Από την Ουκρανία και τον Κόλπο στον νέο χάρτη της παγκόσμιας ισχύος. Ο στρατηγός και επίτιμος Αρχηγός ΓΕΕΘΑ γράφει αποκλειστικά στη Realnews. Φόβου, τιμής καί ωφελίας – Θουκυδίδης, Ιστορίαι, Α’ 76
Φόβος, τιμή και συμφέρον. Οι τρεις κινητήριες δυνάμεις που, κατά τον Θουκυδίδη, καθορίζουν τη συμπεριφορά των κρατών εξακολουθούν, δυόμισι χιλιετίες αργότερα, να προσφέρουν ένα επίκαιρο κλειδί ανάγνωσης της διεθνούς πολιτικής.
Στον πέμπτο χρόνο του πολέμου στην Ουκρανία και ύστερα από σχεδόν οκτώ μήνες πολέμου στον Κόλπο, τα δύο μέτωπα βρίσκονται σε διαφορετικές φάσεις. Στην Ουκρανία, παρά τη συνεχιζόμενη ένταση των επιχειρήσεων, διαμορφώνεται ολοένα περισσότερο η εικόνα μιας σύγκρουσης που, υπό τις παρούσες συνθήκες, δυσκολεύεται να παραγάγει αποφασιστικό στρατιωτικό αποτέλεσμα.
Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο χαρακτήρισε στις αρχές Οκτωβρίου τον πόλεμο «επικίνδυνο αδιέξοδο», όρος που αποδίδει αρκετά καλά τη σημερινή πραγματικότητα.
Στον Κόλπο, αντίθετα, το αποτέλεσμα παραμένει υπό διαμόρφωση. Το Ιράν, το Στενό του Ορμούζ, η πυρηνική του δυνατότητα και, κυρίως, η μελλοντική γεωστρατηγική θέση της Τεχεράνης συνδέονται άμεσα με τη νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας της Μέσης Ανατολής.
Το βασικό ερώτημα δεν είναι μόνο πότε θα τελειώσουν οι δύο πόλεμοι, αλλά ποια γεωπολιτική, γεωστρατηγική και γεωοικονομική τάξη θα αφήσουν πίσω τους. Εκεί βρίσκεται το πραγματικό διακύβευμα: η αναδιάταξη της Ευρασίας πριν από την επόμενη μεγάλη φάση της αμερικανοκινεζικής διελκυστίνδας στον Ειρηνικό.
Η Ουκρανία: Από τον πόλεμο στην παγιοποίηση
«Ο πόλεμος δεν είναι παρά η συνέχιση της κρατικής πολιτικής με άλλα μέσα» – Carl von Clausewitz
Ο Clausewitz υπενθυμίζει ότι ο πόλεμος είναι πολιτικό εργαλείο. Οταν δεν μπορεί να παραγάγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλάζει μορφή. Η Ουκρανία έχει ήδη μεταβάλει βαθιά την ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφαλείας. Το ΝΑΤΟ διευρύνθηκε με τη Φινλανδία και τη Σουηδία, οι ευρωπαϊκές αμυντικές δαπάνες αυξήθηκαν, η Ρωσία απομακρύνθηκε δραματικά από τη Δύση και η Ευρώπη αναγκάστηκε, υπό πίεση, να επανεξετάσει τη σχέση της με τη σκληρή ισχύ.
Αυτό που δεν έχει επιτευχθεί είναι μια καθαρή στρατιωτική λύση. Εάν η σημερινή τάση συνεχιστεί, η σύγκρουση μπορεί σταδιακά να μετατραπεί σε μια περισσότερο ή λιγότερο «παγωμένη» στρατιωτικοπολιτική εκκρεμότητα: όχι ειρήνη ούτε κατ’ ανάγκη οριστική συμφωνία, αλλά ένα μέτωπο του οποίου η διαχείριση θα μεταφερθεί ολοένα περισσότερο στους Ευρωπαίους, με την «υψηλή επιστασία» των ΗΠΑ.
Για την Ουάσιγκτον, η Ουκρανία δεν χρειάζεται να «λυθεί» για να πάψει να αποτελεί κύριο στρατηγικό πρόβλημα, αρκεί να καταστεί διαχειρίσιμη. Τότε ανακύπτει ένα σοβαρότερο ερώτημα: τι θα γίνει με τη Ρωσία μετά την πολιτική εποχή Πούτιν;
Η μετά Πούτιν Ρωσία: προς ποια κατεύθυνση;
«Η γεωγραφία αποτελεί τον πλέον θεμελιώδη παράγοντα της εξωτερικής πολιτικής, ακριβώς επειδή είναι και ο μονιμότερος» – Nicholas J. Spykman
Ηγεσίες και καθεστώτα αλλάζουν. Η γεωγραφία όχι. Και η Ρωσία θα εξακολουθήσει να βρίσκεται ανάμεσα στην Ευρώπη, την Κίνα, την κεντρική Ασία και την Αρκτική. Η μετά Πούτιν εποχή θα έρθει νομοτελειακά. Το κρίσιμο δεν είναι πότε, αλλά ποια στρατηγική κατεύθυνση θα επιλέξει μια νέα ρωσική ηγεσία. Η πρώτη επιλογή είναι η βαθύτερη πρόσδεση στην Κίνα. Η σχέση, όμως, είναι ήδη έντονα ασύμμετρη. Μια Ρωσία ολοένα περισσότερο εξαρτημένη από κινεζικές αγορές, τεχνολογία και κεφάλαια κινδυνεύει να μετατραπεί από αυτόνομο πόλο σε στρατηγικό συμπλήρωμα μιας ισχυρότερης Κίνας.
Η δεύτερη είναι η σταδιακή επαναπροσέγγιση με τη Δύση. Οχι κατ’ ανάγκη μια «φιλοδυτική Ρωσία», αλλά μια χώρα που θα αναζητήσει ξανά ευρωπαϊκή τεχνολογία, επενδύσεις και αγορές, ώστε να περιορίσει την εξάρτησή της από το Πεκίνο.
Εδώ μπορεί κάποτε να συμπέσουν, έστω μερικώς, τα συμφέροντα Μόσχας και Δύσης. Για τις ΗΠΑ και την Ευρώπη, μια Ρωσία στρατηγικά αυτόνομη από την Κίνα είναι ασφαλώς προτιμότερη από μια Ρωσία που προσφέρει στο Πεκίνο αφειδώς ενέργεια, πρώτες ύλες, τεράστιο γεωγραφικό βάθος και πρόσβαση στην Αρκτική. Για την παρούσα αμερικανική στρατηγική σκέψη, αυτό ίσως αποτελεί μέρος της εξήγησης των πιέσεων προς την Ουκρανία για ταχεία επίτευξη ειρήνης. Η «νέα Ρωσία», όποτε εμφανιστεί, μπορεί επομένως να εξελιχθεί σε σημαντικό ρυθμιστικό παράγοντα της ευρασιατικής ισορροπίας.
Το Ιράν: ο σημερινός κρίσιμος κρίκος
«Σκοπός του πολέμου είναι η επίτευξη μιας ευνοϊκότερης κατάστασης ειρήνης – έστω και μόνο από τη δική σου οπτική» – Sir B. H. Liddell Hart
Η ρήση ταιριάζει απόλυτα στην περίπτωση του Ιράν. Το ζητούμενο δεν είναι απλώς ποιος θα κερδίσει τον πόλεμο, αλλά ποια ειρήνη θα προκύψει από αυτόν. Το Ιράν βρίσκεται σε σχεδόν μοναδική γεωγραφική θέση: στον Περσικό Κόλπο και στο Ορμούζ, αλλά ταυτόχρονα κοντά στον Καύκασο, στην Κεντρική Ασία και στον Ινδικό Ωκεανό. Είναι ενεργειακός παράγων, κόμβος μεταφορών, περιφερειακή στρατιωτική δύναμη και σημαντικός κρίκος στις σχέσεις Ρωσίας και Κίνας με τη Μέση Ανατολή.
Γι’ αυτό το πραγματικό αμερικανικό διακύβευμα δεν είναι μόνο η αποδυνάμωση του πυρηνικού ή πυραυλικού του δυναμικού. Είναι η ένταξη του Ιράν σε διαφορετικό γεωστρατηγικό και γεωοικονομικό πλαίσιο, ή, κατ’ ελάχιστον, η στρατηγική ουδετεροποίηση της δυνατότητάς του να ανατρέπει τους σχεδιασμούς της Δύσης και των τοπικών εταίρων της. Δεν προϋποθέτει κατ’ ανάγκη ένα φιλοαμερικανικό Ιράν.
Προϋποθέτει, όμως, ένα Ιράν που δεν θα μπορεί να χρησιμοποιεί το Ορμούζ ως μόνιμο μοχλό παγκόσμιας πίεσης, να αποσταθεροποιεί διαρκώς τις μοναρχίες του Κόλπου, να απειλεί με εξάλειψη το Ισραήλ και να λειτουργεί ως κρίσιμος συνδετικός κρίκος ενός ανταγωνιστικού ρωσοκινεζικού ευρασιατικού άξονα. Η ενσωμάτωση αυτή είναι αναγκαίο βήμα για κάτι μεγαλύτερο: την αποκατάσταση της στρατηγικής συνέχειας της περιφερειακής ζώνης της Ευρασίας, του λεγόμενου Rimland, κατά τον Spykman.
Η επιστροφή της περιφερειακής ζώνης της Ευρασίας
«Οποιος ελέγχει την περιφερειακή ζώνη της Ευρασίας κυριαρχεί στην Ευρασία. και όποιος κυριαρχεί στην Ευρασία, καθορίζει τις τύχες του κόσμου» – Nicholas J. Spykman
Η διατύπωση του Spykman δεν αποτελεί απαράβατο γεωπολιτικό νόμο, παραμένει όμως χρήσιμο εργαλείο ανάγνωσης του σημερινού χάρτη. Από την Ευρώπη και τη Μαύρη Θάλασσα έως την ανατολική Μεσόγειο, τον Κόλπο, την Ινδία και τον δυτικό Ειρηνικό απλώνεται η μεγάλη περιφερειακή ζώνη της Ευρασίας. Το κρίσιμο για τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι να «κατέχουν» αυτόν τον χώρο, αλλά να αποτρέψουν τη συγκρότησή του σε ενιαίο στρατηγικό βάθος ενός ανταγωνιστικού ηπειρωτικού πόλου, ικανού να αμφισβητήσει το παγκόσμιο δίκτυο της ελεύθερης ναυσιπλοΐας.
Υπό αυτή την έννοια, η Ινδία αποκτά ιδιαίτερη σημασία ως δύναμη με στρατηγική αυτονομία και φυσικό αντίβαρο στην Κίνα. Το ίδιο, με διαφορετικούς όρους, ισχύει για τις αραβικές μοναρχίες, την Τουρκία και ενδεχομένως το Ιράν. Η αποκατάσταση της περιφερειακής ζώνης δεν σημαίνει πολιτική ομοιομορφία. Σημαίνει μια αλληλουχία κρατών και, κυρίως, διαδρομών επικοινωνίας και μεταφορών που δεν θα μπορούν να ενσωματωθούν υπό κινεζική ή σινορωσική κυριαρχία ή επιρροή. Και εδώ η γεωπολιτική συναντά τη γεωοικονομία.
IMEC και BRI: ποιος θα οργανώσει τις διαδρομές της Ευρασίας;
«Η θάλασσα προβάλλει ως μία μεγάλη λεωφόρος επικοινωνίας» «Ο έλεγχος των γραμμών επικοινωνίας αποτελεί κυρίαρχο παράγοντα του πολέμου» – Alfred Thayer Mahan
Οι δύο φράσεις του Mahan συμπυκνώνουν το ουσιαστικό διακύβευμα: οι δρόμοι του εμπορίου δεν είναι ουδέτερες γραμμές στον χάρτη, αλλά φορείς ισχύος, επιρροής και πλούτου. Η κινεζική πρωτοβουλία «Μία ζώνη, ένας δρόμος» (Belt and Road Initiative-BRI) δεν αποτελεί απλώς δίκτυο λιμένων, σιδηροδρόμων και ενεργειακών υποδομών. Η στρατηγική της αξία έγκειται στη δημιουργία μιας ευρασιατικής συνδεσιμότητας με το Πεκίνο σε κεντρικό ρόλο, μειώνοντας την κινεζική εξάρτηση από κρίσιμα θαλάσσια περάσματα και ενισχύοντας παράλληλα την οικονομική του επιρροή.
Ο οικονομικός Διάδρομος Ινδίας – Μέσης Ανατολής- Ευρώπης (IMEC) πρέπει να ιδωθεί ως ανταγωνιστική απάντηση σε αυτή τη λογική. Η διαδρομή Ινδία – Κόλπος – Ισραήλ – Μεσόγειος – Ευρώπη φιλοδοξεί να συνδέσει τις περιοχές αυτές μέσω θαλάσσιων, σιδηροδρομικών, ενεργειακών και ψηφιακών υποδομών.
Εφόσον υλοποιηθεί σε επαρκή κλίμακα, μπορεί να περιορίσει και σταδιακά να αδρανοποιήσει μέρος της γεωστρατηγικής χρησιμότητας του BRI, όχι καταστρέφοντας τις κινεζικές υποδομές, αλλά αφαιρώντας από αυτές το πλεονέκτημα της αναντικατάστατης επιλογής.
Σε αυτή τη νέα γεωοικονομική γεωγραφία η Ελλάδα αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η θέση της στη συμβολή ανατολικής Μεσογείου, Βαλκανίων και ευρωπαϊκής ενδοχώρας, σε συνδυασμό με τη Σούδα, την Αλεξανδρούπολη και τις ενεργειακές και μεταφορικές διασυνδέσεις προς την κεντρική και την ανατολική Ευρώπη, της παρέχει τη δυνατότητα να λειτουργήσει ως κρίσιμος κόμβος των νέων ροών προς την Ευρώπη.
Η ελληνική περίπτωση είναι ιδιαίτερη, επειδή στον ίδιο χώρο συνυπάρχουν η βαθιά ένταξη της χώρας στη δυτική αρχιτεκτονική ασφάλειας και η ισχυρή κινεζική παρουσία στον Πειραιά. Εδώ οι δύο ανταγωνιστικές γεωοικονομικές λογικές τέμνονται άμεσα.
Η γεωγραφική αυτή θέση δεν παράγει αυτομάτως ισχύ. Μπορεί, όμως, εφόσον υποστηριχθεί από υποδομές, διασυνδέσεις και συνεκτική υψηλή στρατηγική, να μετατρέψει την Ελλάδα από απλό πέρασμα σε ουσιαστικό κόμβο της νέας ευρασιατικής συνδεσιμότητας. Και γι’ αυτό το Ιράν επανέρχεται στο κέντρο της εξίσωσης. Χωρίς σχετική σταθεροποίηση του Κόλπου και της ευρύτερης περιοχής, η αρχιτεκτονική αυτή παραμένει ευάλωτη.
Ο Ινδοειρηνικός: το μεσομακροπρόθεσμο κέντρο βάρους
«Η ύψιστη στρατηγική επιδεξιότητα έγκειται στην κάμψη της αντίστασης του αντιπάλου χωρίς προσφυγή σε πόλεμο» – Sun Tzu
Κατά τον Sun Tzu, η υπέρτατη στρατηγική επιτυχία επιβάλλει το αποτέλεσμα χωρίς πόλεμο. Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα της αμερικανικής αποτροπής απέναντι στην Κίνα. Η αντιπαράθεση δεν βρίσκεται στο μακρινό μέλλον. Είναι ήδη εδώ: η πρώτη Νησιωτική Αλυσίδα (Κουρίλες, Ιαπωνικό Αρχιπέλαγος, Οκινάουα, Ταϊβάν, Φιλιππίνες, Βόρνεο), το Γκουάμ, η Αυστραλία και η συμφωνία AUKUS. Το ζητούμενο για τις ΗΠΑ δεν είναι απαραίτητα να ανακόψουν την οικονομική ανάπτυξη της Κίνας, αλλά να εμποδίσουν τη μετατροπή της σε περιφερειακή ηγεμονική δύναμη, ικανή να εκτοπίσει την αμερικανική παρουσία από τον δυτικό Ειρηνικό και να επιβάλει τους δικούς της όρους στους γείτονές της.
Για να γίνει αυτό αποτελεσματικά, η Ουάσιγκτον χρειάζεται λιγότερες ανοιχτές στρατηγικές πληγές αλλού: μια Ευρώπη περισσότερο υπεύθυνη για την άμυνά της, μια Ουκρανία σε διαχειρίσιμη ισορροπία, έναν σταθερότερο Κόλπο και ένα Ιράν που δεν απαιτεί μόνιμη αμερικανική στρατιωτική συγκέντρωση. Ετσι, η διευθέτηση των δυτικών και νότιων μετώπων της Ευρασίας (Μέση Ανατολή και Ινδικός Ωκεανός) δεν αποτελεί τον τελικό στόχο. Αποτελεί προϋπόθεση για τη συγκέντρωση στο κύριο μεσομακροπρόθεσμο πεδίο της αντιπαράθεσης.
Αρκτική: η επόμενη γεωγραφία
«Τα δεδομένα της γεωγραφικής θέσης δεν μεταβάλλονται. Μεταβάλλεται όμως η σημασία τους» – Nicholas J. Spykman
Η γεωγραφία της Αρκτικής δεν άλλαξε. Αλλαξαν όμως οι επικοινωνίες, η τεχνολογία, οι διαδρομές και τα κέντρα ισχύος που καθορίζουν τη στρατηγική σημασία της. Το Πεκίνο έχει ήδη εντάξει επίσημα την περιοχή στον σχεδιασμό του μέσω του πολικού Δρόμου του Μεταξιού και της σύνδεσης των αρκτικών θαλάσσιων οδών με την BRI, ανακηρύσσοντας αυθαιρέτως εαυτόν ως εγγύς αρκτικό κράτος.
Η Βόρεια Θαλάσσια Οδός αποτελεί σήμερα δυνατότητα που εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη Ρωσία. Γι’ αυτό η μελλοντική πορεία της Μόσχας, αποκτά ξανά καθοριστική σημασία. Μια Ρωσία σταθερά προσδεμένη στο Πεκίνο θα μπορούσε να προσφέρει στην Κίνα αυτό που δεν διαθέτει από μόνη της: πρόσβαση, υποδομές και γεωγραφικό βάθος στον Αρκτικό.
Απέναντι σε αυτό, η δυτική πλευρά του Απω Βορρά (High North) έχει αλλάξει δραματικά. Με τη Φινλανδία και τη Σουηδία, επτά από τα οκτώ αρκτικά κράτη ανήκουν πλέον στο ΝΑΤΟ. Η Αλάσκα, ο Καναδάς, η Γροιλανδία, η Ισλανδία και η Σκανδιναβία αποκτούν έτσι διαφορετικό στρατηγικό βάρος, ενώ το Στενό του Μπέρινγκ αποτελεί τη φυσική άρθρωση μεταξύ Ειρηνικού και Αρκτικής. Η Αρκτική δεν είναι σήμερα ισότιμο θέατρο με τον Ειρηνικό. Μπορεί, όμως, να αποτελέσει τον δεύτερο μεγάλο μεσομακροπρόθεσμο χώρο στον οποίο η αμερικανοκινεζική αντιπαράθεση θα συναντήσει τη γεωγραφία και την ισχύ της Ρωσίας.
Επίλογος: Ο χάρτης της νέας παγκόσμιας τάξης
Το παγκόσμιο διακύβευμα δεν είναι απλώς ποιος θα κερδίσει τους σημερινούς πολέμους, αλλά ποιος θα εισέλθει στην επόμενη φάση του ανταγωνισμού έχοντας διαμορφώσει ευνοϊκότερα τις συμμαχίες, τους διαδρόμους και τη γεωγραφία της ισχύος.
Η Ουκρανία μπορεί να οδεύει προς μια δύσκολη παγιοποίηση, το Ιράν παραμένει κρίσιμος κόμβος της νότιας Ευρασίας, ο IMEC και το BRI εκφράζουν ανταγωνιστικές λογικές συνδεσιμότητας, ενώ ο Ινδοειρηνικός και η Αρκτική διαμορφώνουν τα επόμενα μεγάλα πεδία της αμερικανοκινεζικής αντιπαράθεσης. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η μελλοντική κατεύθυνση της Ρωσίας μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική. Και τότε επιστρέφουμε στον Θουκυδίδη: φόβος, τιμή και ωφέλεια.
Οι τεχνολογίες αλλάζουν, οι διαδρομές μετακινούνται και νέα γεωγραφικά πεδία αποκτούν στρατηγική σημασία. Η γεωγραφία όμως παραμένει – και εκείνο που μεταβάλλεται είναι ο τρόπος με τον οποίο τα κράτη την αξιοποιούν. Για την Ελλάδα, αυτό αποτελεί ίσως το σημαντικότερο συμπέρασμα.
Η θέση της είναι στρατηγικό πλεονέκτημα, όχι όμως αυτονόητη πηγή ισχύος. Η αξία της θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο θα υποστηριχθεί με υποδομές, διασυνδέσεις, οικονομική και αμυντική ισχύ, αξιόπιστες συμμαχίες και, κυρίως, συνεκτική υψηλή στρατηγική.
Η γεωγραφία αποτελεί δυνατότητα. Η στρατηγική είναι εκείνη που τη μετατρέπει σε ισχύ. Ισως τελικά το πραγματικό παγκόσμιο διακύβευμα του 21ου αιώνα να μην είναι απλώς ποιος θα κυριαρχήσει στον Ειρηνικό, στην περιφερειακή ζώνη της Ευρασίας ή στην Αρκτική, αλλά ποιος θα καταφέρει να οργανώσει τη γεωγραφία του κόσμου με τρόπο που να υπηρετεί καλύτερα τη δική του ασφάλεια, ισχύ και ευημερία.