Ο Αλέξανδρος Βάρθης, που συμμετέχει στη σειρά Grand Hotel, μίλησε στον «Τηλεθεατή» για τη διαδρομή του από τους «καλούς» ρόλους της σχολής στους πιο σύνθετους τηλεοπτικούς χαρακτήρες, αλλά και για τη σχέση του με τους «κακούς». Ο ηθοποιός αναφέρθηκε, επίσης, στην προσπάθειά του να ισορροπήσει ανάμεσα στο θέατρο και την τηλεόραση.
Απαντώντας στο ερώτημα γιατί του αναθέτουν ρόλους «κακών», είπε: «Γιατί μάλλον αρέσουν και σ’ εμένα! Στη σχολή, πάντως, μου έδιναν πάντα τόσο καλούς ρόλους που οι καθηγητές μου έλεγαν πως είναι της μοίρας μου γραφτό να παίζω τα καλά παιδιά που πάντα σώζουν την κοπέλα. Να, όμως, που το θέατρο και η τηλεόραση αποφασίζουν από μόνα τους. Έτσι, από τους πρώτους ρόλους που έπαιξα ήταν ενός… παιδόφιλου. Στην τηλεόραση δε, από τις “Ψυχοκόρες” και μετά, με έχουν βάλει στον χάρτη των κακών».
Στη συνέχεια, εξήγησε ότι απολαμβάνει αυτούς τους ρόλους, γιατί του δίνουν τη δυνατότητα να εκφράζεται διαφορετικά από την πραγματική του ζωή. «Μου αρέσει, γιατί δεν είμαι καθόλου έτσι στη ζωή μου. Ειδικά από τότε που έκανα το γιο μου, θεωρώ πως έχω καθήκον να δημιουργήσω γι’ αυτόν ένα πρότυπο, ώστε να γίνει πρωτίστως καλός άνθρωπος, κι ύστερα, ας γίνει ό,τι θέλει», είπε χαρακτηριστικά.
Ο ηθοποιός μίλησε και για τις απαιτήσεις της καθημερινότητάς του, καθώς συνδυάζει τηλεοπτικά γυρίσματα και θεατρικές παραστάσεις. Όπως τόνισε, «εκτός από τα γυρίσματα, παίζω και στο θέατρο “Μπέλλος”, σε δύο παραστάσεις: “Η λέξη πρόοδος στο στόμα της μητέρας μου ηχούσε πολύ φάλτσα” και “Απόψε κανείς δεν πεθαίνει”, ένα έργο για το σεξ, τη βία, την εξουσία, την πίστη και την αγάπη. Τα καταφέρνω, αλλά με πολλή αυπνία. Σε οριακό σημείο πια. Θυμάμαι, όμως, που στον κορονοϊό είχαμε μείνει άνεργοι οι ηθοποιοί και μου αρέσει που τώρα βιώνω έναν… οργασμό δουλειάς».