Μέση Ανατολή: Γιατί το Ιράν στοχοποίησε πολιτικές υποδομές κρατών του Κόλπου – Η νέα στρατηγική τρόμου της Τεχεράνης

Το Ιράν εξαπέλυσε κύμα επιθέσεων με βαλλιστικούς πυραύλους και drones εναντίον πολιτικών υποδομών στο Κουβέιτ και το Μπαχρέιν, σηματοδοτώντας μια ριζική αλλαγή στην πολεμική του στρατηγική από τον ασύμμετρο πόλεμο σε άμεσες πολεμικές ενέργειες. Αυτή η κλιμάκωση, που προκλήθηκε από προηγούμενα πλήγματα των ΗΠΑ σε ιρανικό έδαφος, απειλεί να διαταράξει την περιφερειακή ειρήνη και έχει οδηγήσει σε πλήρη κατάρρευση της εμπιστοσύνης μεταξύ του Ιράν και των αραβικών κρατών του Κόλπου.

Ιράν Μέση Ανατολή Περσικός Κόλπος

Φωτογραφία: Reuters

Τα βασικά σημεία του άρθρου

  • Η Τεχεράνη εγκαταλείπει τον ασύμμετρο πόλεμο μέσω πληρεξουσίων και περνά σε απροκάλυπτες, απευθείας πολεμικές ενέργειες εναντίον κυρίαρχων αραβικών κρατών, όπως φάνηκε με τις επιθέσεις στο Κουβέιτ.
  • Η κλιμάκωση πυροδοτήθηκε από αμερικανικά πλήγματα σε ιρανικό έδαφος, κοντά στα Στενά του Ορμούζ, γεγονός που η Τεχεράνη θεώρησε ως εισβολή στην τελευταία της αμυντική περίμετρο.
  • Το Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου καταδίκασε απερίφραστα την «επικίνδυνη και άνευ προηγουμένου κλιμάκωση» του Ιράν, θεωρώντας το πλέον ως έναν διαρκή απειλητικό παράγοντα.

Σε μια δραματική κλιμάκωση που απειλεί να επιδεινώσει την κρίση στη Μέση Ανατολή, το Ιράν εξαπέλυσε την Τετάρτη το μεγαλύτερο κύμα επιθέσεων με βαλλιστικούς πυραύλους και drones από την έναρξη της δίμηνης εκεχειρίας του με τις ΗΠΑ.

Οι ιρανικές επιθέσεις έπληξαν απευθείας το Διεθνές Αεροδρόμιο του Κουβέιτ, αναγκάζοντάς το να αναστείλει τη λειτουργία του, ενώ από την επιδρομή σκοτώθηκε ένας άνθρωπος και τραυματίστηκαν τουλάχιστον άλλοι 63.

Ταυτόχρονα, σύμφωνα με αναφορές, το Ιράν χτύπησε τη βάση Buehring και την αεροπορική βάση Ali Al-Salem.

Η εξέλιξη αυτή, σύμφωνα με το ισραηλινό δίκτυο Ynet, σηματοδοτεί μια ριζική και επικίνδυνη στροφή στην πολεμική στρατηγική της Τεχεράνης, η οποία εγκαταλείπει πλέον τον ασύμμετρο πόλεμο μέσω πληρεξουσίων (proxies) και περνά σε απροκάλυπτες, απευθείας πολεμικές ενέργειες εναντίον κυρίαρχων αραβικών κρατών.

Το χρονικό της ανάφλεξης

Η νέα ανάφλεξη ξεκίνησε το προηγούμενο βράδυ, όταν οι δυνάμεις των ΗΠΑ έπληξαν με πύραυλο Hellfire το άδειο πετρελαιοφόρο «Lexi», το οποίο, σύμφωνα με την Ουάσινγκτον, επιχειρούσε να σπάσει τον αμερικανικό ναυτικό αποκλεισμό και να φορτώσει πετρέλαιο στο νησί Χαργκ του Ιράν.

Το γεγονός αυτό πυροδότησε μια αλυσίδα αντιποίνων και από τις δύο πλευρές, με το Ιράν να στρέφει τελικά τα πυρά του προς αμερικανικές βάσεις στο Κουβέιτ και το Μπαχρέιν.

Για να κατανοήσει κανείς γιατί η Τεχεράνη πέρασε αυτό το κατώφλι, σημειώνει το Ynet, η αφετηρία βρίσκεται στο νησί Κεσμ.

Στα τέλη Μαΐου, αμερικανικά μαχητικά αεροσκάφη έπληξαν εγκαταστάσεις ραντάρ και έναν σταθμό επίγειου ελέγχου εκεί, καθώς και στην κοντινή τοποθεσία Γκορούκ κατά μήκος των Στενών του Ορμούζ, αφότου το Ιράν κατέρριψε ένα αμερικανικό drone MQ-1 Predator που επιχειρούσε πάνω από διεθνή ύδατα.

Η Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ (CENTCOM) περιέγραψε τα πλήγματα στο κέντρο ελέγχου του νησιού Κεσμ ως «πλήγματα αυτοάμυνας», τα οποία διατάχθηκαν αφότου οι αμερικανικές δυνάμεις κατέρριψαν τρία ιρανικά drones που είχαν ως στόχο πλοία που διέρχονταν από τα ύδατα της περιοχής.


Ωστόσο, αυτό που καμία πλευρά δεν είπε φωναχτά, ήταν η πιο σημαντική αλήθεια: τα πλήγματα στο Κεσμ έφεραν την αμερικανική στρατιωτική ισχύ απευθείας πάνω σε ιρανικό έδαφος, δίπλα στο πιο κρίσιμο θαλάσσιο πέρασμα του κόσμου – τα Στενά του Ορμούζ.

Έπειτα από μήνες μαχών μέσω πληρεξουσίων και προσεκτικά αντισταθμισμένων συμφωνιών κατάπαυσης του πυρός, η Ουάσινγκτον είχε εισβάλει στον μοναδικό επιχειρησιακό χώρο που η Τεχεράνη θεωρούσε ως την τελευταία αμυντική της περίμετρο, σχολιάζει το Ynet.

Γιατί το Ιράν στοχοποίησε το Αεροδρόμιο του Κουβέιτ

Όταν ιρανικά drones και βαλλιστικοί πύραυλοι έπληξαν τον Τερματικό Σταθμό 1 του Διεθνούς Αεροδρομίου του Κουβέιτ τις πρώτες πρωινές ώρες της Τετάρτης, η επίθεση επιβεβαίωσε αυτό που εβδομάδες αμερικανικών βομβαρδισμών είχαν ήδη υποδηλώσει, αλλά η Τεχεράνη δεν είχε ακόμη διατυπώσει επίσημα: το Ιράν εγκατέλειψε τον ασύμμετρο πόλεμο ως το κύριο στρατηγικό του εργαλείο.

Το μοντέλο διεξαγωγής μαχών του Ιράν μέσω πληρεξουσίων (βλ. Χεζμπολάχ στον Λίβανο), η απόκρυψη πίσω από τη δυνατότητα εύλογης αποποίησης ευθυνών και το «ζύγισμα» της επιθετικότητάς του ώστε να μην προκαλεί άμεσα αντίποινα, έχει παρέλθει.

Αυτό που εξαπέλυσε το Ιράν εναντίον του Κουβέιτ δεν ήταν ένας ελιγμός πολέμου, επεσημαίνει το ισραηλινό δίκτυο. Ήταν μια άμεση, απροκάλυπτη πολεμική πράξη εναντίον ενός κυρίαρχου, μη εμπόλεμου αραβικού κράτους.

Η Τεχεράνη δεν «τιμώρησε» απλώς το Κουβέιτ επειδή φιλοξενεί Αμερικανούς στρατιώτες σε βάσεις. Απέδειξε με επιχειρησιακή σαφήνεια ότι οποιοδήποτε αμερικανικό πλήγμα σε ιρανικό έδαφος θα προκαλέσει μια άμεση απάντηση εναντίον της πλησιέστερης διαθέσιμης πολιτικής υποδομής.

Η θέση του Ιράν

Οι Φρουροί της Επανάστασης (IRGC) ισχυρίστηκαν ότι πραγματοποίησαν «ακριβή και συγκεντρωμένα πυραυλικά πλήγματα εναντίον αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων στο Κουβέιτ, με αποτέλεσμα την καταστροφή στόχων και την πρόκληση πυρκαγιών, σε αντίποινα για τα τελευταία αμερικανικά πλήγματα στο Ιράν».

Μετά το πρωτοφανές μπαράζ πυραύλων και drones που εξαπέλυσε εναντίον του Κουβέιτ και του Μπαχρέιν, το ιρανικό ΥΠΕΞ έσπευσε να δικαιολογήσει τα πλήγματα.

Ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, Αμπάς Αραγτσί, υπεραμύνθηκε της επίθεσης της χώρας του εναντίον των δύο χωρών του Κόλπου, χαρακτηρίζοντάς την ως «πλήγματα αυτοάμυνας».

Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα X, ο Αραγτσί ισχυρίστηκε ότι οι ιρανικές δυνάμεις στοχοποίησαν εγκαταστάσεις τις οποίες οι αμερικανικές δυνάμεις «χρησιμοποιούν για να επιτίθενται σε πολιτικά πλοία και να παραβιάζουν την εκεχειρία».

«Οποιαδήποτε εχθρική ενέργεια θα αντιμετωπιστεί με άμεση και αποφασιστική αντίδραση», πρόσθεσε.

Μάλιστα, έστειλε και ένα ευρύτερο μήνυμα προς τη Δύση, αναφέροντας: «Ό,τι δεν κατάφεραν να επιτύχουν οι κυρώσεις και ο πόλεμος, δεν θα επιτευχθεί με περισσότερο πόλεμο».

Οργή στο Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου (GCC)

Το Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου καταδίκασε απερίφραστα την Τεχεράνη για τη «συνεχιζόμενη επιθετικότητα» εναντίον των κρατών-μελών του, του Κουβέιτ και του Μπαχρέιν.

Ο γενικός γραμματέας του GCC, Τζασέμ Μοχάμεντ Αλμπουνταΐουι, δήλωσε ότι οι «άνανδρες επιθέσεις εναντίον πολιτικών αντικειμένων», συνιστούν μια «επικίνδυνη και άνευ προηγουμένου κλιμάκωση».

Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση, οι ενέργειες αυτές «αντικατοπτρίζουν την εμμονή του ιρανικού καθεστώτος να επιδιώκει απορριπτέες εχθρικές πολιτικές που στοχεύουν την ασφάλεια, τη σταθερότητα και την κυριαρχία» των κρατών-μελών.

Παράλληλα, ο γενικός γραμματέας του GCC υπογράμμισε ότι «η ασφάλεια του Βασιλείου του Μπαχρέιν και του Κράτους του Κουβέιτ αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ασφάλειας των κρατών του GCC, και ότι τα κράτη του Συμβουλίου Συνεργασίας στέκονται ενωμένα στην αντιμετώπιση αυτών των επιθέσεων και υποστηρίζουν πλήρως όλα τα μέτρα και τις διαδικασίες που λαμβάνονται από τις δύο χώρες για την υπεράσπιση της ασφάλειας, της κυριαρχίας και της εδαφικής τους ακεραιότητας».

Το «σημείο μηδέν» στις σχέσεις του Κόλπου με το Ιράν

Η εύθραυστη εκεχειρία που ακολούθησε την πρόσφατη αντιπαράθεση μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν μπορεί να έφερε μια προσωρινή επιχειρησιακή ηρεμία στον Περσικό Κόλπο, ωστόσο δεν αποκατέστησε την περιφερειακή ειρήνη.

Σύμφωνα με το κέντρο μελετών και διεθνές μέσο ενημέρωσης, Geopolitical Monitor, κάτω από την επιφάνεια, έχει συντελεστεί μια πολύ πιο ουσιαστική ανατροπή: η πλήρης κατάρρευση της εμπιστοσύνης ανάμεσα στο Ιράν και τους Άραβες γείτονές του.

Για δεκαετίες, τα κράτη του Κόλπου διατηρούσαν μια δύσκολη αλλά πραγματιστική σχέση με την Τεχεράνη, ισορροπώντας μεταξύ αποτροπής και διπλωματίας.

Αυτή η ισορροπία έχει πλέον ανατραπεί οριστικά, μετατρέποντας το Ιράν από έναν αναθεωρητικό ανταγωνιστή σε μια άμεση, συστημική απειλή. Η πραγματικότητα δείχνει ότι το παρόν ιρανικό καθεστώς δεν είναι πλέον συμβατό με τη μακροπρόθεσμη ασφάλεια της περιοχής.

Ένας πόλεμος που επανακαθόρισε το πεδίο της μάχης

Το καθοριστικό χαρακτηριστικό αυτής της σύγκρουσης δεν είναι απλώς τα αντίποινα του Ιράν, αλλά το πώς και πού επέλεξε να τα πραγματοποιήσει κατά τη διάρκεια του πολέμου, που ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου, με τις επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ.

Αντί το Ιράν να επικεντρωθεί αποκλειστικά στους κύριους αντιπάλους του, η Τεχεράνη επέκτεινε εσκεμμένα το πεδίο της μάχης για να συμπεριλάβει τις χώρες του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου (GCC).

Σύμφωνα με πρόσφατες αναλύσεις του GCC), που είχε δημοσιεύσει το Arab News, περίπου το 83% των ιρανικών πληγμάτων με πυραύλους και drones κατευθύνθηκε εναντίον των κρατών του Κόλπου, με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ΗΑΕ) να αναδεικνύονται ως ο βασικός στόχος.

Κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης καταγράφηκαν περισσότερα από 660 επιθετικά περιστατικά σε όλο τον Κόλπο, πλήττοντας ενεργειακές υποδομές, λιμάνια, εργοστάσια αφαλάτωσης, αεροδρόμια και κέντρα δεδομένων.

Το πιο ενδεικτικό είναι ότι οι επιθέσεις αυτές σημειώθηκαν παρόλο που τα κράτη του Κόλπου δεν συμμετείχαν στον πόλεμο, αλλά αντίθετα είχαν ζητήσει αποκλιμάκωση, ενώ χώρες όπως το Ομάν είχαν φιλοξενήσει τις διαπραγματεύσεις ΗΠΑ-Ιράν μήνες νωρίτερα.

Η στρατηγική λογική της Τεχεράνης βασίστηκε στο δόγμα της «οριζόντιας κλιμάκωσης»: κατέστησε σαφές ότι, αν δεχθεί επίθεση, θα επεκτείνει τη σύγκρουση γεωγραφικά στους Άραβες γείτονές της, αυξάνοντας το κόστος του πολέμου για να ασκήσει διεθνή πίεση στις ΗΠΑ.

Σε αυτό το πλαίσιο, τα Στενά του Ορμούζ μετατράπηκαν στον απόλυτο μοχλό πίεσης.

Ακόμη και κατά τη διάρκεια της εκεχειρίας, το Ιράν συνέχισε να χειραγωγεί τις θαλάσσιες ροές και να επιτίθεται σε πλοία, προκαλώντας παγκόσμια οικονομική αναταραχή και αστάθεια στις τιμές του πετρελαίου.

Οι συνέπειες για τα κράτη του Κόλπου είναι υπαρξιακές. Χιλιάδες πύραυλοι αναχαιτίστηκαν πάνω από μεγάλες πόλεις, οι ενεργειακές εξαγωγές διαταράχθηκαν και τα συστήματα αεράμυνας δοκιμάστηκαν στα όριά τους.

Το πρόβλημα είναι δομικό και βαθύτερο, καθώς το στρατηγικό μοντέλο του Ιράν είναι χτισμένο πάνω στον ασύμμετρο πόλεμο – που σύμφωνα με το Ynet, ξεπεράστηκε ως μοντέλο.

Σε πρακτικό επίπεδο, τα κράτη του Κόλπου, με επικεφαλής τα ΗΑΕ, προσαρμόζονται ήδη με ταχύτητα, σημειώνει το Geopolitical Monitor.

Ο πόλεμος επιτάχυνε τη δημιουργία μιας ενιαίας αρχιτεκτονικής αεράμυνας, τη βαθύτερη συνεργασία με διεθνείς εταίρους, τη διαφοροποίηση των οδών εξαγωγής ενέργειας και τις επενδύσεις στην ανθεκτικότητα των κρίσιμων υποδομών.

Το σημαντικότερο αποτέλεσμα αυτού του πολέμου δεν είναι η κατάπαυση του πυρός, αλλά η ανάδυση μιας νέας περιφερειακής πραγματικότητας: το Ιράν δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως ένας διαχειρίσιμος ανταγωνιστής, αλλά ως ένας διαρκής απειλητικός παράγοντας που πρέπει να περιοριστεί.

Αυτή η μετατόπιση θα διαμορφώσει τις δομές των συμμαχιών, τις αμυντικές δαπάνες και τις γεωπολιτικές ευθυγραμμίσεις για την επόμενη δεκαετία.