Η μητέρα του 12χρονου Τζέικομπ Φρέιτες, ο οποίος σκοτώθηκε από αδέσποτη σφαίρα έξω από κατάστημα στο Μπρονξ, υποστηρίζει ότι η Νέα Υόρκη έχει γίνει πιο επικίνδυνη, καθώς -όπως λέει- οι δράστες δεν φοβούνται πλέον τις συνέπειες των πράξεών τους.
«Οι εγκληματίες αισθάνονται πιο ασφαλείς από ποτέ», δήλωσε η 47χρονη Μιγκντάλια Μαρτίνες, λίγες ημέρες μετά τον θάνατο του γιου της, ο οποίος ήταν παιδί πρώην αξιωματικού της αστυνομίας της Νέας Υόρκης.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα της NY Post, ο Τζέικομπ τραυματίστηκε θανάσιμα στο στήθος το βράδυ του Σαββάτου, όταν ξέσπασαν πυροβολισμοί κατά τη διάρκεια διαμάχης στο Νότιο Μπρονξ. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο της περιοχής, όπου διαπιστώθηκε ο θάνατός του.
Οι αρχές κατηγορούν τον 45χρονο Γουίλιαμ Φέρερ ότι άνοιξε πυρ κατά τη διάρκεια της συμπλοκής, με αποτέλεσμα να χάσει τη ζωή του ο 12χρονος και να τραυματιστούν ακόμη δύο άνθρωποι. Ο Φέρερ αντιμετωπίζει κατηγορίες για ανθρωποκτονία, επίθεση και παράνομη οπλοκατοχή.
«Το σύστημα προστατεύει περισσότερο τους εγκληματίες»
Η Μαρτίνες θεωρεί ότι βασικό μέρος του προβλήματος βρίσκεται στον τρόπο λειτουργίας του δικαστικού συστήματος, υποστηρίζοντας ότι οι ποινές δεν λειτουργούν πλέον αποτρεπτικά.
«Δεν υπάρχει πια φυλάκιση για πλημμελήματα. Δεν υπάρχει εγγύηση… Οι άνθρωποι κυκλοφορούν ελεύθεροι με την πιθανότητα να ξανακάνουν κάτι», ανέφερε.
«Το σύστημα λειτουργεί περισσότερο για τον εγκληματία παρά για το θύμα», πρόσθεσε, ζητώντας αυστηρότερη αντιμετώπιση της εγκληματικότητας.
Παράλληλα, τάχθηκε υπέρ της επαναφοράς ορισμένων αστυνομικών πρακτικών, όπως οι έλεγχοι «stop and frisk» (σ.σ. πρακτική ελέγχου και σωματικής έρευνας), υποστηρίζοντας ότι μπορούν να συμβάλουν στην πρόληψη της βίας.

«Δεν πρόλαβε να ζήσει τη ζωή του»
Η είδηση του θανάτου του γιου της βύθισε την οικογένεια στο πένθος. Η Μαρτίνες περιέγραψε τις πρώτες ημέρες μετά την τραγωδία, όταν, όπως είπε, δεν μπορούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι.
«Ήμουν θυμωμένη. Έκλαιγα συνεχώς. Δεν έκανα μπάνιο, δεν έφαγα, δεν ήπια», ανέφερε.
Η μητέρα του παιδιού βρισκόταν στην εργασία της σε ξενοδοχείο στο Μανχάταν όταν ενημερώθηκε από τον σύζυγό της ότι ο γιος τους είχε πυροβοληθεί. Έσπευσε στο νοσοκομείο, όμως ο Τζέικομπ είχε ήδη καταλήξει.
«Πήρε τη ζωή ενός παιδιού. Ήταν μόλις 12 ετών», είπε συγκινημένη, τονίζοντας πως ο γιος της δεν πρόλαβε να ζήσει βασικές στιγμές που θεωρούνται δεδομένες: να οδηγήσει, να ερωτευτεί, να μεγαλώσει.
Η οικογένεια ζητά δικαιοσύνη
Ο πατέρας του 12χρονου, πρώην αστυνομικός της NYPD, προσπαθεί να συμβάλει ώστε ο κατηγορούμενος να αντιμετωπίσει τη βαρύτερη δυνατή ποινή.
Η Μαρτίνες δήλωσε ότι μια καταδίκη που δεν θα αντανακλά τη σοβαρότητα της πράξης θα αποτελούσε «χτύπημα» για κάθε οικογένεια που χάνει ένα παιδί από την ένοπλη βία.
Απευθυνόμενη στον άνθρωπο που κατηγορείται για τον θάνατο του γιου της, είπε: «Μπορεί να μην σκόπευες συγκεκριμένα να σκοτώσεις το παιδί μου, αλλά επέλεξες να πυροβολήσεις. Μια σφαίρα δεν έχει όνομα. Θα μπορούσε να είχε χτυπήσει οποιονδήποτε».
Μετά την τραγωδία, κάτοικοι και φίλοι της οικογένειας δημιούργησαν σημείο μνήμης έξω από το σπίτι της οικογένειας στο Μπρονξ, αφήνοντας λουλούδια, τρόφιμα και προσωπικά αντικείμενα του παιδιού.

Παράλληλα, διαδικτυακή εκστρατεία συγκέντρωσης χρημάτων για τη στήριξη της μητέρας έχει συγκεντρώσει σημαντική ανταπόκριση.
Η υπόθεση έχει αναζωπυρώσει τη συζήτηση στη Νέα Υόρκη γύρω από την ένοπλη βία, την εγκληματικότητα και την αποτελεσματικότητα των μέτρων για την αντιμετώπισή τους.