Η επόμενη ημέρα στις ΗΠΑ: Πώς η νίκη των Δημοκρατικών παραλύει την ατζέντα Τραμπ – Το «όπλο» των κλητεύσεων και το νομοθετικό σπριντ 100 ωρών

Οι Δημοκρατικοί εξασφάλισαν την πλειοψηφία στη Γερουσία και βρίσκονται σε τροχιά επικράτησης στη Βουλή των Αντιπροσώπων, βάζοντας τέλος στη διετή πλήρη κοινοβουλευτική κυριαρχία των Ρεπουμπλικανών στη δεύτερη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ. Η νέα συγκυρία προσφέρει στο Δημοκρατικό Κόμμα ισχυρά εργαλεία κοινοβουλευτικού ελέγχου και έκδοσης κλητεύσεων, ενώ θέτει νομοθετικά αναχώματα στην προεδρική ατζέντα. Από την πλευρά του, ο Αμερικανός Πρόεδρος επιχειρεί να υποβαθμίσει την ήττα του κόμματός του, δηλώνοντας διατεθειμένος να αποδεχθεί τα αποτελέσματα και αρνούμενος ότι η κάλπη αποτελεί αποδοκιμασία προς τον ίδιο.

ΗΠΑ ενδιάμεσες εκλογές

Φωτογραφία: Reuters

Τα βασικά σημεία του άρθρου

  • Οι Δημοκρατικοί εξασφάλισαν την πλειοψηφία στη Γερουσία και βρίσκονται σε τροχιά επικράτησης και στη Βουλή των Αντιπροσώπων, ανακτώντας τον πλήρη έλεγχο του Κογκρέσου για πρώτη φορά από το 2022. Η εξέλιξη αυτή αλλάζει ριζικά τις ισορροπίες στην Ουάσιγκτον, βάζοντας τέλος στη διετή πλήρη κοινοβουλευτική κυριαρχία των Ρεπουμπλικανών στη δεύτερη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ.
  • Η απώλεια του Κογκρέσου στερεί από τους Ρεπουμπλικανούς τη δυνατότητα να περνούν με ευκολία νέους νόμους, με τους Δημοκρατικούς να σχεδιάζουν νομοθετική επίθεση εξπρές για τις πρώτες 100 ώρες. Παράλληλα, αποκτούν ισχυρές ελεγκτικές εξουσίες και το δικαίωμα έκδοσης κλητεύσεων (subpoenas) για τη διεξαγωγή ερευνών γύρω από τον Τραμπ και συμμάχους του.
  • Η πλειοψηφία στη Γερουσία παρέχει πλέον στους Δημοκρατικούς τη δυνατότητα να μπλοκάρουν διορισμούς σε κρίσιμες κυβερνητικές θέσεις και στο Ανώτατο Δικαστήριο. Την ίδια ώρα, άμεση προτεραιότητα για το υφιστάμενο Κογκρέσο παραμένει η χρηματοδότηση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης πριν από τις 11 Δεκεμβρίου για την αποτροπή ενός νέου shutdown.

Οι Δημοκρατικοί εξασφάλισαν την πλειοψηφία στη Γερουσία και βρίσκονται σε τροχιά επικράτησης και στη Βουλή των Αντιπροσώπων, ανακτώντας τον πλήρη έλεγχο του Κογκρέσου για πρώτη φορά από το 2022. Η εξέλιξη αυτή αλλάζει ριζικά τις ισορροπίες στην Ουάσιγκτον, βάζοντας τέλος στη διετή πλήρη κοινοβουλευτική κυριαρχία των Ρεπουμπλικανών στη δεύτερη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ και δίνοντας στο Δημοκρατικό Κόμμα ένα ισχυρό εργαλείο ελέγχου της εκτελεστικής εξουσίας στις ΗΠΑ.

Από την πλευρά του, ο Αμερικανός Πρόεδρος επιχειρεί να υποβαθμίσει την ήττα του κόμματός του. Σε συνέντευξή του στους New York Times, ο Τραμπ δήλωσε «απολύτως διατεθειμένος να αποδεχθεί τα αποτελέσματα».

«Προσβλέπουμε στη συνεργασία μαζί τους. Πιστεύω ότι θα βρούμε σημείο επαφής», πρόσθεσε.

Παράλληλα, σε τηλεφωνική επικοινωνία με το Fox News, συνεχάρη τους Δημοκρατικούς σημειώνοντας πως «έκαναν καλή δουλειά και έδωσαν σκληρή μάχη», αλλά αρνήθηκε ότι η κάλπη αποτελεί αποδοκιμασία προς τον ίδιο.

Επιρρίπτοντας την ευθύνη στους ίδιους τους υποψηφίους που ηττήθηκαν και όχι σε αμφιλεγόμενες πολιτικές του όπως η οικονομία ή ο πόλεμος στο Ιράν, ο Τραμπ υποστήριξε: «Δεν το θεωρώ πλήγμα εναντίον μου. Είχαμε τα δύο καλύτερα χρόνια στην ιστορία της προεδρίας».

Νομοθετικά «φρένα» και το σχέδιο των πρώτων 100 ωρών

Η απώλεια του Κογκρέσου στερεί από τους Ρεπουμπλικανούς τη δυνατότητα να περνούν με ευκολία νέους νόμους.

Με την ανάληψη των καθηκόντων τους, οι Δημοκρατικοί σκοπεύουν να μπλοκάρουν τις κομματικές νομοθετικές πρωτοβουλίες των συντηρητικών, ενώ ήδη προετοιμάζουν μια νομοθετική επίθεση εξπρές για τις πρώτες 100 ώρες ελέγχου της Βουλής, την οποία οι New York Times περιγράφουν ως «νομοθετικό σπριντ σοκ και δέους».

Σύμφωνα με αναφορές, το πρόγραμμα αυτό περιλαμβάνει νομοσχέδια για την κατάργηση των δασμών, τον τερματισμό του πολέμου στο Ιράν και τη μείωση του κόστους υγειονομικής περίθαλψης.

Ωστόσο, η μετατροπή τους σε νόμους αντιμετωπίζει δύο σοβαρά εμπόδια:

  • Ο κανόνας των 60 ψήφων στη Γερουσία: Για να προχωρήσει η ψηφοφορία σε ένα νομοσχέδιο απαιτούνται 60 ψήφοι, αριθμό που οι Δημοκρατικοί δύσκολα θα προσεγγίσουν, με εξαίρεση τις ειδικές διαδικασίες προϋπολογισμού «budget reconciliation».
  • Το προεδρικό βέτο: Ο Ντόναλντ Τραμπ διατηρεί το δικαίωμα να ασκήσει βέτο σε κάθε νομοσχέδιο, εκτός αν αυτό υπερψηφιστεί με αυξημένη πλειοψηφία δύο τρίτων και στα δύο σώματα.

Κοινοβουλευτικές έρευνες

Η επικράτηση στη Βουλή των Αντιπροσώπων προσφέρει στους Δημοκρατικούς ισχυρές ελεγκτικές εξουσίες, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος έκδοσης κλητεύσεων (subpoenas) για έγγραφα και μάρτυρες.

Το κόμμα έχει ήδη αναφέρει ότι προτίθεται να ανοίξει κοινοβουλευτικές έρευνες για τον Τραμπ και τις διασυνδέσεις των επιχειρηματικών συμφερόντων της οικογένειάς του με τις προεδρικές του εξουσίες, ενώ στο στόχαστρο ενδέχεται να βρεθούν αξιωματούχοι και σύμμαχοί του.

«Αν κλέβατε από τον αμερικανικό λαό, αν εξαπατούσατε τον αμερικανικό λαό ή αν τον αδικούσατε, από την πρώτη κιόλας ημέρα του νέου Κογκρέσου θα καταλογίσουμε ευθύνες στους απατεώνες», δήλωσε ο ηγέτης των Δημοκρατικών στη Βουλή, Χακίμ Τζέφρις, σε πρόσφατη προεκλογική συγκέντρωση.

Ορισμένα στελέχη του κόμματος ζητούν επίσης τη διενέργεια ερευνών σε κυβερνητικούς φορείς, όπως το υπουργείο Δικαιοσύνης και το FBI, που διοικούνται από συμμάχους του Τραμπ.

«Την πρώτη κιόλας ημέρα, πρέπει να ξεκινήσουμε έρευνες για τους επικεφαλής κάθε μίας από αυτές τις υπηρεσίες», ανέφερε η προοδευτική βουλευτής Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτέζ τον περασμένο μήνα.

Το ενδεχόμενο παραπομπής (impeachment)

Παρά το γεγονός ότι ορισμένοι Δημοκρατικοί επιθυμούν την παραπομπή του Τραμπ για τρίτη φορά, το κόμμα εμφανίζεται διχασμένο.

Η Βουλή έχει τη δυνατότητα να ψηφίσει την παραπομπή με απλή πλειοψηφία, αλλά η καταδίκη και η απομάκρυνση από το αξίωμα απαιτεί πλειοψηφία δύο τρίτων στη Γερουσία.

Στελέχη όπως η Κάμαλα Χάρις και η Χίλαρι Κλίντον έχουν δηλώσει ότι δεν υποστηρίζουν μια νέα προσπάθεια παραπομπής του Τραμπ, τονίζοντας ότι το κόμμα πρέπει να διοχετεύσει την ενέργειά του αλλού.

Αντίθετα, ο υπουργός Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ φαίνεται να αποτελεί πιθανότερο στόχο παραπομπής, μια πρωτοβουλία που θα μπορούσε να συγκεντρώσει διακομματική στήριξη. Σχετικό ψήφισμα έχει ήδη κατατεθεί από τον απερχόμενο Ρεπουμπλικανό βουλευτή Τόμας Μάσι, με αφορμή τις αμερικανικές στρατιωτικές ενέργειες στο Ιράν, τη Βενεζουέλα και την Υεμένη.

Ο Χακίμ Τζέφρις σημείωσε πρόσφατα ότι ο υπουργός Άμυνας «πρέπει να παραμεριστεί από τον Πρόεδρο, διαφορετικά θα αναγκαστούμε να διαχειριστούμε εμείς την κατάσταση αν δεν συμβεί αυτό», αποφεύγοντας ωστόσο να τοποθετηθεί ρητά για το αν υποστηρίζει την επίσημη παραπομπή του Χέγκσεθ ή του Τραμπ.

Η μεταβατική περίοδος «Lame Duck» και το ενδεχόμενο shutdown

Το νέο Κογκρέσο θα ορκιστεί στις 3 Ιανουαρίου, ωστόσο τα μέλη του υφιστάμενου Κογκρέσου επιστρέφουν στις 9 Νοεμβρίου με εκκρεμότητες ζωτικής σημασίας.

Βασική προτεραιότητα αποτελεί η ψήφιση των νέων νομοσχεδίων για τη χρηματοδότηση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης πριν από τις 11 Δεκεμβρίου, όταν και λήγει η τρέχουσα χρηματοδότηση.

Τυχόν μη επίτευξη συμφωνίας μέχρι τη διορία θα οδηγήσει σε αναστολή λειτουργίας των κυβερνητικών υπηρεσιών (shutdown) -τη τέταρτη κατά τη διάρκεια της δεύτερης θητείας Τραμπ- προκαλώντας νέο γύρο πολιτικής αβεβαιότητας πριν από το τέλος του έτους.

Διορισμοί και έλεγχος στο Ανώτατο Δικαστήριο

Η ανάκτηση της πλειοψηφίας στη Γερουσία παρέχει στους Δημοκρατικούς τη δυνατότητα να μπλοκάρουν τους διορισμούς του Τραμπ σε κρίσιμες κυβερνητικές θέσεις και δικαστικά αξιώματα, καθώς απαιτείται η έγκριση του άνω σώματος για τους υπουργούς και τους δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

«Ένας από τους λόγους που θέλουμε να κάνουμε τα πάντα για να ανακτήσουμε τη Γερουσία είναι για να μην επιτρέψουμε στον Τραμπ να διορίσει τόσο ακραίους δικαστές -δικαστές της ατζέντας MAGA- στο Ανώτατο Δικαστήριο και τα κατώτερα δικαστήρια», είχε δηλώσει ο ηγέτης των Δημοκρατικών στη Γερουσία, Τσακ Σούμερ.

Ορισμένοι εν ενεργεία συντηρητικοί δικαστές έχουν υπερβεί την ηλικία συνταξιοδότησης, όπως ο Κλάρενς Τόμας (78 ετών) και ο Σάμουελ Αλίτο (76 ετών). Παρά τις πιέσεις που ενδέχεται να δεχθούν να αποχωρήσουν όσο οι Ρεπουμπλικανοί διατηρούν ακόμη την πλειοψηφία μέχρι τον Ιανουάριο, η τελική απόφαση ανήκει στους ίδιους.

Αντιθέτως, όσον αφορά τα μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου, ο Ντόναλντ Τραμπ διατηρεί το δικαίωμα της άμεσης απομάκρυνσής τους, εφόσον αποφασίσει να προχωρήσει σε αλλαγές στην κυβέρνησή του.