Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων: Αντίθετη στην ανανέωση της θητείας των διοικήσεων των δικαστηρίων

ΣΥΝΟΨΗ ΑΡΘΡΟΥ

Τα βασικά σημεία του άρθρου

  • Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων εκφράζει την αντίθεσή της στις προωθούμενες διατάξεις του νομοσχεδίου του υπουργείου Δικαιοσύνης, με την οποία ανανεώνεται η θητεία των διοικήσεων των δικαστηρίων. Η ΕνΔΕ αναφέρει ότι «η πρακτική της ανανέωσης των θητειών των διοικήσεων, έχει ξεπεράσει κατά πολύ τα όρια της εξαίρεσης και διαμορφώνει τα χαρακτηριστικά ενός νέου κανόνα, ουσιαστικής κατάργησης του αυτοδιοίκητου».
  • Η ΕνΔΕ αντιτίθεται επίσης στην αλλαγή των φορέων στους οποίους δύνανται να διορισθούν τυχόν απολυθέντες δικαστικοί λειτουργοί. Θεωρεί ότι η διάταξη «θα πρέπει να τροποποιηθεί ώστε να διατηρηθεί η προηγούμενη γενική πρόβλεψη για τη δυνατότητα διορισμού «σε δημόσια διοικητική θέση»».
  • Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων κάνει αναφορά στους περιορισμούς στην άσκηση της αναίρεσης (πλαφόν) στον Άρειο Πάγο, που προβλέπεται σε άλλο νομοσχέδιο του υπουργείου Δικαιοσύνης. Ζητεί αποσαφήνιση της διάταξης ώστε «να καθιστά σαφές ότι στον περιορισμό άσκησης της αναίρεσης δεν καταλαμβάνονται οι αποφάσεις που απορρίπτουν την αγωγή, καθώς και οι αποφάσεις που αφορούν μη αποτιμητές σε χρήμα διαφορές».

Το κείμενο κάθε σύνοψης ελέγχεται από δημοσιογράφους του ENIKOS

Google Προσθέστε το ENIKOS ως προτιμώμενη πηγή στη Google

Την αντίθεσή της στις προωθούμενες διατάξεις του νομοσχεδίου του υπουργείου Δικαιοσύνης, με την οποία ανανεώνεται η θητεία των διοικήσεων των δικαστηρίων και παράλληλα αλλάζουν οι φορείς στους οποίους θα διορίζονται οι δικαστικοί λειτουργοί που απολύονται από την Διοικητική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, εκφράζει η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων.

Σε σχετική ανακοίνωση, η ΕνΔΕ αναφέρει ότι «η πρακτική της ανανέωσης των θητειών των διοικήσεων, έχει ξεπεράσει κατά πολύ τα όρια της εξαίρεσης και διαμορφώνει τα χαρακτηριστικά ενός νέου κανόνα, ουσιαστικής κατάργησης του αυτοδιοίκητου».

Η ΕνΔΕ δηλώνει μεν την σαφή αντίθεσή της στην προωθούμενη διάταξη και «σε κάθε περίπτωση, ζητούμε να λάβει χώρα ρητή δέσμευση του υπουργείου (είτε στην ίδια τη ρύθμιση, είτε στην αιτιολογική έκθεση) ότι καμία άλλη παράταση δεν θα λάβει χώρα στο εξής και ότι η προτεινόμενη θα είναι η τελευταία».

Παράλληλα, η ΕνΔΕ κάνει αναφορά στους περιορισμούς στην άσκηση της αναίρεσης (πλαφόν) στον Άρειο Πάγο, που προβλέπεται σε άλλο νομοσχέδιο του υπουργείου Δικαιοσύνης.

Η ανακοίνωση της ΕνΔΕ

Συγκεκριμένα, η ανακοίνωση έχει ως εξής:

«Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων οφείλει να επισημάνει τα σημαντικότερα ζητήματα που αναφύονται από τις διατάξεις που περιλαμβάνονται στο νομοσχέδιο του υπουργείου Δικαιοσύνης με τίτλο “Μέτρα για την προστασία από στρατηγικές αγωγές προς αποθάρρυνση της συμμετοχής του κοινού σύμφωνα με την Οδηγία (ΕΕ) 2024/1069 – Νέο πλαίσιο για τη συμμόρφωση της Διοίκησης στις δικαστικές αποφάσεις – Λοιπές διατάξεις”.

Όπως θα εκτεθεί και ειδικότερα παρακάτω, κάποιες πολύ σημαντικές αλλαγές που προτείνονται με το προς συζήτηση νομοσχέδιο και αφορούν στο αυτοδιοίκητο των δικαστηρίων και την κατάσταση των δικαστικών λειτουργών, δεν διήλθαν το αναγκαίο στάδιο της διαβούλευσης, ώστε να συμπεριληφθούν στον θεσμικά αναγκαίο και επιβαλλόμενο από τις αρχές της καλής νομοθέτησης διάλογο αλλά εισάγονται απευθείας προς συζήτηση στη Βουλή κατά μη δικαιολογημένη παρέκκλιση από τις αρχές της καλής νομοθέτησης.

Ειδικότερα:

Άρθρο 37 ΣχΝ (Τροποποιήσεις του ΚΟΔΚΚΔΛ για διοικήσεις δικαστηρίων)

Με το υπ΄ αριθ. 37 άρθρο του ΣχΝ με τίτλο «Επανακαθορισμός του χρόνου θητείας των διοικήσεων των δικαστηρίων – Μεταβατική ρύθμιση – Τροποποίηση παρ. 4, 5 και 10 άρθρου 17 και παρ. 2 και 3 άρθρου 18 ΚΟΔΚΚΔΛ», το οποίο δεν περιλαμβανόταν στον κείμενο του νομοσχεδίου που εισήχθη προς διαβούλευση, αλλάζει η διάρκεια της θητείας των Διοικήσεων των Δικαστηρίων από τα δύο έτη και αυξάνεται στα τρία έτη, ρύθμιση η οποία αφορά τόσο τις αιρετές διοικήσεις των μεγάλων δικαστηρίων, όσο και εκείνες που ορίζονται με βάση την αρχαιότητα στα μικρότερα δικαστήρια. Περαιτέρω, εισάγεται νέα μεταβατική διάταξη με την οποία ορίζεται ότι η θητεία των τριμελών συμβουλίων διοίκησης των πολιτικών δικαστηρίων Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Πειραιώς, τόσο του Πρωτοδικείου όσο και του Εφετείου καθώς και οι διευθύνσεις των Εισαγγελιών Εφετών Αθηνών και των Εισαγγελιών Πρωτοδικών Αθηνών και Θεσσαλονίκης παρατείνεται μέχρι την 30.09.2027.

Είναι η πολλοστή πλέον φορά, που αναγκαζόμαστε να επαναλάβουμε ότι αυτή η πρακτική της ανανέωσης των θητειών των διοικήσεων, έχει ξεπεράσει κατά πολύ τα όρια της εξαίρεσης και διαμορφώνει τα χαρακτηριστικά ενός νέου κανόνα, ουσιαστικής κατάργησης του αυτοδιοίκητου. Το αυτοδιοίκητο των Δικαστηρίων, όμως, είναι ουσιώδες κεφάλαιο της δικαστικής ανεξαρτησίας. Οι δικαστικοί λειτουργοί, καλούνται, σύμφωνα με τον νόμο, σε τακτά χρονικά διαστήματα στα πολυπληθέστερα των δικαστηρίων της χώρας, να επιλέγουν τις διοικήσεις τους, γεγονός που εδώ και χρόνια διασφαλίζει την ομαλή λειτουργία τους, στη βάση της επιλογής των καταλληλότερων, μεταξύ ίσων, με προσδιορισμένο ορίζοντα θητείας, ώστε να εξασφαλίζεται η εναλλαγή και να μη διαταράσσονται οι υπηρεσιακές ισορροπίες. Παράλληλα και η διετής διάρκεια της θητείας των Διοικήσεων, της οποίας η αλλαγή σε τρία έτη προτείνεται, αποτέλεσε πρόσφατη επιλογή του ίδιου του νομοθέτη του ν.4938/2022, ο οποίος ταυτόχρονα κατάργησε τη δυνατότητα επανεκλογής της ίδιας διοίκησης για δύο συνεχείς θητείες, ως ίσχυε μέχρι τη θέση του σε ισχύ (κατά το άρθρο 15 ν.1756/1988 ως ίσχυε πριν την θέση σε ισχύ του νέου ΚΟΔΚΔΛ – ν.4938/2022), ακριβώς γιατί κρίθηκε ότι η θητεία δύο ετών ισορροπεί τη σχέση μεταξύ δικαστικών και διοικητικών καθηκόντων του δικαστικού λειτουργού.

Ήδη από την πρώτη φορά που έλαβε χώρα παράταση της θητείας των τριμελών συμβουλίων διεύθυνσης με το άρθρο 51 ν.5108/2024 όπως η παρ. 1 τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 παρ.2 Ν.5130/2024 (ΦΕΚ Α`127/01.08.2024), αλλά και στη συνέχεια, εκφράσαμε την αντίθεσή μας, τόσο με παρατηρήσεις επί των συγκεκριμένων νομοσχεδίων, όσο και με παρεμβάσεις μας στην ακρόαση των φορέων της Βουλής. Με κάθε σεβασμό σε όλους τους συναδέλφους που άσκησαν όλο αυτό το διάστημα καθήκοντα διοίκησης, θεωρούμε ότι αυτή η διαδικασία παρατάσεων πρέπει πλέον να σταματήσει.

Επιπλέον, λαμβάνοντας υπόψη ότι ήδη δυνάμει του ν.5108/2024 για την ενοποίηση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, στα Πρωτοδικεία Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Πειραιώς υπηρετούν και όλοι οι πρώην Ειρηνοδίκες, αποτελεί σοβαρή παραβίαση των δικαιωμάτων τους στην επιλογή των διοικήσεων το γεγονός ότι μέχρι σήμερα, δύο έτη μετά τη θέση σε ισχύ του νόμου για την ενοποίηση, δεν είχαν την ευκαιρία να ασκήσουν το δικαίωμά τους για συμμετοχή στις αρχαιρεσίες των συμβουλίων διοίκησης των δικαστηρίων στα οποία υπηρετούν.

Σημειώνουμε, ότι μεταξύ των συναδέλφων που υπηρετούν στα παραπάνω Δικαστήρια, υπάρχουν πολλοί ικανοί για να αναλάβουν τη διοίκηση, εισφέροντας ικανότητες και νέα διάθεση, γεγονός που θα βελτιώσει την υπηρεσιακή λειτουργία και θα αποσοβήσει κινδύνους τυχόν διαχειριστικής κόπωσης. Άλλωστε, λαμβάνοντας υπόψη ότι η ανάληψη καθηκόντων των νέων διοικήσεων εκκινά την 01.10.2026, είναι δεδομένο πως όλη η αναγκαία προετοιμασία και οι δέουσες προσαρμογές θα έχουν υλοποιηθεί έγκαιρα από τις παρούσες διοικήσεις.

Για το λόγο αυτό δηλώνουμε την σαφή αντίθεσή μας με την προωθούμενη διάταξη. Σε κάθε περίπτωση, ζητούμε να λάβει χώρα ρητή δέσμευση του Υπουργείου (είτε στην ίδια τη ρύθμιση, είτε στην αιτιολογική έκθεση) ότι καμία άλλη παράταση δεν θα λάβει χώρα στο εξής και ότι η προτεινόμενη θα είναι η τελευταία.

Άρθρο 38 ΣχΝ

Με το άρθρο 38 ΣχΝ (ρυθμίσεις στον ΚΟΔΚΚΔΛ για απολυθέντες δικαστικούς λειτουργούς) -το οποίο επίσης δεν περιλαμβανόταν στο αρχικό κείμενο του νομοσχεδίου που εισήχθη προς διαβούλευση- αλλάζουν οι φορείς στους οποίους δύνανται να διορισθούν τυχόν απολυθέντες δικαστικοί λειτουργοί και ειδικότερα καταργείται η πρόβλεψη της δυνατότητας διορισμού των απολυθέντων πλην των γραμματειών δικαστηρίων και εισαγγελιών και «σε δημόσια διοικητική θέση» εν γένει, αλλά αντίθετα περιορίζεται πλέον στις ως άνω γραμματείες και στην κεντρική ή περιφερειακές υπηρεσίες του υπουργείου Δικαιοσύνης.

Η διάταξη αυτή που αναμένεται να περιορίσει κατά πολύ την δυνατότητα απορρόφησης των απολυθέντων συναδέλφων σε άλλες υπηρεσίες του δημοσίου, αναμένεται να οδηγήσει με βεβαιότητα σε de facto ακύρωση ενός θεσμού προστασίας της δικαστικής ανεξαρτησίας. Ειδικότερα, η δυνατότητα του ΑΔΣ να εξασφαλίζει ότι δικαστικός λειτουργός που κρίθηκε ικανός για εργασία σε υπηρεσία του Δημοσίου μετά την απόλυσή του, θα μπορεί να συνεχίσει να προσφέρει λόγω των κατά κανόνα αυξημένων ουσιαστικών του προσόντων στο Δημόσιο, αναμένεται να περιορισθεί από τα πεπερασμένα οργανογράμματα των γραμματειών και των υπηρεσιών του υπουργείου Δικαιοσύνης, ενώ ουδέποτε έχει δημιουργηθεί οιοδήποτε πρόβλημα από τη μετακίνηση πρώην συναδέλφων σε άλλες υπηρεσίες του Δημοσίου, που μπορούν να αξιοποιήσουν με διαφορετικό τρόπο την πείρα και τα προσόντα τους.

Θεωρούμε ότι η ως άνω διάταξη, θα πρέπει να τροποποιηθεί ώστε να διατηρηθεί η προηγούμενη γενική πρόβλεψη για τη δυνατότητα διορισμού «σε δημόσια διοικητική θέση».

Άρθρο 59 ΣχΝ: (Περιορισμοί στην άσκηση της αναίρεσης)

Με το άρθρο 59 του ΣχΝ επέρχονται αλλαγές στην κατεύθυνση περιορισμού της άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης. Ειδικότερα, ορίζεται ποσοτικός περιορισμός με κριτήριο το επιδικασθέν από το δικαστήριο της ουσίας ποσό, ώστε να μην είναι καταρχήν παραδεκτές αιτήσεις αναίρεσης όταν έχει επιδικασθεί ποσό κατώτερο των 20.000 ευρώ, πλην της περίπτωσης υπέρβασης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων. Εξαίρεση προβλέπεται για τις εργατικές διαφορές, για τις οποίες δεν ισχύει κανένα ποσοτικό όριο. Ταυτόχρονα, θεσπίζεται Τριμελές Συμβούλιο του ΑΠ, αρμόδιο να κρίνει την κατ΄ εξαίρεση παραδεκτή άσκηση αναιρέσεων που πληρούν τα χαρακτηριστικά του «φίλτρου», εφόσον διαπιστώνει τη συνδρομή σημαντικών λόγων, όπως η πολυπλοκότητα, η γενικότερη σημασία του νομικού ζητήματος και η αντίθεση της απόφασης σε πάγια νομολογία του Αρείου Πάγου ή άλλου Ανώτατου Δικαστηρίου.

Αναγνωρίζουμε την ανάγκη διαμόρφωσης ενός πλαισίου αναβάθμισης του ρόλου του Αρείου Πάγου ως του ανώτατου Δικαστηρίου της πολιτικής Δικαιοσύνης, αρμόδιου για την επίλυση σημαντικών νομικών ζητημάτων, που ανακύπτουν στο πλαίσιο της πολιτικής δίκης. Ως εκ τούτου, η δημιουργία ενός μηχανισμού αξιολόγησης της αναγκαιότητας προσφυγής στο Ανώτατο Δικαστήριο, που απαντάται σχεδόν σε όλα τα δικονομικά συστήματα της Ευρώπης, είναι κατανοητή και δικαιολογημένη, συμβατή σε κάθε περίπτωση με τα διεθνή κείμενα και της λειτουργία του θεσμού των ενδίκων μέσων. Σημειώνεται ότι θεωρούμε πως η διάταξη στη μορφή με την οποία εισάγεται προς ψήφιση, είναι σημαντικά βελτιωμένη σε σχέση με την αρχική μορφή που εισήχθη προς διαβούλευση, καθώς διαμορφώνει ένα στάδιο αξιολόγησης που περιλαμβάνει το σύνολο των υποθέσεων, ανεξαρτήτως ποσού, ώστε υποθέσεις μείζονος σημασίας για ειδικούς λόγους που τυχόν συντρέχουν, μείζονος πολυπλοκότητας ή όταν αφορούν νομικά ζητήματα με γενικότερη σημασία, καθώς και οι περιπτώσεις όπου είναι διακύβευμα η διατήρηση ή η διαμόρφωση νέας ενότητας της νομολογίας, να μην αποκλείονται από τον αναιρετικό έλεγχο λόγω ποσού.

Οφείλουμε ωστόσο να επισημάνουμε ότι η διατύπωση της διάταξης, παρά τη διευκρινιστική δήλωση που λαμβάνει χώρα στην Ανάλυση Συνεπειών Ρύθμισης, ως προς το εύρος της, είναι κατά τη γνώμη μας γραμματικά ατελής. Ειδικότερα, κατά τη διατύπωση της διάταξης. «Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναίρεσης, όταν το ποσό που επιδικάζεται για τη διαφορά που άγεται ενώπιον του Αρείου Πάγου είναι κατώτερο των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ…» προκαλείται η εντύπωση στον εφαρμοστή της διάταξης ότι στην απαγόρευση άσκησης αναίρεσης περιλαμβάνονται εφόσον δεν ορίζεται κάτι ειδικότερα και οι αποφάσεις που απορρίπτουν την αγωγή, αφού ως προς αυτές δεν διαλαμβάνεται ειδική πρόβλεψη.

Λαμβάνοντας υπόψη ότι η διευκρινιστική αναφορά στην Ανάλυση Συνεπειών ρύθμισης που αναφέρει ότι «είναι δεκτικές αναίρεσης οι απορριπτικές της αγωγής αποφάσεις, αφού με αυτές δεν επιδικάζεται κάποιο ποσό, οι αποφάσεις με αναγνωριστικό διατακτικό, μη δεκτικό ακολούθως καταψήφισης με την έκδοση διαταγής πληρωμής κοκ, καθώς και οι αποφάσεις που εκδίδονται επί υποθέσεων με αντικείμενο ανεπίδεκτο χρηματικής αποτίμησης», δεν αρκεί και για το λόγο αυτό θεωρούμε ότι θα πρέπει η διάταξη να αποσαφηνιστεί.

Ειδικότερα, προς αποφυγή παρερμηνειών, θα πρέπει να προστεθεί ειδική αναφορά εντός της διάταξης, που να καθιστά σαφές ότι στον περιορισμό άσκησης της αναίρεσης δεν καταλαμβάνονται οι αποφάσεις που απορρίπτουν την αγωγή, καθώς και οι αποφάσεις που αφορούν μη αποτιμητές σε χρήμα διαφορές».

Google Προσθέστε το ENIKOS στην Google
Ακολουθήστε το ENIKOS στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.