Η «Συμφωνία της Μέκκας» και οι γεωπολιτικοί τριγμοί: Πώς επηρεάζει την Ελλάδα, το Ισραήλ και το Ιράν

Η «Συμφωνία της Μέκκας»

Η υπογραφή της τριμερούς «Συμφωνίας της Μέκκας» μεταξύ Τουρκίας, Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν δημιουργεί νέα δεδομένα στη μεσανατολική και περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφάλειας. Περιλαμβάνοντας ρήτρα συλλογικής άμυνας, η συμφωνία αυτή επηρεάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο και τον Κόλπο, θέτοντας υπό εξέταση τη στρατηγική σχέση Αθήνας και Ριάντ. Παράλληλα, επηρεάζονται άμεσα οι δεσμοί της Σαουδικής Αραβίας με το Ισραήλ και το ερώτημα που τίθεται είναι αν η Τουρκία χτυπήσει το Ιράν σε περίπτωση που η Σαουδική Αραβία δεχθεί επίθεση από τους Χούθι ή τους Φρουρούς της Επανάστασης.

Του Χρήστου Μαζανίτη

Η υπογραφή της «Κοινής Αμυντικής Συμφωνίας της Μέκκας» από τον Πρίγκιπα Διάδοχο της Σαουδικής Αραβίας, Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, τον Πρόεδρο της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, και τον Πρωθυπουργό του Πακιστάν, Σεχμπάζ Σαρίφ, συνιστά μια ιστορική καμπή για τη γεωπολιτική της Ευρύτερης Μέσης Ανατολής και της Νότιας Ασίας.

Η συμφωνία συνδέει τρεις κομβικές μουσουλμανικές δυνάμεις με συμπληρωματικά ισχυρά στοιχεία: την τεράστια οικονομική και ενεργειακή ισχύ της Σαουδικής Αραβίας, την ανεπτυγμένη αμυντική βιομηχανία και τη νατοϊκή τεχνογνωσία της Τουρκίας, καθώς και τον πολυπληθή στρατό και το πυρηνικό οπλοστάσιο του Πακιστάν.

Το πλέον βαρυσήμαντο στοιχείο του κειμένου είναι η ενσωμάτωση μιας ρήτρας αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής. Σύμφωνα με τις επίσημες ανακοινώσεις των τριών κρατών, η συμφωνία ορίζει ρητά ότι οποιαδήποτε ένοπλη επίθεση εναντίον μιας από τις συμβαλλόμενες χώρες θα θεωρείται αυτόματα ως επίθεση εναντίον και των τριών. Η διατύπωση αυτή παραπέμπει ευθέως στη φιλοσοφία του Άρθρου 5 της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας, καθιστώντας τη συμφωνία την πρώτη τριμερή δομή συλλογικής αποτροπής τέτοιου βεληνεκούς μεταξύ σουνιτικών κρατών.

Πέραν της ρήτρας αμοιβαίας άμυνας, η συμφωνία προβλέπει την ουσιαστική εμβάθυνση των στρατιωτικών σχέσεων σε πολλαπλά επίπεδα. Περιλαμβάνει την εντατικοποίηση των κοινών στρατιωτικών ασκήσεων, την ανταλλαγή προσωπικού και εκπαιδευτικών προγραμμάτων, την εμβάθυνση της συνεργασίας στον τομέα των πληροφοριών και των αμυντικών εξοπλισμών, καθώς και τη συνδιαμόρφωση στρατηγικού σχεδιασμού για την αντιμετώπιση εξωτερικών απειλών. Αν και οι επίσημες δηλώσεις υπογραμμίζουν τον αμυντικό χαρακτήρα του συμφώνου, η θεσμοθέτηση αυτής της τριμερούς συμμαχίας αναδιαμορφώνει το πλέγμα των συσχετισμών σε ολόκληρη την περιοχή.

Η ελληνο-σαουδαραβική στρατηγική προσέγγιση

Για να εκτιμηθεί το μέγεθος του προβληματισμού που προκαλεί η «Συμφωνία της Μέκκας» στην Αθήνα, είναι απαραίτητο να εξεταστεί η αλματώδης ανάπτυξη των ελληνο-σαουδαραβικών σχέσεων κατά τα τελευταία έτη. Η Ελλάδα και η Σαουδική Αραβία οικοδόμησαν μια σπάνια και βαθιά στρατηγική εταιρική σχέση, η οποία ξεπέρασε τα όρια της παραδοσιακής διπλωματίας και μετουσιώθηκε σε στενή στρατιωτική και επιχειρησιακή συνεργασία.

Αποκορύφωμα αυτής της σχέσης υπήρξε η απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης το 2021 να αναπτύξει στη Σαουδική Αραβία μια πλήρη Πυροβολαρχία Κατευθυνόμενων Βλημάτων Patriot, συνοδευόμενη από το απαραίτητο προσωπικό της Πολεμικής Αεροπορίας, στο πλαίσιο της διεθνούς πρωτοβουλίας για την ενίσχυση της αεράμυνας του Βασιλείου. Η Ελληνική Δύναμη Σαουδικής Αραβίας εγκαταστάθηκε στην κρίσιμη περιοχή Γιανμπού, αναλαμβάνοντας την προστασία ζωτικών υποδομών και διυλιστηρίων από τις αεροπορικές και πυραυλικές απειλές των ανταρτών Χούθι της Υεμένης.

Η ελληνική παρουσία στο σαουδαραβικό έδαφος δεν υπήρξε συμβολική, αλλά ουσιαστική και επιχειρησιακά ενεργός. Το ελληνικό σύστημα Patriot έχει ενεργοποιηθεί επανειλημμένα σε πραγματικές συνθήκες μάχης, επιτυγχάνοντας την αναχαίτιση και κατάρριψη βαλλιστικών πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών (drones) που εκτοξεύτηκαν από την Υεμένη με στόχο τις σαουδαραβικές πετρελαϊκές εγκαταστάσεις. Αυτή η επιχειρησιακή προσφορά εμπέδωσε την εικόνα της Ελλάδας ως αξιόπιστου παρόχου ασφάλειας στην περιοχή του Κόλπου και εδραίωσε έναν ισχυρό δεσμό εμπιστοσύνης μεταξύ των Ενόπλων Δυνάμεων των δύο χωρών.

Η κρίση του Oruc Reis

Η στρατηγική σχέση Αθήνας και Ριάντ δεν ήταν μονομερής. Κατά τη διάρκεια της σοβαρής ελληνοτουρκικής κρίσης το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 2020, όταν το τουρκικό ερευνητικό σκάφος Oruc Reis πραγματοποιούσε παράνομες έρευνες στην ελληνική υφαλοκρηπίδα συνοδευόμενο από τουρκικά πολεμικά πλοία, η Σαουδική Αραβία προέβη σε μια κίνηση ύψιστης συμβολικής και στρατιωτικής σημασίας.

Το Ριάντ απέστειλε μια μοίρα μαχητικών αεροσκαφών F-15 της Σαουδαραβικής Βασιλικής Αεροπορίας στη στρατιωτική βάση της Σούδας στην Κρήτη, προκειμένου να συμμετάσχουν σε κοινές ασκήσεις με την ελληνική Πολεμική Αεροπορία υπό την ονομασία «Eye of the Falcon» (Μάτι του Γέρακα). Η παρουσία των σαουδαραβικών μαχητικών στην καρδιά της Ανατολικής Μεσογείου, σε μια περίοδο ακραίας έντασης, εκπέμφθηκε ως σαφές μήνυμα στήριξης προς την Ελλάδα και ως έμμεση αποδοκιμασία της τουρκικής αναθεωρητικής συμπεριφοράς.

Η συνεκπαίδευση των Ελλήνων και Σαουδαράβων ιπταμένων πάνω από το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο επιβεβαίωσε την ύπαρξη ενός κοινού μετώπου σταθερότητας. Παράλληλα, ενισχύθηκε η αντίληψη στην Αθήνα ότι η Σαουδική Αραβία αποτελούσε έναν βασικό πυλώνα της ελληνικής διπλωματικής στρατηγικής για την ανάσχεση της τουρκικής επιρροής στον αραβικό κόσμο.

Οι επιπτώσεις για την Ελλάδα

Η υπογραφή της «Συμφωνίας της Μέκκας» μεταβάλλει άρδην αυτό το σκηνικό και υποχρεώνει την ελληνική διπλωματία να επαναξιολογήσει τις παραδοσιακές της παραδοχές, ως ένα βαθμό όμως.

Είναι γεγονός ότι η σύνδεση της Τουρκίας με τη Σαουδική Αραβία σε ένα αμοιβαίο σύμφωνο άμυνας αποδεικνύει ότι το Ριάντ επιλέγει μια στρατηγική ισορροπίας και εξασφάλισης (hedging), επιδιώκοντας την ομαλοποίηση και την εμβάθυνση των σχέσεών του με την Άγκυρα, παρά τις παλαιότερες έντονες τριβές τους.

Για την Αθήνα, η εξέλιξη αυτή περικλείει σοβαρές προκλήσεις αλλά και παγίδες για την Άγκυρα, ταυτόχρονα.
Πρώτον, η Τουρκία καταφέρνει να διασπάσει την προσπάθεια διπλωματικής της απομόνωσης στον αραβικό κόσμο, αποκτώντας θεσμικά κατοχυρωμένους στρατιωτικούς δεσμούς με την ισχυρότερη οικονομία του Κόλπου.
Δεύτερον, η παρουσία του Πακιστάν στην ίδια συμφωνία ενισχύει έναν ήδη υπάρχοντα και ιδιαίτερα στενό άξονα μεταξύ Άγκυρας και Ισλαμαμπάντ, ο οποίος στο παρελθόν έχει εκφραστεί με ανοιχτή υποστήριξη των τουρκικών θέσεων στο Κυπριακό και την Ανατολική Μεσόγειο.

Επιπλέον, τίθεται το κρίσιμο ερώτημα πώς θα λειτουργήσει η ρήτρα συλλογικής άμυνας σε περίπτωση υποθετικής σύγκρουσης. Αν και η συμφωνία φέρει αυστηρά αμυντικό χαρακτήρα και εστιάζει στην αποτροπή εξωτερικών απειλών στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής, η νομική και πολιτική δέσμευση της Σαουδικής Αραβίας προς την Τουρκία δημιουργεί αναπόφευκτα διλήμματα. Η Αθήνα καλείται να διαπιστώσει εάν και κατά πόσο η αμυντική εμβάθυνση Ριάντ-Άγκυρας θα επηρεάσει τη διάθεση της Σαουδικής Αραβίας να διατηρεί την ίδια θερμή στρατιωτική συνεργασία με την Ελλάδα.

Παράλληλα, η εξέλιξη αυτή υπογραμμίζει τη ρευστότητα των διεθνών συμμαχιών. Η Σαουδική Αραβία, βλέποντας τις ανακατατάξεις στη μεσανατολική αρχιτεκτονική ασφάλειας και τις περιφερειακές αναφλέξεις, επιζητεί να οικοδομήσει ένα αυτόνομο πλέγμα αποτροπής. Στο πλαίσιο αυτό, δεν θεωρεί ότι η στρατηγική της σχέση με την Τουρκία ακυρώνει τις σχέσεις της με την Ελλάδα ή τη Δύση, αλλά τις βλέπει ως συμπληρωματικά εργαλεία για την εμπέδωση της δικής της περιφερειακής ασφάλειας.

Επαναπροσαρμογή της ελληνικής στρατηγικής

Η εμφάνιση της τριμερούς «Συμφωνίας της Μέκκας» δεν σημαίνει απαραίτητα την κατάρρευση των ελληνο-σαουδαραβικών σχέσεων, καθιστά όμως επιτακτική την ανάγκη για έναν ψύχραιμο και διορατικό επαναπροσδιορισμό της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Η Ελλάδα διατηρεί σημαντικά κεφάλαια αξιοπιστίας στο Ριάντ, με κυριότερο την ενεργή συμβολή της στην προστασία της σαουδαραβικής επικράτειας μέσω της συστοιχίας Patriot.

Η ελληνική διπλωματία οφείλει να αξιοποιήσει αυτά τα ερείσματα ώστε να διασφαλίσει ότι η ελληνο-σαουδαραβική εταιρική σχέση θα παραμείνει αλώβητη και λειτουργική. Ταυτόχρονα, η Αθήνα καλείται να ενισχύσει τις πολυμερείς της συμμαχίες στην Ανατολική Μεσόγειο, εμβαθύνοντας τους δεσμούς της με τη Γαλλία, τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ και την Αίγυπτο. Η κατανόηση των νέων πολυπολικών ισορροπιών και η ευελιξία στις διπλωματικές κινήσεις αποτελούν τα απαραίτητα εργαλεία για τη διασφάλιση των εθνικών συμφερόντων σε ένα ταχέως μεταβαλλόμενο γεωπολιτικό περιβάλλον.

Ανατροπές στις σχέσεις με το Ισραήλ

Πέρα από τα ελληνοτουρκικά, η «Συμφωνία της Μέκκας» επιφέρει δραστικές αλλαγές στις προοπτικές ομαλοποίησης των σχέσεων μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Ισραήλ. Πριν από τη σύναψη του τριμερούς συμφώνου, η διπλωματία των ΗΠΑ πίεζε σθεναρά για την ένταξη του Ριάντ στις «Συμφωνίες του Αβραάμ», προσφέροντας ως αντάλλαγμα αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας. Ωστόσο, η υπογραφή μιας αυτόνομης αμυντικής συμφωνίας με την Τουρκία και το Πακιστάν δείχνει ότι η Σαουδική Αραβία αναζητά περιφερειακές εναλλακτικές αμυντικής θωράκισης, μειώνοντας την εξάρτησή της από την Ουάσινγκτον.

Η εξέλιξη αυτή επηρεάζει άμεσα το Ισραήλ, καθώς η Τουρκία υπό την ηγεσία του Ερντογάν διατηρεί εξαιρετικά τεταμένες σχέσεις με το Τελ Αβίβ, ειδικά μετά τις τελευταίες περιφερειακές συρράξεις. Η ένταξη της Σαουδικής Αραβίας σε ένα κοινό αμυντικό μέτωπο με την Άγκυρα απομακρύνει το ενδεχόμενο μιας άμεσης και απρόσκοπτης αμυντικής προσέγγισης Ριάντ-Ισραήλ. Το Ισραήλ βλέπει πλέον με έντονο προβληματισμό τη δημιουργία ενός ισχυρού σουνιτικού μπλοκ στα νότια και ανατολικά του σύνορα, στο οποίο συμμετέχει μια χώρα με πυρηνικό οπλοστάσιο, όπως το Πακιστάν.

Παράλληλα, η παρουσία της Τουρκίας στη συμφωνία δίνει στην Άγκυρα τη δυνατότητα να επηρεάζει τις αποφάσεις ασφαλείας του Κόλπου, αποδυναμώνοντας τις προσπάθειες του Ισραήλ να οικοδομήσει ένα ανεπίσημο αντι-ιρανικό μέτωπο αποκλειστικά με τα αραβικά κράτη. Έτσι, οι στρατηγικοί υπολογισμοί του Τελ Αβίβ γίνονται σημαντικά πιο σύνθετοι.

Η περίπλοκη εξίσωση με το Ιράν

Η πλέον σύνθετη πτυχή της «Συμφωνίας της Μέκκας» αφορά τη διαχείριση της ιρανικής απειλής και τις ιδιαίτερες σχέσεις που διατηρούν η Άγκυρα και το Ισλαμαμπάντ με την Τεχεράνη. Για τη Σαουδική Αραβία, ο κύριος οδηγός για τη σύναψη του συμφώνου υπήρξε η ανάγκη θωράκισης απέναντι στις επιθέσεις με πυραύλους και drones που δέχεται από το Ιράν και τους περιφερειακούς του πληρεξούσιους.

Ωστόσο, τόσο η Τουρκία όσο και το Πακιστάν διατηρούν μια πολύπλοκη και ευαίσθητη ισορροπία με το Ιράν, με το οποίο μοιράζονται εκτεταμένα χερσαία σύνορα. Η Άγκυρα, παρά τους ανταγωνισμούς της με την Τεχεράνη στη Συρία και το Ιράκ, διατηρεί σημαντικές οικονομικές και ενεργειακές σχέσεις με το Ιράν, αποφεύγοντας τη μετωπική στρατιωτική σύγκρουση. Αντίστοιχα, το Πακιστάν επιδιώκει παραδοσιακά να μην εμπλακεί σε έναν ανοιχτό πόλεμο μεταξύ Σουνιτών και Σιιτών, διατηρώντας κανάλια επικοινωνίας με την ιρανική ηγεσία.

Η συνύπαρξη αυτών των διαφορετικών προσεγγίσεων δημιουργεί ερωτήματα για την πρακτική εφαρμογή της ρήτρας συλλογικής άμυνας. Αν το Ιράν ή οι πληρεξούσιοί του εξαπολύσουν μια νέα μεγάλη επίθεση κατά των σαουδαραβικών πετρελαϊκών υποδομών, η Άγκυρα και το Ισλαμαμπάντ θα βρεθούν σε δίλημμα: είτε θα πρέπει να συνδράμουν στρατιωτικά τη Σαουδική Αραβία διακινδυνεύοντας μια άμεση σύγκρουση με το Ιράν, είτε θα περιορίσουν τη συμμετοχή τους, αποδυναμώνοντας την αξιοπιστία του συμφώνου.

Η «Συμφωνία της Μέκκας» ανακατεύει πλήρως την τράπουλα των ισορροπιών. Δημιουργεί ένα νέο κέντρο βάρους στον μουσουλμανικό κόσμο, το οποίο επιδιώκει να αυτονομειθεί από τις μεγάλες δυνάμεις της Δύσης, αναγκάζοντας την Ελλάδα, το Ισραήλ, το Ιράν αλλά και τις ΗΠΑ να προσαρμόσουν τη στρατηγική τους στα νέα πολυπολικά δεδομένα της περιοχής.

Όσο τολμηρή κι αν είναι η προσέγγιση, η συμφωνία αυτή φαίνεται να εγκλωβίζει περισσότερο την Τουρκία παρά να την ενδυναμώνει στρατηγικά. Κι αυτό διότι η Σαουδική Αραβία έχει δεδομένους εχθρούς, το Ιράν και τους Χούθι, οι οποίοι έχουν εξαπολύσει χτυπήματα προς την επικράτειά της.

Το μεγάλο διακύβευμα, λοιπόν, δεν είναι σε ποιο βαθμό θα επηρεαστούν οι σχέσεις Ριάντ – Αθήνας (που σαφώς η ελληνική διπλωματία πρέπει να γρηγορεί) αλλά τι θα κάνει η Άγκυρα εάν το Ιράν ή οι Χούθι επαναλάβουν χτυπήματα εναντίον της Σαουδικής Αραβίας. Θα χτυπήσει η Τουρκία το Ιράν;