Politico: Η Γαλλία είναι ο νέος «μεγάλος ασθενής» της Ευρώπης – Δημοσιονομική και κοινωνική κρίση τρομάζει τις αγορές

Η Γαλλία αντιμετωπίζει δίδυμες δημοσιονομικές και κοινωνικές κρίσεις που τροφοδοτούν η μία την άλλη, με τις χρηματοπιστωτικές αγορές να πιέζουν έντονα τα κρατικά ομόλογα εξαιτίας του χρέους των 3,5 τρισεκατομμυρίων ευρώ και του επίμονου ελλείμματος. Οι μαζικές διαδηλώσεις για το κόστος ζωής και η πολιτική πόλωση ενόψει των προεδρικών εκλογών επιδεινώνουν το αδιέξοδο, οδηγώντας πρώην Ευρωπαίους αξιωματούχους να συγκρίνουν την κατάσταση με την κρίση της Ιταλίας το 2011.

Γαλλία Μακρόν

Φωτογραφία: Reuters

Τα βασικά σημεία του άρθρου

  • Η Γαλλία έχει εξελιχθεί στον νέο «μεγάλο ασθενή» της Ευρώπης, καθώς η χώρα βιώνει δίδυμες δημοσιονομικές και κοινωνικές κρίσεις που τροφοδοτούν η μία την άλλη.
  • Οι χρηματοπιστωτικές αγορές παραμένουν τρομοκρατημένες μπροστά στο τεράστιο δημόσιο χρέος, με την απόδοση του γαλλικού 10ετούς ομολόγου αναφοράς να αγγίζει το 5,14%.
  • Η προοπτική των προεδρικών εκλογών εντείνει τον πανικό των επενδυτών, ενώ αναλυτές προειδοποιούν ότι η χώρα ενδέχεται να βιώσει μια κρίση παρόμοια με εκείνη της Ιταλίας το 2011.

Η Γαλλία έχει εξελιχθεί στον νέο «μεγάλο ασθενή» της Ευρώπης, και μάλιστα ακριβώς τη στιγμή που οδεύει στις επόμενες προεδρικές εκλογές, επισημαίνει σε ανάλυσή του το Politico.

Έπειτα από δύο Σαββατοκύριακα κατά τα οποία εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλωτές κατέκλυσαν τους δρόμους απαιτώντας από την κυβέρνηση αύξηση στους μισθούς των εκπαιδευτικών, βελτίωση των σχολικών υποδομών και μέτρα κατά της ραγδαίας αύξησης του κόστους ζωής, η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύρεται σε έναν φαύλο κύκλο.

Όπως αναφέρει το Politico, η χώρα βιώνει δίδυμες δημοσιονομικές και κοινωνικές κρίσεις που τροφοδοτούν η μία την άλλη.

«Η Γαλλία βρίσκεται στο χείλος μιας οικονομικής κρίσης», δήλωσε χαρακτηριστικά στο Politico ο πρώην πρωθυπουργός Μισέλ Μπαρνιέ. «Πρέπει να στείλουμε ένα μήνυμα στις αγορές».

Ο φόβος των αγορών και η σκιά των πολιτικών άκρων

Παρόλο που οι αρχές κατάφεραν να αποτρέψουν τα ακραία φαινόμενα ταραχών και λεηλασιών που είχαν σημαδέψει τον πρώτο γύρο των διαδηλώσεων στα μέσα Οκτωβρίου, οι χρηματοπιστωτικές αγορές παραμένουν τρομοκρατημένες.

Σύμφωνα με το Politico, ακόμη και πριν ξεκινήσουν οι κινητοποιήσεις, οι επενδυτές ξεφορτώνονταν γαλλικά κρατικά ομόλογα ή απαιτούσαν ιστορικά υψηλές αποδόσεις.

Η κατάσταση αυτή οφείλεται στην αποτυχία της κυβέρνησης Λεκορνί να μειώσει δραστικά το επίμονα υψηλό δημοσιονομικό έλλειμμα, να τιθασεύσει το δημόσιο χρέος των 3,5 τρισεκατομμυρίων ευρώ, να δώσει ώθηση στην ανάπτυξη και να μεταρρυθμίσει το μη βιώσιμο συνταξιοδοτικό σύστημα.

Επιπλέον, όπως παρατηρεί το Politico, η προοπτική ενός β΄ γύρου προεδρικών εκλογών την επόμενη άνοιξη ανάμεσα στην ακροδεξιά Μαρίν Λεπέν και τον ριζοσπαστικό αριστερό Ζαν-Λικ Μελανσόν -ο οποίος σύμφωνα με τις δημοσκοπίες διεκδικεί με αξιώσεις τη δεύτερη θέση- αυξάνει τον πανικό των επενδυτών. Και οι δύο υποψήφιοι υπόσχονται δισεκατομμύρια ευρώ για τη μείωση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης.

Αν και οι πρόσφατες ταραχές εκτιμάται ότι κόστισαν δεκάδες εκατομμύρια ευρώ -με μεγάλο μέρος να καλύπτεται από ασφάλειες-, το χάος ρίχνει λάδι στη φωτιά.

Φωτογραφία: EPA

Όπως επισημαίνει το Politico, οι διαδηλώσεις στέλνουν ανησυχητικά σήματα, ιδίως αν η κοινωνική αναταραχή συνεχιστεί, θυμίζοντας το κίνημα των «Κίτρινων Γιλέκων» (2018-2020), το οποίο είχε κοστίσει στη γαλλική οικονομία το 0,1% του ΑΕΠ, με τα καταστήματα να καταγράφουν ζημίες 2 δισεκατομμυρίων ευρώ.

«Είναι σαφές ότι οι διαδηλώσεις έχουν αντίκτυπο στις αγορές», δήλωσε στο Politico ο Ερίκ Λομπάρ, ο οποίος διετέλεσε υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών πέρυσι.

Με τον προϋπολογισμό του πρωθυπουργού Σεμπαστιάν Λεκορνί για το 2027 να περιλαμβάνει ήδη 43 δισεκατομμύρια ευρώ σε περικοπές, αφήνοντας ελάχιστα περιθόρια για νέες εξοικονομήσεις, η κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα αδιέξοδο δίλημμα: να δανειστεί κι άλλο φορτώνοντας τη νέα γενιά με δισεκατομμύρια σε τόκους, ή να ελπίζει ότι οι διαμαρτυρίες θα κοπάσουν από μόνες τους.

Φωτογραφία: Reuters

«Έχουμε ένα μαχαίρι στον λαιμό και νιώθουμε τις σταγόνες του αίματος στην καρωτίδα μας», δήλωσε χαρακτηριστικά κυβερνητικός αξιωματούχος που μίλησε στο Politico υπό το καθεστώς ανωνυμίας.

«Πρέπει να δείξουμε ότι έχουμε ακούσει την οργή. Όμως έχουμε ελάχιστα περιθόρια ελιγμών δεδομένης της κατάστασης στις αγορές».

Η σύγκριση με την Ιταλία του 2011 και το έλλειμμα αυτογνωσίας

Όπως υπενθυμίζει το Politico, ο Μάριο Μόντι, ο οποίος βρέθηκε αντιμέτωπος με μια παρόμοια κατάσταση ως πρωθυπουργός της Ιταλίας και κατάφερε να αποτρέψει την οικονομική κρίση το 2011 μέσω περικοπών και συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης, προειδοποιεί ότι «τα πράγματα μπορούν να εξελιχθούν πολύ γρήγορα».

Ο Μόντι σημείωσε στο Politico ότι τότε το περιθώριο (spread) μεταξύ των ιταλικών και των γερμανικών 10ετών ομολόγων εκτοξεύτηκε από τις 150 μονάδες βάσης σε πάνω από 500 μέσα σε λίγους μήνες. Αντίστοιχα, το spread μεταξύ γαλλικών και γερμανικών ομολόγων έκλεισε στις 169 μονάδες βάσης, ενώ η απόδοση του γαλλικού 10ετούς ομολόγου αναφοράς άγγιξε το 5,14%, στο υψηλότερο επίπεδο από το 2002.

Η Γαλλία θεωρούνταν επί μακρόν το «καλομάθημενο παιδί» της ΕΕ, τονίζει ο Μόντι στο Politico, αξιοποιώντας το πολιτικό και οικονομικό της βάρος για να κάμπτει ή να παραβιάζει τους δημοσιονομικούς κανόνες του μπλοκ.

Ωστόσο, ελάχιστοι πίστευαν ότι μια τόσο μεγάλη και ισχυρή χώρα θα κατέληγε στην πρώτη γραμμή μιας ευρωπαϊκής κρίσης χρέους.

Παρόλο που η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα διαθέτει ισχυρά εργαλεία παρέμβασης, ο Μόντι υπογραμμίζει ότι οι Γάλλοι ψηφοφόροι πρέπει να αντιληφθούν πως μια κρίση δημόσιου χρέους στη χώρα τους δεν είναι πλέον σενάριο επιστημονικής φαντασίας.

«Το μείζον πρόβλημα είναι ότι το κοινό δεν ανησυχεί αρκετά για αυτόν τον κίνδυνο. Η Γαλλία δεν είναι ψυχολογικά προετοιμασμένη να θεωρήσει τον εαυτό της στόχο μιας κρίσης, ούτε καν ως την αφετηρία μιας κρίσης που θα μπορούσε να εξαπλωθεί».

Αυτή η δυσφορία, σύμφωνα με την ανάλυση του Politico, δεν είναι αποκλειστικά οικονομική, καθώς πληθώρα δεικτών δείχνουν ότι η Γαλλία έχει χάσει την αυτοπεποίθησή της.

Σύμφωνα με πρόσφατη δημοσκόπηση, 9 στους 10 Γάλλους είναι απαισιόδοξοι για το μέλλον και πιστεύουν ότι τα παιδιά τους θα ζήσουν χειρότερα από τους ίδιους.

Παράλληλα, πανευρωπαϊκή μελέτη έδειξε ότι μόλις οι μισοί Γάλλοι αισθάνονται περήφανοι για το δημοκρατικό σύστημα, ποσοστό πολύ χαμηλότερο από το 66% των Γερμανών και το σχεδόν 70% των Βρετανών.

Αυτή η απογοήτευση ωθεί τους ψηφοφόρους προς τα άκρα: τη Μαρίν Λεπέν -της οποίας το οικονομικό πρόγραμμα έχει χαρακτηριστεί από οικονομολόγους ως μη ρεαλιστικό- και τον Ζαν-Lικ Μελανσόν, ο οποίος θέλει να βάλει «φωτιά» στο γαλλικό χρέος.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Politico, η Λεπέν συγκεντρώνει ποσοστό 34% και ο Μελανσόν 15%, γεγονός που σημαίνει ότι σχεδόν το 50% του εκλογικού σώματος προτίθεται να ψηφίσει αντισυστημικές δυνάμεις.

Φωτογραφία: Reuters

Στον αντίποδα, ο κεντροδεξιός υποψήφιος Εντουάρ Φιλίπ πασχίζει να πείσει ως ο πολιτικός της δημοσιονομικής πειθαρχίας, ωστόσο η προεκλογική του εκστρατεία δυσκολεύεται να βρει βηματισμό.

«Δεν είμαστε μπανανία», αλλά η αξιοπιστία έχει χαθεί

Αξιωματούχοι, βουλευτές και διπλωμάτες με τους οποίους συνομίλησε το Politico συμφωνούν ότι η Γαλλία δεν διατρέχει άμεσο κίνδυνο να βρεθεί σε σενάριο τύπου κρίσης στην Ελλάδα που θα την ανάγκαζε να σταματήσει να πληρώνει μισθούς και πιστωτές.

Ωστόσο, προειδοποιούν ότι ενδέχεται να βιώσει μια κρίση παρόμοια με εκείνη της Ιταλίας το 2011, όταν ο Μάριο Μόντι διαδέχθηκε τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι.

«Δεν είμαστε ακόμη μια μπανανία που κινδυνεύει να κηρύξει πτώχευση», δήλωσε στο Politico ο έμπειρος κεντρώος βουλευτής και ειδικός σε θέματα προϋπολογισμού, Σαρλ ντε Κουρσόν.

Ωστόσο, οι εικόνες από τις πρόσφατες ταραχές στο Παρίσι -όπως περιγράφονται στην ανάλυση του Politico- μαρτυρούν μια κρίση ταυτότητας: μπροστά στη σπασμένη βιτρίνα ενός ήδη λεηλατημένου σουπερμάρκετ, άτομα παρότρυναν περαστικούς να μπουν μέσα και να κλέψουν, την ώρα που λίγα μέτρα μακριά ο ιδιοκτήτης ενός κινεζικού εστιατορίου κλείδωνε την πόρτα πίσω από κάθε πελάτη για να προστατευθεί.

Τέτοιες σκηνές παραπέμπουν σε χώρα στα πρόθυρα κρίσης χρέους και όχι σε κράτος-μέλος της G7.

Φωτογραφία: AP

Παρατηρώντας τις εξελίξεις από τις Βρυξέλλες, την Ουάσινγκτον ή τη Νέα Υόρκη, διπλωμάτες και οικονομολόγοι αναγνωρίζουν ότι το Παρίσι πιθανότατα θα αποτύχει να μειώσει το δημοσιονομικό έλλειμμα στο 3% του ΑΕΠ έως το 2029, όπως είχε δεσμευτεί απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ο Ντε Κουρσόν παραδέχθηκε στο Politico ότι η Γαλλία έχει «χάσει κάθε αξιοπιστία» στα μάτια των Ευρωπαίων εταίρων της σε ό,τι αφορά τα δημοσιονομικά ζητήματα.

Από την πλευρά του, ο πρώην υπουργός Οικονομίας, Ερίκ Λομπάρ, κατέληξε με ειλικρίνεια: «Αποτύχαμε να τιμήσουμε τις δεσμεύσεις μας. Εξ ονόματος του γαλλικού λαού, δώσαμε υποσχέσεις να βάλουμε τα οικονομικά σε τάξη, αλλά δεν τις τηρήσαμε. Θα ήθελα πολύ να είχαμε τιμήσει τις δεσμεύσεις μας, αλλά συλλογικά δεν το κάναμε. Έτσι, θέσαμε τους εαυτούς μας σε θέση αδυναμίας».