Η κρίση της Θέουτα και οι νέες προκλήσεις για την ευρωπαϊκή ασφάλεια

Ορισμένοι από τους μετανάστες που πέρασαν στη Θέουτα επέστρεψαν την Παρασκευή στο Μαρόκο. Φωτογραφία: Antonio Sempere/AP.

Ορισμένοι από τους μετανάστες που πέρασαν στη Θέουτα επέστρεψαν την Παρασκευή στο Μαρόκο. Φωτογραφία: Antonio Sempere/AP.

Τα βασικά σημεία του άρθρου

  • Η κρίση στη Θέουτα επανέφερε στο προσκήνιο την εργαλειοποίηση των μεταναστευτικών ροών και τη σύνδεσή της με την ευρωπαϊκή ασφάλεια, αναδεικνύοντας ότι η διεθνής μετανάστευση αποτελεί σύνθετο ζήτημα ασφάλειας.
  • Η κρίση της Θέουτα εμφανίζει σημαντικές ομοιότητες με την κρίση στον Έβρο το 2020, επιβεβαιώνοντας ότι οι σύγχρονες μεταναστευτικές κρίσεις μπορούν να εξελίσσονται σε πολυτομεακές υβριδικού χαρακτήρα.
  • Η κρίση δοκιμάζει τη συνοχή της Ε.Ε. και την ικανότητάς της να διαχειριστεί σύνθετες υβριδικές προκλήσεις, αναδεικνύοντας την ανθεκτικότητα ως βασικό στοιχείο της νέας στρατηγικής της προσέγγισης.

Η κρίση στη Θέουτα επανέφερε στο προσκήνιο το ζήτημα της εργαλειοποίησης των μεταναστευτικών ροών και τη σύνδεσή του με την ευρωπαϊκή ασφάλεια, αναδεικνύοντας ότι η διεθνής μετανάστευση δεν αποτελεί πλέον αποκλειστικά ένα ανθρωπιστικό ή κοινωνικό φαινόμενο, αλλά ένα σύνθετο ζήτημα ασφάλειας με σημαντικές οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές και γεωπολιτικές διαστάσεις.

Στο πλαίσιο αυτό, οι εικόνες από τη Θέουτα, όπου χιλιάδες άνθρωποι επιχείρησαν μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα να εισέλθουν μαζικά σε ευρωπαϊκό έδαφος, η ταχύτητα διάδοσης πληροφοριών μέσω των κοινωνικών δικτύων, καθώς και η χρήση ψηφιακών εργαλείων για τη διευκόλυνση της κινητοποίησης και του συντονισμού μεγάλων ομάδων ανθρώπων, ανέδειξαν ότι οι σύγχρονες μεταναστευτικές κρίσεις δεν εξελίσσονται πλέον αποκλειστικά στο πεδίο της ανθρωπιστικής διαχείρισης  ή του ελέγχου των συνόρων.

Αντίθετα, μπορούν υπό συγκεκριμένες συνθήκες να αποκτήσουν ταυτόχρονα πολυεπίπεδη πληροφοριακή, επιχειρησιακή, πολιτική, κοινωνική, οικονομική και γεωπολιτική διάσταση, επηρεάζοντας άμεσα τη λειτουργία των κρατικών θεσμών και των μηχανισμών ασφάλειας. Ειδικότερα:

  • Η πληροφοριακή διάσταση αφορά τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνονται  οι αντιλήψεις όσων εμπλέκονται άμεσα ή έμμεσα στην κρίση, οι αφηγήσεις και η κοινωνική κατανόηση της κρίσης μέσω της πληροφορίας, της παραπληροφόρησης και της στρατηγικής επικοινωνίας.
  • Η επιχειρησιακή διάσταση σχετίζεται με την πίεση που ασκείται στους κρατικούς μηχανισμούς και στις δομές διαχείρισης κρίσεων, απαιτώντας ταχεία κινητοποίηση και αποτελεσματικό συντονισμό.
  • Η πολιτική διάσταση αφορά τα διλήμματα που δημιουργούνται στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, καθώς και τις πιθανές επιπτώσεις στην πολιτική συνοχή και στη συνεργασία μεταξύ κρατών.
  • Η κοινωνική διάσταση συνδέεται με τη δοκιμασία της κοινωνικής συνοχής, της εμπιστοσύνης στους θεσμούς και της ικανότητας των κοινωνιών υποδοχής να απορροφούν παρατεταμένες πιέσεις.
  • Η οικονομική διάσταση αφορά τις άμεσες και έμμεσες επιπτώσεις που δημιουργούνται από τη διαχείριση παρατεταμένων κρίσεων και την επιβάρυνση των κρατικών δομών.
  • Η γεωπολιτική διάσταση εντάσσει το φαινόμενο στο ευρύτερο στρατηγικό περιβάλλον και στις σχέσεις ισχύος μεταξύ κρατικών και μη κρατικών δρώντων.

Η νέα αυτή πραγματικότητα αναδεικνύει μια επιχειρησιακή διάσταση της εργαλειοποίησης των μεταναστευτικών ροών, η οποία αφορά τη δυνατότητα ταχείας κινητοποίησης, συντονισμού και συγκέντρωσης μεγάλων ομάδων ανθρώπων μέσω της αξιοποίησης του πληροφοριακού περιβάλλοντος, με τρόπο που μπορεί να δημιουργήσει ταυτόχρονες επιχειρησιακές, πολιτικές και κοινωνικές πιέσεις στα κράτη υποδοχής.

Η εξέλιξη αυτή παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Ελλάδα, καθώς η κρίση στη Θέουτα εμφανίζει σημαντικές ομοιότητες με την κρίση στον Έβρο το 2020.

Παρότι οι δύο περιπτώσεις διαφέρουν ως προς το γεωπολιτικό τους πλαίσιο και τα επιμέρους χαρακτηριστικά τους, παρουσιάζουν κοινά στοιχεία ως προς το modus operandi που ακολουθήθηκε.

Και στις δύο περιπτώσεις παρατηρήθηκε η συγκέντρωση μεγάλου αριθμού ανθρώπων σε συγκεκριμένο γεωγραφικό σημείο με σκοπό τη μαζική άσκηση πίεσης στα εξωτερικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ε.Ε.).

Παράλληλα, το πληροφοριακό περιβάλλον λειτούργησε ως κρίσιμος πολλαπλασιαστής ισχύος.

Συγκεκριμένα, στον Έβρο διαδόθηκαν μέσω κοινωνικών δικτύων συστηματικά πληροφορίες περί «ανοιχτών συνόρων» και δυνατότητας εισόδου στην Ευρώπη, ενώ στη Θέουτα πάλι μέσω των κοινωνικών δικτύων διαδόθηκαν πληροφορίες ότι όσοι κατάφερναν να εισέλθουν στην ισπανική πόλη θα μπορούσαν να αποκτήσουν «καθεστώς νόμιμης παραμονής» ή να επωφεληθούν από πρόσφατες μεταβολές της ισπανικής μεταναστευτικής νομοθεσίας.

Παρότι το περιεχόμενο των αφηγήσεων διέφερε, το αποτέλεσμα που προκάλεσαν σε επιχειρησιακό επίπεδο ήταν το ίδιο.

Ήταν η ταχεία κινητοποίηση και συγκέντρωση μεγάλου αριθμού ανθρώπων δηλαδή, σε συγκεκριμένο σημείο των εξωτερικών συνόρων της Ε.Ε..

Η εμπειρία του Έβρου ανέδειξε επίσης, ότι οι επιχειρήσεις αυτού του τύπου δεν περιορίζονται αποκλειστικά στη φυσική παρουσία μεταναστευτικών πληθυσμών στα σύνορα.

Αντίθετα, μπορούν να εξελίσσονται ταυτόχρονα σε πολλαπλά επιχειρησιακά πεδία.

Εκτός από την πίεση που ασκήθηκε στη χερσαία συνοριακή γραμμή, καταγράφηκαν επιχειρήσεις παραπληροφόρησης μέσω κοινωνικών δικτύων και ψηφιακών μέσων ενημέρωσης, κυβερνοδραστηριότητες, προσπάθειες παρεμβολής στις επικοινωνίες, χρήση μη επανδρωμένων αεροσκαφών (UAV) για συνεχή επιτήρηση της περιοχής, καθώς και αξιοποίηση δορυφορικών μέσων για την ενίσχυση της επιχειρησιακής επίγνωσης της κατάστασης.

Η ταυτόχρονη αξιοποίηση του φυσικού, του πληροφοριακού, του κυβερνοχώρου και του διαστημικού πεδίου επιβεβαιώνει, ότι οι σύγχρονες μεταναστευτικές κρίσεις μπορούν υπό συγκεκριμένες συνθήκες, να εξελίσσονται σε πολυτομεακές υβριδικού χαρακτήρα κρίσεις.

Υπό αυτή την έννοια, η ανθρώπινη κινητικότητα δεν αποτελεί από μόνη της απειλή.

Εκείνο που μεταβάλλει τη φύση της κρίσης είναι η ενδεχόμενη εργαλειοποίησή της ως μέσου άσκησης στρατηγικής πίεσης, με στόχο τη δημιουργία πολιτικών, επιχειρησιακών και κοινωνικών επιπτώσεων στα κράτη υποδοχής.

Συνεπώς, η ανθρώπινη κινητικότητα, όταν αξιοποιείται ως μέσο άσκησης στρατηγικής πίεσης, παύει να αποτελεί αποκλειστικά αντικείμενο μεταναστευτικής πολιτικής και μετατρέπεται σε ζήτημα που σχετίζεται άμεσα με την εθνική και ευρωπαϊκή ασφάλεια.

Για του λόγου το αληθές, η επιχειρησιακή πίεση που ασκήθηκε στις ισπανικές αρχές για άμεση κινητοποίηση, σε συνδυασμό με την πολιτική αντιπαράθεση που ακολούθησε τόσο στο εσωτερικό της Ισπανίας όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, κατέδειξε ότι η διαχείριση τέτοιων φαινομένων υπερβαίνει τα όρια μιας συμβατικής μεταναστευτικής κρίσης και συνδέεται πλέον άμεσα με ζητήματα ασφάλειας, ανθεκτικότητας και στρατηγικής διαχείρισης κρίσεων.

Ωστόσο, η ουσία του προβλήματος δεν βρίσκεται μόνο στη μαζική μετακίνηση ανθρώπων και στον τρόπο διαχείρισης της κρίσης από τις ισπανικές αρχές, αλλά κυρίως στο γεγονός ότι τέτοιου είδους περιστατικά δοκιμάζουν συνολικά την ικανότητα της Ε.Ε. να προλαμβάνει, να διαχειρίζεται και να απορροφά σύνθετες προκλήσεις ασφάλειας.

Ιδιαίτερα όταν οι μεταναστευτικές ροές εργαλειοποιούνται στο πλαίσιο ευρύτερων υβριδικών επιχειρήσεων, μπορούν να επηρεάσουν τη σταθερότητα, την κοινωνική συνοχή και τη λειτουργία των ευρωπαϊκών θεσμών και τελικά, την ίδια την ευρωπαϊκή ασφάλεια.

Η κρίση στη Θέουτα ανέδειξε επίσης, μια ακόμη κρίσιμη διάσταση της εργαλειοποίησης των μεταναστευτικών ροών όταν εντάσσονται στο πλαίσιο μιας υβριδικής επιχείρησης.

Ανέδειξε την δυνατότητά τους δηλαδή, να δοκιμάζουν τη συνοχή και την ενότητα της ίδιας της Ε.Ε. και των κρατών μελών της.

Συγκεκριμένα, οι διαφορετικές προσεγγίσεις των κρατών-μελών ως προς τη διαχείριση των εξωτερικών συνόρων, οι έντονες πολιτικές αντιπαραθέσεις που εκδηλώθηκαν, καθώς και η δημόσια συζήτηση για το μέλλον της Ζώνης Σένγκεν κατέδειξαν ότι η Ε.Ε. εξακολουθεί να αναζητά ένα πραγματικά ενιαίο και συνεκτικό πλαίσιο αντιμετώπισης τέτοιων κρίσεων.

Η απουσία πλήρως εναρμονισμένων πολιτικών, σε συνδυασμό με την πίεση που ασκείται στα κράτη πρώτης γραμμής, δημιουργεί συνθήκες που μπορούν να επιβαρύνουν τη λήψη αποφάσεων, να ενισχύσουν τις πολιτικές διαφωνίες μεταξύ των κρατών-μελών και να επηρεάσουν την εμπιστοσύνη στους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Υπό αυτή την έννοια, η σημασία τέτοιων κρίσεων υπερβαίνει τη διαχείριση των μεταναστευτικών ροών, καθώς αγγίζει τον πυρήνα της ευρωπαϊκής συνοχής και της θεσμικής ανθεκτικότητας.

Αυτό ακριβώς αποτελεί έναν από τους βασικούς στόχους που μπορούν να επιδιώκουν κρατικοί ή μη κρατικοί δρώντες όταν αξιοποιούν υβριδικές μεθόδους.

Όχι κατ’ ανάγκην την παραβίαση των συνόρων καθαυτή, αλλά την πρόκληση πολιτικών διαιρέσεων, τη δημιουργία στρατηγικών διλημμάτων και την αποδυνάμωση της συλλογικής ικανότητας της Ε.Ε. να ενεργεί με ενιαίο τρόπο απέναντι σε σύνθετες κρίσεις.

Η κρίση της Θέουτα επομένως, δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά ως ένα ακόμη επεισόδιο μεταναστευτικής κρίσης. Αποτελεί μια χαρακτηριστική ένδειξη των νέων προκλήσεων που αντιμετωπίζει η Ε.Ε. σε ένα περιβάλλον όπου τα σύνορα, η πληροφορία, η κοινωνική συνοχή και η πολιτική σταθερότητα αποτελούν αλληλένδετες διαστάσεις ασφάλειας.

Υπό το πρίσμα αυτό, δεδομένου ότι η εργαλειοποίηση των μεταναστευτικών ροών μπορεί να αποτελέσει μέσο άσκησης πολιτικής πίεσης, οι συνέπειες δεν περιορίζονται στη διαχείριση των μετακινήσεων πληθυσμών.

Η δημιουργία συνθηκών αστάθειας, η πρόκληση πολιτικών διλημμάτων, η επιβάρυνση των κρατικών δομών και η δοκιμασία της κοινωνικής συνοχής των κρατών υποδοχής μπορούν να λειτουργήσουν ως μηχανισμοί άσκησης επιρροής από κρατικούς ή μη κρατικούς δρώντες που αξιοποιούν υβριδικές μεθόδους για την προώθηση συγκεκριμένων στρατηγικών στόχων.

Η ουσιαστική διάσταση της κρίσης της Θέουτα επομένως, βρίσκεται στο γεγονός ότι αποτελεί ακόμη μία ένδειξη της αλλαγής του σύγχρονου περιβάλλοντος ασφάλειας.

Οι ευρωπαϊκές κοινωνίες δεν αντιμετωπίζουν πλέον μόνο παραδοσιακές απειλές, αλλά ένα σύνολο σύνθετων προκλήσεων, οι οποίες συνδυάζουν γεωπολιτικές πιέσεις, πληροφοριακές επιχειρήσεις, εργαλειοποίηση ανθρώπινων μετακινήσεων, κοινωνικές εντάσεις και δοκιμασίες της κρατικής αποτελεσματικότητας.

Το ζητούμενο συνεπώς, σε ένα τέτοιο περιβάλλον ασφάλειας είναι η εξασφάλιση της ικανότητας των κρατών και της Ε.Ε. γενικότερα, να διατηρούν τη λειτουργικότητά τους όταν βρίσκονται αντιμέτωπα με ταυτόχρονες και αλληλεξαρτώμενες κρίσεις.

Για το λόγο αυτό, η Ε.Ε. έχει αναδείξει την έννοια της ανθεκτικότητας ως βασικό στοιχείο της νέας στρατηγικής της προσέγγισης.

Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, η ανθεκτικότητα δεν αφορά μόνο την ικανότητα αποτροπής ή αντιμετώπισης στρατιωτικών απειλών.

Αφορά την ικανότητα ενός κράτους και της Ε.Ε. να συνεχίζουν να λειτουργούν αποτελεσματικά, ακόμη και όταν βρίσκονται αντιμέτωπα με αιφνίδιες κρίσεις, είτε αυτές προέρχονται από φυσικές καταστροφές, κυβερνοεπιθέσεις, ενεργειακές διαταραχές, πανδημίες είτε από μαζικές μεταναστευτικές ροές.

Η περίπτωση της Θέουτα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της νέας πραγματικότητας και καταδεικνύει ότι το ζήτημα δεν αφορά αποκλειστικά τη διαχείριση μιας μεταναστευτικής κρίσης ή τον έλεγχο των συνόρων, αλλά αποτελεί δοκιμασία της διοικητικής, επιχειρησιακής, κοινωνικής και πολιτικής ανθεκτικότητας ενός κράτους και κατ’ επέκταση, της ίδιας της Ε.Ε..

Επίσης, η κρίση της Θέουτα επιβεβαιώνει, ότι οι μεταναστευτικές ροές δεν μπορούν να αναλύονται αποκομμένες από το ευρύτερο γεωπολιτικό περιβάλλον.

Οι περιφερειακές συγκρούσεις, οι ενεργειακοί ανταγωνισμοί, η πολιτική αστάθεια, η φτώχεια, οι περιβαλλοντικές πιέσεις και η δράση εγκληματικών δικτύων διακίνησης ανθρώπων δημιουργούν ένα σύνθετο οικοσύστημα κινδύνων που ενισχύει τις μετακινήσεις πληθυσμών και παράλληλα, δημιουργεί ευκαιρίες για την εργαλειοποίησή τους από κρατικούς ή μη κρατικούς δρώντες με σκοπό την άσκηση πολιτικής πίεσης και την πρόκληση αστάθειας στα κράτη υποδοχής.

Η κρίση της Θέουτα θέτει επομένως, ευρύτερα ερωτήματα για το μέλλον της ευρωπαϊκής ασφάλειας.

Ειδικότερα, είναι η Ευρώπη προετοιμασμένη να αντιμετωπίσει κρίσεις που δεν εκδηλώνονται πλέον με συμβατικό και γραμμικό τρόπο, αλλά εξελίσσονται ταυτόχρονα σε πολλαπλά, αλληλοεξαρτώμενα πεδία, δημιουργώντας σύνθετες και αλυσιδωτές επιπτώσεις στην ασφάλεια, την οικονομία, την κοινωνία και τη λειτουργία των θεσμών;

Διαθέτει τους απαραίτητους μηχανισμούς, ώστε να συνδυάζει την προστασία των συνόρων με τη διαχείριση πληροφοριών, τη στρατηγική επικοινωνία, την πολιτική συνοχή και τη θεσμική ανθεκτικότητα;

Δεδομένου, ότι οι κρίσεις του μέλλοντος δεν θα είναι γραμμικές ούτε πλήρως προβλέψιμες, αλλά θα εξελίσσονται ταυτόχρονα σε πολλά επίπεδα απαιτώντας σύνθετες διαδικασίες, διαλειτουργικούς κρατικούς μηχανισμούς και ολιστική προσέγγιση αντιμετώπισης, η απάντηση στα ανωτέρω ερωτήματα θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό την ικανότητα της Ε.Ε. και των κρατών μελών της να ανταποκριθούν στο νέο περιβάλλον ασφάλειας.

Για την Ελλάδα, το ζήτημα αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς αποτελεί ένα από τα βασικά κράτη πρώτης γραμμής της Ε.Ε. και έχει ήδη αντιμετωπίσει αντίστοιχες προκλήσεις, με χαρακτηριστικότερη την κρίση στον Έβρο το 2020.

Η εμπειρία εκείνης της περιόδου ανέδειξε ότι η αποτελεσματική διαχείριση τέτοιων φαινομένων δεν περιορίζεται μόνο στην επιτήρηση και προστασία των συνόρων, αλλά απαιτεί συνδυασμένες δυνατότητες στον τομέα της στρατηγικής επικοινωνίας, της διαχείρισης πληροφοριών, της διαλειτουργικότητας των κρατικών μηχανισμών, της πολιτικοστρατιωτικής συνεργασίας και της θεσμικής ανθεκτικότητας.

Υπό αυτή την έννοια, η κρίση της Θέουτα αποτελεί ένα ακόμη σημαντικό παράδειγμα από το οποίο η Ελλάδα οφείλει να αντλήσει διδάγματα (Lessons Learned).

Η συστηματική μελέτη και αξιοποίηση των σχετικών διδαγμάτων, σε συνδυασμό με τη συνεχή αξιολόγηση των υφιστάμενων μηχανισμών διαχείρισης κρίσεων και την ενίσχυση της εθνικής ετοιμότητας απέναντι σε σύνθετες υβριδικές πιέσεις, αποτελούν απαραίτητες προϋποθέσεις, ώστε η χώρα να είναι σε θέση να ανταποκρίνεται αποτελεσματικά στις προκλήσεις ενός διαρκώς μεταβαλλόμενου περιβάλλοντος ασφάλειας.

*Δρ. Κωνσταντίνος Π. Μπαλωμένος

Πολιτικός Επιστήμονας – Διεθνολόγος