Guardian: Αδιέξοδο στα Στενά του Ορμούζ – Το στρατηγικό χάος της Ουάσινγκτον και η απειλή παγκόσμιας ύφεσης

Η κρίση στον Κόλπο βρίσκεται στην πιο κρίσιμη και απρόβλεπτη φάση της, με την Ουάσιγκτον εγκλωβισμένη σε ένα σπιράλ στρατηγικής σύγχυσης και παλινδρομήσεων. Ο Ντόναλντ Τραμπ αντιμετωπίζει τον κίνδυνο να γίνει πολιτικά ανίσχυρος ενόψει των αμερικανικών ενδιάμεσων εκλογών, καθώς η τιμή του πετρελαίου καλπάζει και η προσπάθεια επιβολής διοδίων στα Στενά του Ορμούζ αποσύρθηκε άρον-άρον.

Ιράν

Τα βασικά σημεία του άρθρου

  • Η κρίση στον Κόλφο εισέρχεται στην πιο κρίσιμη φάση της, με την Ουάσιγκτον να βρίσκεται εγκλωβισμένη σε ένα σπιράλ στρατηγικής σύγχυσης.
  • Ο Αμερικανός πρόεδρος πρότεινε και σχεδόν αμέσως απέσυρε την ιδέα να επιβάλλουν οι ΗΠΑ διόδια 20% για τη διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ, μια κίνηση που προκάλεσε έντονη αμηχανία και αντιδράσεις.
  • Οι αμερικανικές βάσεις σε Κουβέιτ, Ιορδανία και Μπαχρέιν δέχονται συνεχή πλήγματα, με το κόστος των ζημιών και των επιχειρήσεων να αγγίζει ήδη τα 100 δισεκατομμύρια δολάρια.

Η κρίση στον Κόλπο, εισέρχεται στην πιο κρίσιμη και απρόβλεπτη φάση της. Πέντε μήνες μετά την έναρξη των εχθροπραξιών και έναν μήνα μετά το ασαφές μνημόνιο συνεννόησης (MoU) της 17ης Ιουνίου, η Ουάσινγκτον βρίσκεται εγκλωβισμένη σε ένα σπιράλ στρατηγικής σύγχυσης, παλινδρομήσεων και ψευδών υποσχέσεων. Με την τιμή του πετρελαίου να καλπάζει και τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές να πλησιάζουν, ο Ντόναλντ Τραμπ αντιμετωπίζει τον ορατό κίνδυνο να μετατραπεί σε έναν πολιτικά ανίσχυρο («lame duck») ηγέτη, έχοντας οδηγήσει τις ΗΠΑ σε χειρότερη θέση από εκείνη στην οποία ξεκίνησαν, σύμφωνα με ανάλυση του Guardian.

 

 

Το φιάσκο με τα «διόδια» και η διεθνής απομόνωση

Σε μια χαρακτηριστική ένδειξη του στρατηγικού αδιεξόδου, ο Αμερικανός Πρόεδρος πρότεινε και σχεδόν αμέσως απέσυρε την ιδέα να επιβάλουν οι ΗΠΑ διόδια 20% για τη διέλευση από τα Στενά. Παρά τις διαβεβαιώσεις του Λευκού Οίκου ότι επρόκειτο για ένα «ώριμο σχέδιο», η πρόταση απορρίφθηκε άρον-άρον μετά τη θύελλα αντιδράσεων από ναυτιλιακές εταιρείες, συμμάχους αλλά και στελέχη της ίδιας της αμερικανικής κυβέρνησης.

 

Η κίνηση αυτή προκάλεσε έντονη αμηχανία, καθώς έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις πάγιες θέσεις της Δύσης για την ελεύθερη ναυσιπλοΐα. Ακόμα και ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, είχε τονίσει στο παρελθόν ότι τέτοιες χρεώσεις αντιβαίνουν το Διεθνές Δίκαιο και τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας.

 


Μόλις την περασμένη εβδομάδα, το 40μελές συμβούλιο του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού (IMO), επιβεβαίωσε ότι η διέλευση πρέπει να παραμείνει ελεύθερη. Απευθυνόμενος στο συμβούλιο, ο Αμερικανός πρεσβευτής στο Ηνωμένο Βασίλειο, Γουόρεν Α. Στίβενς, δήλωσε χαρακτηριστικά:

«Οι ΗΠΑ θα συνεχίσουν να υπερασπίζονται την ελευθερία της ναυσιπλοΐας και το κράτος δικαίου, τις θεμελιώδεις Αρχές χωρίς τις οποίες το διεθνές εμπόριο δεν μπορεί να λειτουργήσει. Ένας ελεύθερος και ανοιχτός ωκεανός δεν είναι δεδομένος. Πρέπει να προστατευθεί».

Για να μετριάσει τις εντυπώσεις από την άτακτη υποχώρηση, ο Τραμπ ισχυρίστηκε ότι οι χώρες του Κόλπου, είναι έτοιμες για μεγάλες επενδύσεις στην αμερικανική οικονομία. Ωστόσο, οι υποσχέσεις αυτές μοιάζουν τόσο φανταστικές όσο και το ανεφάρμοστο «σχέδιο ανάκαμψης» ύψους 350 δισ. δολαρίων, που προβλεπόταν στην αρχική συμφωνία.

 

Ένας πόλεμος φθοράς με δυσβάσταχτο κόστος

Η μεγαλύτερη πολιτική αδυναμία του Λευκού Οίκου, είναι ότι αναγκάζεται να χρησιμοποιεί στρατιωτική βία για να ανοίξει ξανά μια δίοδο που ήταν απολύτως προσβάσιμη, προτού ο Τραμπ αποφασίσει να ακολουθήσει τη συμβουλή του Μπενιαμίν Νετανιάχου, να αποχωρήσει από τις διαπραγματεύσεις και να επιτεθεί στο Ιράν.

 

Σήμερα, πέντε μήνες μετά:

  • 6.000 ναυτικοί παραμένουν εγκλωβισμένοι στα στενά, τα οποία ελέγχονται πλήρως από την Τεχεράνη.
  • Το Ιράν εμφανίζεται ενισχυμένο, αντλώντας εσωτερική συνοχή μετά την κηδεία του δολοφονηθέντος ανώτατου ηγέτη του.
  • Οι αμερικανικές βάσεις σε Κουβέιτ, Ιορδανία και Μπαχρέιν δέχονται συνεχή πλήγματα, με το κόστος των ζημιών και των επιχειρήσεων να αγγίζει ήδη τα 100 δισεκατομμύρια δολάρια.

Η ελπίδα ότι οι δύο πλευρές θα κατέληγαν σε συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν έως τις 17 Αυγούστου, φαντάζει πλέον εντελώς εξωπραγματική.

 

Η επιστροφή των «γερακιών» και το κενό στρατηγικής

Παρά το προφανές αδιέξοδο, οι υποστηρικτές της στρατιωτικής λύσης στην Ουάσινγκτον, επιμένουν ότι το Ιράν θα λυγίσει αν αποκλειστούν πλήρως οι εξαγωγές πετρελαίου του. Όπως επισημαίνει ο Ρομπ Μάλεϊ, πρώην διαπραγματευτής των ΗΠΑ για τα πυρηνικά:

«Και στις δύο πλευρές υπάρχουν ομάδες που πιστεύουν ότι μπορούν να αντέξουν το κόστος της κλιμάκωσης και κυρίως, ότι πρέπει να αποδείξουν αυτή την ικανότητα στον αντίπαλο».

 


Την ίδια ώρα, η απουσία ξεκάθαρης αμερικανικής στρατηγικής προκαλεί έντονη κριτική στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Ο Φίλιπ Γκόρντον, σύμβουλος εθνικής ασφάλειας του Τζο Μπάιντεν, άσκησε σκληρή κριτική στους χειρισμούς της κυβέρνησης:

«Εάν οι ΗΠΑ δεν ήθελαν το Ιράν να ελέγχει τα στενά, δεν έπρεπε να υπογράψουν ένα κείμενο που του αναθέτει την «ασφάλεια της διέλευσης των πλοίων». Οι επιθέσεις του Ιράν είναι εξοργιστικές, αλλά εξίσου εξοργιστική είναι και η αποτυχία των ΗΠΑ να ξεκαθαρίσουν τι ζητούσαν ως αντάλλαγμα για την οικονομική ελάφρυνση που υποσχέθηκαν».

 

 

Το τέλος του αφηγήματος της «ανάσχεσης»

Η κρίση αυτή ανοίγει μια πολύ μεγαλύτερη συζήτηση για την αρχιτεκτονική ασφαλείας στην περιοχή. Σε άρθρο του στη Le Monde, ο υπουργός Εξωτερικών του Ομάν, Σαγίντ Μπαντρ Αλμπουσαΐντι, αποδομεί πλήρως το δόγμα της Ουάσινγκτον για τη Μέση Ανατολή:

«Ο συνδυασμός των υπέρογκων εξοπλισμών, της επέκτασης των αμερικανικών βάσεων και της «εξ αποστάσεως» προστασίας αποδείχθηκε εξαιρετικά δαπανηρός και χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα.

Ο πόλεμος αποκάλυψε ότι η «ανάσχεση» ήταν ένας μύθος. Οι σοβαρότερες απειλές για την ασφάλεια του Κόλπου δεν προέρχονται από το εσωτερικό του, αλλά από αποφάσεις που λαμβάνονται εκτός αυτού – και κυρίως στο Τελ Αβίβ».

Πηγή: The Guardian