Ντόναλντ Τραμπ: Γιατί απορρίπτει με οργή τα «φρένα» στην Τεχνητή Νοημοσύνη – Η «φάρσα», η Κίνα και η Wall Street

Ο Ντόναλντ Τραμπ απορρίπτει τις εκκλήσεις για επιβράδυνση της ανάπτυξης της Τεχνητής Νοημοσύνης και αυστηρότερα μέτρα ασφαλείας, χαρακτηρίζοντας τους φόβους ως «φάρσα». Η στάση του πηγάζει από ένα σύνθετο παζλ οικονομικών και γεωπολιτικών λόγων, όπως ο ανταγωνισμός με την Κίνα, η απέχθειά του προς τις ρυθμίσεις και το πολιτικό του μοτίβο να αποκαλεί «φάρσα» ζητήματα που απειλούν τις προτεραιότητές του.

Ντόναλντ Τραμπ

Τα βασικά σημεία του άρθρου

  • Ο Ντόναλντ Τραμπ απορρίπτει με οργή τις εκκλήσεις για επιβράδυνση της Τεχνητής Νοημοσύνης, χαρακτηρίζοντας τους φόβους «φάρσα» και υποστηρίζοντας ότι το μόνο «guardrail» είναι ένας «ΙΣΧΥΡΟΣ ΚΑΙ ΕΞΥΠΝΟΣ, με υψηλό IQ, ΠΡΟΕΔΡΟΣ».
  • Πίσω από τη σφοδρή του αντίδραση κρύβονται οικονομικοί λόγοι, ο ανταγωνισμός με την Κίνα, η διαχρονική απέχθειά του προς τις ρυθμίσεις και ο τρόπος που αντιμετωπίζει πολιτικά ζητήματα που απειλούν τις προτεραιότητές του.
  • Το πραγματικό πολιτικό στοίχημα είναι εάν αυτή η επιθετική απόρριψη των φόβων θα ενισχύσει το αφήγημά του ότι οι ΗΠΑ πρέπει να κερδίσουν πάση θυσία την παγκόσμια κούρσα της Τεχνητής Νοημοσύνης ή εάν οι ανησυχίες για θέσεις εργασίας, ασφάλεια και ανεξέλεγκτα συστήματα θα επιβάλουν τελικά «φρένα».

Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει περάσει στην αντεπίθεση απέναντι στις εκκλήσεις για επιβράδυνση της ανάπτυξης της Τεχνητής Νοημοσύνης και για αυστηρότερα μέτρα ασφαλείας, χαρακτηρίζοντας τους φόβους ότι η τεχνολογία μπορεί να ξεφύγει από τον ανθρώπινο έλεγχο «φάρσα». Έχει μάλιστα υποστηρίξει ότι το μόνο «guardrail» που χρειάζεται η Τεχνητή Νοημοσύνη είναι ένας «ΙΣΧΥΡΟΣ ΚΑΙ ΕΞΥΠΝΟΣ, με υψηλό IQ, ΠΡΟΕΔΡΟΣ». Οι συγκεκριμένες δηλώσεις του έχουν επιβεβαιωθεί και από άλλα δημοσιεύματα των τελευταίων ημερών.

Σύμφωνα με την ανάλυση του CNN, πίσω από τη σφοδρή αντίδραση του Αμερικανού προέδρου δεν βρίσκεται ένας μόνο λόγος. Η οικονομία, οι αγορές, ο ανταγωνισμός με την Κίνα, η διαχρονική απέχθειά του προς τις ρυθμίσεις, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει πολιτικά ζητήματα που απειλούν τις προτεραιότητές του, συνθέτουν ένα πολύ πιο περίπλοκο παζλ.

Το κλειδί, σύμφωνα με την ανάλυση, μπορεί να βρίσκεται σε μία λέξη που ο Τραμπ χρησιμοποιεί ξανά και ξανά: «hoax», δηλαδή «φάρσα» (ή ψευδή είδηση).

Η λέξη «hoax» και το πολιτικό μοτίβο του Τραμπ

Το δημοσίευμα παρατηρεί ότι ο Τραμπ καταφεύγει συχνά σε αυτή τη λέξη όταν βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα ζήτημα που συγκρούεται με τις πολιτικές ή προσωπικές του προτεραιότητες.

Έχει επί χρόνια απορρίψει με αντίστοιχη ρητορική τις προειδοποιήσεις για την κλιματική αλλαγή, ενώ τώρα συνέκρινε ευθέως τους φόβους γύρω από την Τεχνητή Νοημοσύνη με όσα ο ίδιος αποκαλεί «φάρσα» για την υπερθέρμανση του πλανήτη.

Η λογική που βλέπει η ανάλυση είναι απλή: αν το πρόβλημα παρουσιαστεί ως ψεύτικο, εξαφανίζεται και η πολιτική υποχρέωση αντιμετώπισής του.

Στην ενεργειακή πολιτική, για παράδειγμα, ο Τραμπ έχει επιλέξει την ενίσχυση της παραγωγής ορυκτών καυσίμων και τη μείωση περιβαλλοντικών περιορισμών.

Η ίδια ανάλυση θυμίζει ότι έχει χαρακτηρίσει «φάρσα» και άλλες υποθέσεις που τον έφεραν σε δύσκολη θέση, από την υπόθεση Τζέφρι Επστάιν έως τις έρευνες για την επίθεση στο Καπιτώλιο της 6ης Ιανουαρίου 2021.

Στην περίπτωση της Τεχνητής Νοημοσύνης, φαίνεται να ακολουθεί παρόμοια στρατηγική: χαρακτηρίζει καταστροφολογικούς τους φόβους και επιμένει ότι η Αμερική πρέπει να συνεχίσει να τρέχει με πλήρη ταχύτητα.

Το οικονομικό πρόβλημα: Τι θα γινόταν στη Wall Street αν η Τεχνητή Νοημοσύνη πατούσε φρένο

Ένας από τους πιο χειροπιαστούς λόγους μπορεί να είναι οικονομικός.

Μια σοβαρή επιβράδυνση της ανάπτυξης της Τεχνητής Νοημοσύνης θα μπορούσε να προκαλέσει αναταράξεις στις αγορές, καθώς τεράστιο μέρος της επενδυτικής αισιοδοξίας των τελευταίων ετών έχει στηριχθεί στην προσδοκία ότι η τεχνολογία θα μεταμορφώσει την οικονομία.

Οι αγορές έχουν ήδη δείξει πόσο ευαίσθητες είναι σε μια τέτοια συζήτηση. Μετά τις νέες προειδοποιήσεις κορυφαίων στελεχών του κλάδου για τους κινδύνους της Τεχνητής Νοημοσύνης, μετοχές εταιρειών που συνδέονται στενά με την έκρηξη του AI δέχθηκαν πιέσεις.

Για έναν πρόεδρο που δίνει τεράστια βαρύτητα στη χρηματιστηριακή αγορά, την ανάπτυξη και τις επενδύσεις, το ενδεχόμενο ενός AI slowdown θα μπορούσε επομένως να αποτελεί σημαντικό πολιτικό και οικονομικό ρίσκο.

Και αυτό συμβαίνει τη στιγμή που οι Αμερικανοί βρίσκονται ήδη αντιμέτωποι με υψηλές τιμές καυσίμων και ντίζελ εξαιτίας της διεθνούς ενεργειακής αναταραχής.

«Πότε ξανά είδατε τους ηγέτες μιας βιομηχανίας να ζητούν ρυθμίσεις;»

Υπάρχει όμως και μια βαθύτερη ιδεολογική διάσταση.

Η πολιτική φιλοσοφία του Τραμπ στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην απορρύθμιση των επιχειρήσεων και στην πεποίθηση ότι οι εταιρείες πρέπει να έχουν χώρο να επενδύουν, να αναπτύσσονται και να παράγουν πλούτο χωρίς υπερβολική κρατική παρέμβαση.

Ο ίδιος έθεσε δημόσια το ερώτημα: «Πότε στην ιστορία των επιχειρήσεων είδαμε τους ηγέτες μιας βιομηχανίας να ζητούν ρυθμίσεις οι οποίες, αν εφαρμοστούν αυστηρά, θα τους οδηγήσουν στην εξαφάνιση και τη χρεοκοπία;»

Παράλληλα, χαρακτήρισε την Τεχνητή Νοημοσύνη και τα data centers «τη μεγαλύτερη μηχανή οικονομικής ανάπτυξης στην ιστορία», μεγαλύτερη ακόμη και από το πετρέλαιο, τον χρυσό, τα διαμάντια ή το Διαδίκτυο.

Ο πρώην υπεύθυνος του Λευκού Οίκου για την πολιτική της Τεχνητής Νοημοσύνης, Ντέιβιντ Σακς, έχει εκφράσει παρόμοια καχυποψία, υποστηρίζοντας ότι ορισμένοι επικεφαλής εταιρειών μπορεί να χρησιμοποιούν τις προειδοποιήσεις για τους κινδύνους της τεχνολογίας προκειμένου να πιέσουν για ένα ρυθμιστικό σύστημα που θα τους εξυπηρετεί.

Ο μεγάλος φόβος λέγεται Κίνα

Υπάρχει όμως ένα επιχείρημα του Τραμπ που ξεπερνά την εσωτερική πολιτική: η Κίνα.

Ο Αμερικανός πρόεδρος θεωρεί ότι αν οι ΗΠΑ επιβραδύνουν μονομερώς την ανάπτυξη προηγμένων συστημάτων Τεχνητής Νοημοσύνης, ενώ το Πεκίνο συνεχίζει χωρίς αντίστοιχους περιορισμούς, η Ουάσινγκτον κινδυνεύει να χάσει ένα από τα σημαντικότερα τεχνολογικά και γεωπολιτικά πλεονεκτήματα του 21ου αιώνα.

«Υπάρχει μια ΑΡΡΩΣΤΗ συνωμοσία εναντίον της Τεχνητής Νοημοσύνης και των data centers και ο μόνος που χαίρεται γι’ αυτό είναι η Κίνα», έχει γράψει.

Αυτό δεν είναι, πάντως, αποκλειστικά ρεπουμπλικανική ανησυχία.

Ακόμη και στελέχη προηγούμενων Δημοκρατικών κυβερνήσεων έχουν προειδοποιήσει ότι οι ΗΠΑ πρέπει να ενσωματώσουν ταχύτερα την Τεχνητή Νοημοσύνη στις στρατιωτικές και εθνικές τους δυνατότητες, διαφορετικά μπορεί να χάσουν στρατηγικό έδαφος απέναντι στην Κίνα.

Κι αν σε ορισμένα σημεία ο Τραμπ έχει δίκιο;

Η ανάλυση θέτει και ένα αντίθετο ερώτημα που συχνά χάνεται μέσα στη σύγκρουση: τι θα συμβεί αν ο Τραμπ αποδειχθεί σωστός σε ορισμένες από τις ενστάσεις του;

Δεν είναι η πρώτη φορά στην ιστορία που μια νέα τεχνολογία συνοδεύεται από προβλέψεις καταστροφής που τελικά δεν πραγματοποιούνται.

Υπάρχουν επίσης αναλυτές που αντιμετωπίζουν με δυσπιστία τις αποκαλυπτικές προειδοποιήσεις ορισμένων επικεφαλής εταιρειών Τεχνητής Νοημοσύνης.

Η υποψία τους είναι ότι, μιλώντας για μια τεχνολογία τόσο ισχυρή ώστε δυνητικά να απειλεί ακόμη και την ανθρωπότητα, οι ίδιοι οι δημιουργοί της ενισχύουν παράλληλα την εικόνα των προϊόντων τους ως εξαιρετικά προηγμένων και πανίσχυρων, σε μια εποχή τεράστιων επενδύσεων και πιθανών χρηματιστηριακών κινήσεων.

Το ερώτημα επομένως δεν είναι απλώς «ρύθμιση ή καθόλου ρύθμιση», αλλά ποιος θα γράψει τους κανόνες και ποιος θα ωφεληθεί από αυτούς.

Οι Αμερικανοί φοβούνται περισσότερο για τις δουλειές τους παρά για το τέλος του κόσμου

Υπάρχει επίσης μια πολύ πιο άμεση πολιτική διάσταση. Για πολλούς Αμερικανούς, ο βασικός φόβος δεν είναι ότι κάποια υπερνοημοσύνη θα εξοντώσει την ανθρωπότητα.

Είναι ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη θα τους πάρει τη δουλειά. Παράλληλα, μεγαλώνει σε αρκετές περιοχές η αντίδραση απέναντι στην κατασκευή τεράστιων data centers, λόγω ζητημάτων όπως η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας, το νερό και οι επιπτώσεις στις τοπικές κοινωνίες.

Ο Τραμπ έχει απορρίψει και αυτές τις αντιδράσεις, παρουσιάζοντάς τες ως μέρος μιας ευρύτερης εκστρατείας εναντίον της τεχνολογίας.

Αυτό δημιουργεί πιθανό πολιτικό ρίσκο ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών, καθώς η Τεχνητή Νοημοσύνη μετατρέπεται σταδιακά από τεχνολογικό θέμα σε ζήτημα που αφορά μισθούς, θέσεις εργασίας, λογαριασμούς ρεύματος και τοπικές κοινότητες.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, ανάμεσα στον διευθύνοντα σύμβουλο της OpenAI, Σαμ Άλτμαν, και τον διευθύνοντα σύμβουλο της Google DeepMind, Ντέμης Χασάμπης, κατά τη διάρκεια γεύματος εργασίας με ηγέτες της G7, εταίρους της συνόδου και επικεφαλής τεχνολογικών εταιρειών, στο Εβιάν-λε-Μπεν της Γαλλίας, στις 17 Ιουνίου 2026. Φωτογραφία: Evelyn Hockstein / Reuters

Η προσωπική οικονομική διάσταση που θέτουν οι επικριτές

Η ανάλυση σημειώνει ακόμη ότι επικριτές του προέδρου θέτουν ερωτήματα για το γεγονός ότι, σύμφωνα με πρόσφατη οικονομική δήλωση, ο Τραμπ διαθέτει επενδύσεις σε εταιρείες που έχουν έκθεση στην ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης.

Ο Λευκός Οίκος απαντά ότι οι σχετικοί λογαριασμοί διαχειρίζονται ανεξάρτητα από τρίτους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς.

Το ζήτημα παρουσιάζεται ως πιθανή πηγή ερωτημάτων περί σύγκρουσης συμφερόντων, όχι ως απόδειξη ότι οι προσωπικές επενδύσεις καθορίζουν την πολιτική του.

Ο Τραμπ ως χρήστης της Τεχνητής Νοημοσύνης

Ο ίδιος ο πρόεδρος δήλωσε αυτή την εβδομάδα ότι χρησιμοποιεί Τεχνητή Νοημοσύνη και ότι του αρέσει η τεχνολογία.

Το πόσο βαθιά ασχολείται προσωπικά με αυτήν δεν είναι σαφές. Το δημοσίευμα παρατηρεί σκωπτικά ότι η πιο ορατή χρήση της μέχρι στιγμής είναι η δημοσίευση εντυπωσιακών AI εικόνων και memes που τον παρουσιάζουν, μεταξύ άλλων, ως διάφορους υπερήρωες.

Παράλληλα, ο τρόπος με τον οποίο καταναλώνει πληροφορίες παραμένει πολύ πιο παραδοσιακός, καθώς η στενή συνεργάτιδά του Νάταλι Χαρπ είναι γνωστή για τις εκτυπώσεις ειδήσεων και άλλου υλικού που του παραδίδει κατά τη διάρκεια της ημέρας.

Η τελείως διαφορετική προσέγγιση Ομπάμα

Η σύγκριση με τον Μπαράκ Ομπάμα είναι χαρακτηριστική. Ο πρώην πρόεδρος δήλωσε ότι προβληματίζεται εδώ και περίπου μία δεκαετία για τις συνέπειες της Τεχνητής Νοημοσύνης και ζήτησε από κορυφαίους Αμερικανούς παράγοντες να ξεκινήσουν έναν ευρύτερο εθνικό διάλογο.

Η θέση του ήταν ότι η ίδια τεχνολογία μπορεί να οδηγήσει είτε σε τεράστιες προόδους στην ιατρική, την ενέργεια και την εκπαίδευση, είτε σε μεγάλες οικονομικές ανατροπές, βαθύτερες ανισότητες και ακόμη και καταστροφικά σενάρια.

Το κρίσιμο, κατά τον Ομπάμα, είναι οι αποφάσεις να μη λαμβάνονται αποκλειστικά από τις εταιρείες που κατασκευάζουν τα συστήματα, αλλά να αποτελέσουν αντικείμενο ευρύτερης κοινωνικής και πολιτικής συζήτησης. Η προσέγγιση του Τραμπ είναι σχεδόν η αντίθετη.

Το «America First» αντιμετωπίζει την Τεχνητή Νοημοσύνη κυρίως ως πεδίο διεθνούς ανταγωνισμού στο οποίο οι ΗΠΑ πρέπει να κινηθούν ταχύτερα από τους αντιπάλους τους και όχι ως πρόβλημα που απαιτεί πρώτα μια πολυμερή διεθνή διαδικασία.

Και αν ο Λευκός Οίκος δεν βάλει κανόνες; Το βλέμμα στρέφεται στο Κογκρέσο

Το επόμενο ερώτημα είναι εάν το Κογκρέσο θα επιχειρήσει να καλύψει το κενό. Πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές δεν φαίνεται να υπάρχει αρκετός χρόνος για μια συνολική νομοθετική παρέμβαση.

Εάν όμως η Τεχνητή Νοημοσύνη εξελιχθεί σε κεντρικό θέμα της προεκλογικής περιόδου, οι αποφάσεις γύρω από την ασφάλεια, τη ρύθμιση και την ανάπτυξή της είναι πιθανό να βρεθούν πολύ ψηλά στην ατζέντα του νέου Κογκρέσου.

Ήδη η συζήτηση στην Ουάσινγκτον έχει ενταθεί, με στελέχη και των δύο κομμάτων να εξετάζουν διαφορετικούς τρόπους εποπτείας της τεχνολογίας, ενώ ο Τραμπ εξακολουθεί να υποστηρίζει ότι αυστηροί περιορισμοί θα μπορούσαν να χαρίσουν πλεονέκτημα στην Κίνα.

«Είμαι ο Hoax Buster»

Ο ίδιος, πάντως, δεν δείχνει να υποχωρεί ούτε εκατοστό. Σε μία από τις πιο χαρακτηριστικές αναρτήσεις του, αυτοαποκαλέστηκε «Hoax Buster», υποστηρίζοντας ότι καταρρίπτει ακόμη μία «φάρσα»:

«Ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη θα πάρει τον έλεγχο, θα καταβροχθίσει και θα καταστρέψει τον κόσμο και ότι ρομπότ θα παρελαύνουν στις πόλεις μας και θα μας εξαφανίσουν όλους».

Το πραγματικό πολιτικό στοίχημα πλέον είναι εάν αυτή η επιθετική απόρριψη των φόβων θα ενισχύσει το αφήγημά του ότι οι ΗΠΑ πρέπει να κερδίσουν πάση θυσία την παγκόσμια κούρσα της Τεχνητής Νοημοσύνης ή εάν οι ανησυχίες για θέσεις εργασίας, ασφάλεια και ανεξέλεγκτα συστήματα θα γίνουν τόσο ισχυρές ώστε η Ουάσινγκτον να αναγκαστεί τελικά να βάλει τα «φρένα» που σήμερα ο Τραμπ απορρίπτει.