Η εστίαση του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, στον πόλεμο με το Ιράν έχει μετατοπίσει την προσοχή της Ουάσιγκτον μακριά από την Ουκρανία, με την Ευρώπη να προσαρμόζεται ταχύτατα σε μια νέα πραγματικότητα, όπου η εξάρτηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν θεωρείται πλέον δεδομένη, αναφέρουν στην ανάλυση τους για το Politico, ο Ίλαϊ Στόκολς και η Νταϊάνα Νερότσι.
Σχεδόν δύο μήνες μετά την έναρξη του πολέμου στο Ιράν, το ουκρανικό μέτωπο έχει υποβαθμιστεί εντός του Λευκού Οίκου, ενώ στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού εξελίσσεται σε βασικό άξονα πολιτικής και στρατηγικής κινητοποίησης.
«Τα πράγματα φαίνεται να έχουν κολλήσει και χρειάζονται νέα ώθηση», δήλωσε Ευρωπαίος αξιωματούχος, ο οποίος μίλησε ανώνυμα.
Ωστόσο, οι τελευταίες εξελίξεις δείχνουν ότι η προσδοκία αυτή απομακρύνεται. Ο Τραμπ εμφανίζεται περισσότερο διατεθειμένος να ασκήσει πίεση στους Ευρωπαίους συμμάχους παρά να συνεργαστεί μαζί τους.
Επιθέσεις προς Ευρώπη και επαφή με Πούτιν χωρίς την Ουκρανία
Μέσα σε ένα 24ωρο, ο Αμερικανός πρόεδρος επιτέθηκε δημόσια στον καγκελάριο της Γερμανίας μέσω κοινωνικών δικτύων, προκάλεσε αναστάτωση στο Πεντάγωνο απειλώντας με μείωση της στρατιωτικής παρουσίας των ΗΠΑ σε τρεις ευρωπαϊκές χώρες και πραγματοποίησε εκτενή τηλεφωνική συνομιλία με τον Ρώσο πρόεδρο, Βλαντίμιρ Πούτιν.
Κατά τη διάρκεια της συνομιλίας, οι δύο πλευρές συμφώνησαν σε μια σύντομη κατάπαυση πυρός χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με την Ουκρανία.
Σε παλαιότερες συνθήκες, τέτοιες κινήσεις θα προκαλούσαν συναγερμό στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Σήμερα, όμως, πολλοί αξιωματούχοι θεωρούν ότι η «ρήξη» έχει ήδη συντελεστεί και ότι η Ευρώπη έχει αρχίσει να προσαρμόζεται, ακόμη και εξετάζοντας τη δημιουργία μιας Ευρωπαϊκής Αμυντικής Ένωσης.
Ο Λευκός Οίκος επιμένει ότι εργάζεται για λύση
Από την πλευρά της κυβέρνησης, η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου, Ολίβια Γουέιλς, υποστήριξε ότι οι ΗΠΑ συνεχίζουν τις προσπάθειες τόσο για το Ιράν όσο και για τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Όπως ανέφερε, η κυβέρνηση εργάζεται για μια συμφωνία που θα αποτρέψει το Ιράν από την απόκτηση πυρηνικών όπλων, ενώ παράλληλα σημειώνεται πρόοδος για τον τερματισμό της σύγκρουσης μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας.
Παρά ταύτα, η ένταση της ενασχόλησης με την Ουκρανία έχει μειωθεί αισθητά. Σύμφωνα με ανώτερο αξιωματούχο, το Ιράν αποτελεί πλέον την κύρια προτεραιότητα της αμερικανικής κυβέρνησης.
Οι βασικοί απεσταλμένοι των ΗΠΑ, Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ, ασχολούνται κυρίως με το Ιράν, αν και διατηρούν κάποια επικοινωνία με τη Ρωσία και την Ουκρανία.
Η Ευρώπη επιδιώκει στρατηγική αυτονομία
Η μετατόπιση αυτή έχει οδηγήσει τους Ευρωπαίους σε μια πιο αποφασιστική στάση υπέρ της στρατηγικής αυτονομίας.
Όπως σημειώνουν αξιωματούχοι, ο πόλεμος στο Ιράν και η κρίση στα Στενά του Ορμούζ έχουν αρνητικές επιπτώσεις τόσο για την Ευρώπη όσο και για την Ουκρανία, ενισχύοντας παράλληλα την ανάγκη για στενότερη συνεργασία μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών.
Παράλληλα, η Ουκρανία εμφανίζεται ενισχυμένη, καθώς έχει καταφέρει να κεφαλαιοποιήσει την εμπειρία της στον πόλεμο, ιδιαίτερα στον τομέα της τεχνολογίας drones, υπογράφοντας συμφωνίες με ευρωπαϊκές και χώρες του Κόλπου.
«Οι χώρες αρχίζουν να συνειδητοποιούν ότι χρειάζονται την Ουκρανία όσο και εκείνη χρειάζεται αυτές», ανέφερε Ευρωπαίος αξιωματούχος.
Ενίσχυση της ευρωπαϊκής στήριξης και αμφιβολίες για τις ΗΠΑ
Η Ευρωπαϊκή Ένωση προχωρά σε επιτάχυνση των διαδικασιών ένταξης της Ουκρανίας, ενώ ενέκρινε δάνειο ύψους 90 δισ. ευρώ, μετά την απομάκρυνση του πρώην πρωθυπουργού της Ουγγαρίας, Βίκτορ Όρμπαν, που είχε μπλοκάρει την απόφαση.
Την ίδια στιγμή, ευρωπαϊκές αμυντικές βιομηχανίες αυξάνουν την παραγωγή τους, καθώς εντείνονται οι αμφιβολίες για το κατά πόσο οι ΗΠΑ θα συνεχίσουν να προμηθεύουν όπλα, λόγω της απορρόφησης πόρων από τον πόλεμο στο Ιράν.
Η Ουκρανία προσαρμόζεται σε ένα νέο τοπίο
Ακόμη και ο πρόεδρος της Ουκρανίας, Βολοντίμιρ Ζελένσκι, φαίνεται να επαναπροσδιορίζει τη στρατηγική του, εστιάζοντας λιγότερο στην προσπάθεια διατήρησης της αμερικανικής εμπλοκής και περισσότερο στην προσαρμογή σε ένα περιβάλλον με περιορισμένη στήριξη από τις ΗΠΑ.
Η εμπιστοσύνη των Ουκρανών στη μελλοντική αμερικανική βοήθεια έχει μειωθεί αισθητά, με νέα δημοσκόπηση να δείχνει σημαντική πτώση τόσο στην προσδοκία στήριξης όσο και στην εμπιστοσύνη σε εγγυήσεις ασφαλείας από τις ΗΠΑ.
Ο Ζελένσκι επέκρινε δημόσια τον αντιπρόεδρο Τζέι Ντι Βανς για δηλώσεις του σχετικά με τη διακοπή της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας, τονίζοντας ότι μια τέτοια στάση εξυπηρετεί τη Ρωσία.
Ρήγμα με την Ευρώπη και νέα γεωπολιτική ισορροπία
Η στάση της κυβέρνησης Τραμπ έχει εντείνει τις διαφωνίες με τους Ευρωπαίους συμμάχους, οι οποίοι μέχρι πρόσφατα επιχειρούσαν να διατηρήσουν ισορροπίες μέσω παραχωρήσεων.
Ωστόσο, οι σχέσεις φαίνεται να έχουν εισέλθει σε φάση βαθύτερης κρίσης, με την Ουάσιγκτον να δίνει προτεραιότητα σε άλλες γεωπολιτικές προκλήσεις και την Ευρώπη να αναζητά νέες μορφές συνεργασίας και ασφάλειας.
Σε αυτό το πλαίσιο, συζητείται η δημιουργία μιας Ευρωπαϊκής Αμυντικής Ένωσης, με τη συμμετοχή και χωρών εκτός ΕΕ, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο και η Νορβηγία.
Παράλληλα, σε μια συμβολική κίνηση που υπογραμμίζει τη μετατόπιση, οι ευρωπαϊκές χώρες προσκάλεσαν για πρώτη φορά σε σχετική σύνοδο όχι τον πρόεδρο των ΗΠΑ, αλλά τον πρωθυπουργό του Καναδά.
«Η Ευρώπη πρέπει να σταθεί στα πόδια της»
Αναλυτές εκτιμούν ότι η προτεραιοποίηση του Ιράν από τον Τραμπ επιταχύνει τις ευρωπαϊκές προσπάθειες για ανεξάρτητη συλλογική ασφάλεια.
Ο Ίαν Μπρέμερ, επικεφαλής του Eurasia Group, σημείωσε ότι οι Ευρωπαίοι προετοιμάζονται όλο και πιο εντατικά για ένα μοντέλο ασφάλειας εκτός της παραδοσιακής αμερικανικής ομπρέλας.
Αντίστοιχα, ο πρώην γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Άντερς Φογκ Ράσμουσεν, τόνισε ότι η Ευρώπη πρέπει να ενισχύσει τον δικό της αμυντικό πυλώνα.
«Ήταν δύσκολο να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι πρέπει να μειώσουμε την εξάρτησή μας από τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά αυτή είναι πλέον η πραγματικότητα», δήλωσε.
Οι ΗΠΑ παραμένουν κρίσιμες, αλλά όχι δεδομένες
Παρά τη στροφή αυτή, Ευρωπαίοι αξιωματούχοι αναγνωρίζουν ότι η εμπλοκή των ΗΠΑ εξακολουθεί να είναι σημαντική, ιδιαίτερα σε επίπεδο στρατιωτικής και πληροφοριακής στήριξης.
Ωστόσο, η Ευρώπη φαίνεται αποφασισμένη να αναλάβει μεγαλύτερο ρόλο, προσαρμοζόμενη σε μια νέα γεωπολιτική ισορροπία όπου η αμερικανική παρουσία δεν θεωρείται πλέον αυτονόητη.
