εκατομμυρίων ευρώ. Η δράση του κυκλώματος έχει επιβεβαιωθεί τουλάχιστον από τον Ιούλιο του 2025, ωστόσο οι διωκτικές Αρχές εκτιμούν ότι λειτουργούσε για αρκετά μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, έχοντας αναπτύξει οργανωμένη δομή και επαγγελματική μεθοδολογία.

Πώς δρούσε το κύκλωμα

Η οργάνωση λειτουργούσε ως οργανωμένο «call center» τηλεφωνικών απατών και χωριζόταν σε δύο βασικούς πυρήνες. Τα μέλη του πρώτου πυρήνα πραγματοποιούσαν καθημερινά τηλεφωνικές κλήσεις σε ανυποψίαστους πολίτες, προσποιούμενα λογιστές, υπαλλήλους του ΕΦΚΑ, τραπεζών ή ακόμη και του ΔΕΔΔΗΕ. Με διάφορα προσχήματα επιχειρούσαν να εξαπατήσουν τα θύματά τους.

Σε άλλες περιπτώσεις επικαλούνταν επιδόματα και επιστροφές χρημάτων, ενώ σε άλλες ανέφεραν δήθεν αποφυγή προστίμων ή υποτιθέμενες διαρροές ηλεκτρικής ενέργειας. Στόχος τους ήταν να πείσουν τα θύματα να συγκεντρώνουν χρήματα και τιμαλφή από τα σπίτια τους, δήθεν για «καταγραφή περιουσίας», ασφάλιση ή έλεγχο.

Στη συνέχεια αναλάμβανε δράση ο δεύτερος πυρήνας της οργάνωσης, οι λεγόμενοι «εισπράκτορες» ή «runners». Τα μέλη αυτά βρίσκονταν σε προκαθορισμένα σημεία σε διάφορες περιοχές της χώρας και, λαμβάνοντας οδηγίες τηλεφωνικά από το «call center», μετέβαιναν στα σπίτια των θυμάτων ή σε προκαθορισμένα σημεία συνάντησης για να παραλαμβάνουν τα χρήματα και τα τιμαλφή.

Για να αποφεύγουν τον εντοπισμό από τις Αρχές, τα μέλη της οργάνωσης χρησιμοποιούσαν αποκλειστικά διαδικτυακές εφαρμογές επικοινωνίας, δυσκολεύοντας έτσι την άρση του απορρήτου. Επιπλέον, τα τηλέφωνα που χρησιμοποιούσαν ήταν καταχωρημένα σε «αχυρανθρώπους».

Οι «εισπράκτορες» μετακινούνταν είτε με ενοικιαζόμενα είτε με ιδιόκτητα οχήματα, τα οποία συχνά οδηγούσαν άλλα συνεργαζόμενα άτομα που παρέμεναν σε απόσταση ασφαλείας, ώστε να μην προκύπτει άμεση σύνδεση με τα σημεία παραλαβής.

Από την έως τώρα έρευνα έχει διαπιστωθεί η εμπλοκή της οργάνωσης σε τουλάχιστον 77 ολοκληρωμένες απάτες και 19 απόπειρες εξαπάτησης. Οι Αρχές εκτιμούν ότι ο πραγματικός αριθμός των περιστατικών είναι σημαντικά μεγαλύτερος, καθώς πολλές απόπειρες δεν καταγγέλλονται ποτέ.