Με επιστολή της Μόνιμης Αντιπροσώπου της στον ΟΗΕ, Πρέσβεως Μαρίας Μιχαήλ, προς τον Γενικό Γραμματέα του Οργανισμού (με ημερομηνία 21 Οκτωβρίου 2026), η Λευκωσία καταγγέλλει τη νέα κλιμάκωση των τουρκικών προκλήσεων, οι οποίες στρέφονται κατά της κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Η επιστολή επικεντρώνεται στις υποθαλάσσιες έρευνες για τον προγραμματιζόμενο αγωγό φυσικού αερίου που θα συνδέει την Τουρκία με τα κατεχόμενα. Η ενέργεια αυτή αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης καταγγελίας της 7ης Αυγούστου 2026, η οποία αφορούσε το παράνομο «μνημόνιο κατανόησης» που υπεγράφη στις 10 Ιουλίου 2026 μεταξύ της Άγκυρας και του ψευδοκράτους.
Σύμφωνα με την επιστολή, στις 30 Σεπτεμβρίου η Τουρκία εξέδωσε μη εξουσιοδοτημένη ναυτιλιακή προειδοποίηση για «επιστημονική έρευνα και υποθαλάσσιες επιχειρήσεις» από τα υπό τουρκική σημαία ερευνητικά σκάφη Oruç Reis, Denar Pathfinder, Denar Echo και Kirici, για την περίοδο από 1 έως 25 Οκτωβρίου 2026. Κατά την ημερομηνία σύνταξης της επιστολής, οι δραστηριότητες βρίσκονταν σε εξέλιξη.
Η κυπριακή πλευρά αναφέρει ότι οι επιχειρήσεις πραγματοποιούνταν στην αιγιαλίτιδα ζώνη, στην αποκλειστική οικονομική ζώνη και στην υφαλοκρηπίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας, «χωρίς την άδεια ή τη συναίνεση της Κυπριακής Δημοκρατίας». Όπως επισημαίνει, αποτελούν περαιτέρω βήμα για την υλοποίηση του αγωγού και «παραβιάζουν την κυριαρχία, τα δικαιώματα και τη δικαιοδοσία της Κυπριακής Δημοκρατίας» βάσει του διεθνούς δικαίου, όπως αποτυπώνεται στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας.
Παραβίαση του Δικαίου της Θάλασσας
Συγκεκριμένα, στην επιστολή τονίζεται ότι οποιεσδήποτε έρευνες ή τοποθετήσεις υποθαλάσσιων αγωγών εντός της κυπριακής αιγιαλίτιδας ζώνης, χωρίς την προηγούμενη άδεια της Δημοκρατίας, παραβιάζουν ευθέως την εθνική της κυριαρχία. Παράλληλα, γίνεται επίκληση των άρθρων 2 και 19 της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας, τα οποία, όπως επισημαίνεται, εκφράζουν κανόνες του εθιμικού διεθνούς δικαίου.
«Καθώς δεν έχει ζητηθεί ούτε χορηγηθεί τέτοια άδεια ή συναίνεση από την Κυπριακή Δημοκρατία, η Τουρκία δεν έχει νομική βάση για να αναλαμβάνει αυτές τις δραστηριότητες εντός της αιγιαλίτιδας ζώνης της Δημοκρατίας», τονίζεται.
Για τις αντίστοιχες δραστηριότητες στην ΑΟΖ και στην υφαλοκρηπίδα, η Λευκωσία επικαλείται τα άρθρα 58 παράγραφος 3 και 79 παράγραφοι 2, 3 και 4 της Σύμβασης. Επισημαίνει ότι πρέπει να γίνονται σεβαστά τα δικαιώματα και η δικαιοδοσία της Δημοκρατίας ως παράκτιου κράτους όσον αφορά τους φυσικούς πόρους και το θαλάσσιο περιβάλλον, χαρακτηρίζοντας τις τουρκικές ενέργειες άμεση παραβίαση των υποχρεώσεων της Τουρκίας βάσει του διεθνούς δικαίου.
Προσπάθεια δημιουργίας τετελεσμένων
Πέραν της νομικής διάστασης, η επιστολή αναδεικνύει τις ευρύτερες πολιτικές και στρατηγικές συνέπειες μιας μόνιμης υποθαλάσσιας ενεργειακής σύνδεσης με τα κατεχόμενα. Μια τέτοια υποδομή, προειδοποιεί, θα αποτελούσε «περαιτέρω απόπειρα δημιουργίας μη αναστρέψιμων τετελεσμένων» που επηρεάζουν το έδαφος και τις θαλάσσιες ζώνες της Κυπριακής Δημοκρατίας και εδραιώνουν περαιτέρω την ενσωμάτωση των κατεχόμενων περιοχών στην Τουρκία.
Η Λευκωσία επαναλαμβάνει ότι η Κυπριακή Δημοκρατία είναι το μόνο διεθνώς αναγνωρισμένο κράτος στην Κύπρο και καλεί την Τουρκία να σεβαστεί την κυριαρχία, τα κυριαρχικά δικαιώματα και τη δικαιοδοσία της. «Οποιαδήποτε βήματα προς την υλοποίηση του φερόμενου “μνημονίου κατανόησης”, συμπεριλαμβανομένων οποιωνδήποτε προπαρασκευαστικών ή συναφών δραστηριοτήτων, είναι παράνομα και πρέπει να παύσουν αμέσως», σημειώνει.
Καταλήγοντας, η Κυπριακή Δημοκρατία επαναβεβαιώνει την κυριαρχία της επί ολόκληρου του εδάφους και της αιγιαλίτιδας ζώνης της, καθώς και τα κυριαρχικά δικαιώματα και τη δικαιοδοσία της επί της ΑΟΖ και της υφαλοκρηπίδας της. Δηλώνει αποφασισμένη να συνεχίσει να τα ασκεί, να τα προασπίζεται και να τα προστατεύει καλόπιστα και σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, «χρησιμοποιώντας όλα τα ειρηνικά μέσα που διαθέτει».
Ζητεί επίσης την κυκλοφορία της επιστολής και του παραρτήματός της ως εγγράφου της Γενικής Συνέλευσης, στο πλαίσιο των θεμάτων 39 και 74 της ημερήσιας διάταξης, και τη δημοσίευσή τους στον ιστότοπο της Διεύθυνσης Ωκεάνιων Υποθέσεων και Δικαίου της Θάλασσας και στην επόμενη έκδοση του Δελτίου Δικαίου της Θάλασσας.
Πηγή πληροφοριών: ΚΥΠΕ, sigmalive