Τα βασικά σημεία του άρθρου
- Είκοσι πέντε χρόνια μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, η συγκλονιστική φωτογραφία του «Falling Man» εξακολουθεί να συγκινεί, με τον άνδρα να φαίνεται σχεδόν γαλήνιος στην πτώση του.
- Η μακρά και σύνθετη έρευνα για την ταυτότητα του «Falling Man» οδήγησε στην πιθανή ταυτοποίησή του ως τον 43χρονο Τζόναθαν Μπράιλι, μηχανικό ήχου στο Windows on the World.
- Η αδελφή του Τζόναθαν, Γκουέν Μπράιλι-Στραντ, τονίζει ότι δεν θα έπρεπε να έχει σημασία ποιος εικονίζεται στη φωτογραφία, καθώς «ήταν ένας εκπρόσωπος όλων αυτών των σχεδόν 3.000 ανθρώπων που έπρεπε να περάσουν αυτή τη φρικτή ημέρα της 11ης Σεπτεμβρίου».
Φέτος συμπληρώνονται 25 χρόνια από τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, και η ιστορία πίσω από μία από τις πιο συγκλονιστικές φωτογραφίες εκείνης της ημέρας εξακολουθεί να συγκινεί.
Πρόκειται για την εικόνα του «Falling Man» (Ο άνθρωπος που πέφτει), του ανώνυμου άνδρα που καταγράφηκε να πέφτει στο κενό από τον Βόρειο Πύργο του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου.
Σήμερα, η αλήθεια γύρω από την ταυτότητά του, οι έρευνες δεκαετιών, αλλά και τα συγκινητικά λόγια της αδελφής του αναδεικνύουν το βαθύτερο ανθρώπινο νόημα πίσω από ένα σύμβολο του αμερικανικού πένθους.
Απόλυτη ηρεμία μέσα στην τραγωδία
Ο άνδρας στη φωτογραφία φαίνεται σχεδόν γαλήνιος, αιωρούμενος απόλυτα αναποδογυρισμένος στον αέρα, αψηφώντας για μια στιγμή το αναπόφευκτο, γράφει η Daily Mail. Δεν εκπέμπει φόβο, πανικό ή οργή για μια ζωή που κόβεται απότομα.
Αντίθετα, φαίνεται να έχει αποδεχθεί τη μοίρα του με νηφαλιότητα, αντιμετωπίζοντας τον θρίαμβο και την τραγωδία με τον ίδιο ακριβώς τρόπο.
Σύμφωνα με τη βρετανική εφημερίδα, βρέθηκε αντιμέτωπος με ένα φρικτό δίλημμα: να πεθάνει από ασφυξία ή να πέσει στο κενό — και επέλεξε το δεύτερο.
Κάνοντας αυτή την επιλογή, δεν διάλεξε τον θάνατο – δεν επρόκειτο για αυτοκτονία. Επέλεξε 10 επιπλέον δευτερόλεπτα ζωής, και αυτά τα 10 δευτερόλεπτα να είναι ειρηνικά και ανώδυνα.
Ίσως ήταν θρησκευόμενος και γνώριζε ότι τον καλούσε ο Θεός για να τον συναντήσει. Ίσως αυτό να εξηγεί την απουσία σπασμωδικών κινήσεων, την εμφανή απουσία οργής απέναντι στον θάνατο. Φαίνεται να πέφτει ήρεμα, ειρηνικά.
Καθώς έπεφτε, δεν είχε ιδέα ότι βρισκόταν στο επίκεντρο του φακού μιας φωτογραφικής μηχανής. Δεν γνώριζε ότι ο κόσμος θα τον μάθαινε ως τον «Falling Man», ένα αινιγματικό σύμβολο των φρικαλεοτήτων εκείνης της τρομερής ημέρας πριν από 25 χρόνια.
Το κυνήγι της ταυτότητας
Ορισμένοι υποστήριξαν ότι δεν υπήρχε λόγος να μαθευτεί ποτέ το όνομά του, ούτε να προστεθεί επιπλέον πόνος στην οικογένειά του, και ότι θα έπρεπε να μνημονεύεται ως ένας «αντιπροσωπευτικός άνθρωπος» που εκπροσωπεί και τα 2.977 αθώα θύματα που έχασαν τη ζωή τους εκείνη την ημέρα.
Ωστόσο, τις ταραγμένες ημέρες μετά την 11η Σεπτεμβρίου, η έρευνα για την ταυτοποίησή του ήταν αναπόφευκτη — μια προσπάθεια που αποδείχθηκε μακρά και σύνθετη.
Δεν συντάχθηκε ποτέ ξεχωριστός κατάλογος για όσους έπεσαν από τους πύργους. Όλα τα θύματα ταξινομήθηκαν ως ανθρωποκτονίες από τον Ιατροδικαστή της Νέας Υόρκης.
Οι εκτιμήσεις για τον αριθμό τους κυμαίνονταν από τη συντηρητική εκτίμηση των 50 έως περισσότερους από 200. Έπεφταν περιοδικά σε διάστημα περίπου 90 λεπτών, ένας-ένας.
Οι τηλεοπτικές κάμερες, συμπεριλαμβανομένου του CNN, σταμάτησαν τη μετάδοση. Δεν υπήρχε τότε Instagram ή Χ ώστε οι παρευρισκόμενοι να βιντεοσκοπούν και να δημοσιεύουν τη φρίκη στα τηλέφωνά τους, οπότε δεν υπάρχει καταγραφή για το ποιοι ήταν.
Η ιστορία της αναζήτησης του «Falling Man» ξεκινά από τον φωτογράφο που τράβηξε τη φωτογραφία. Ο Ρίτσαρντ Ντρου, βετεράνος του πρακτορείου Associated Press, κάλυπτε μια επίδειξη μόδας. Όταν τα αεροπλάνα χτύπησαν τους πύργους, μπήκε στο μετρό, έφτασε στο σημείο και άρχισε να φωτογραφίζει.
Δουλειά του ήταν να καταγράφει την ιστορία, όπως ακριβώς είχε κάνει όταν φωτογραφίζε τη δολοφονία του Ρόμπερτ Φ. Κένεντι στην κουζίνα του ξενοδοχείου Ambassador στο Λος Άντζελες το 1968.
Στις 9:41:15 π.μ. (τοπική ώρα) της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, η μηχανή του κλίκαρε. Την επομένη, 12 Σεπτεμβρίου, η φωτογραφία δημοσιεύθηκε σε εφημερίδες σε όλο τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένων των New York Times.
Ωστόσο, υπήρξε αμέσως έντονη κατακραυγή από πολλούς αναγνώστες που θεώρησαν τη δημοσίευσή της ακατάλληλη — μια εισβολή στις τελευταίες στιγμές της ζωής ενός ανθρώπου. Έτσι, η φωτογραφία εξαφανίστηκε από την επικαιρότητα για αρκετά χρόνια.
Τα στοιχεία, η λανθασμένη ταυτοποίηση και η αποκάλυψη
Τις ημέρες μετά την τρομοκρατική επίθεση, ένας δημοσιογράφος καναδικής εφημερίδας ανέλαβε να ταυτοποιήσει τον άνδρα της επίμαχης φωτογραφίας. Ψηφιοποίησε και βελτίωσε την εικόνα, αναζητώντας στοιχεία στις αφίσες εξαφανισμένων στη Νέα Υόρκη.
Τα στοιχεία ήταν συγκεκριμένα: ο άνδρας ήταν ψηλός και αδύνατος, φαινόταν να έχει γένι τύπου goatee και κοντά μαλλιά, φορούσε μαύρα ψηλά αθλητικά παπούτσια και ένα τζάκετ τύπου τουνίκ που έμοιαζε με τη στολή του εστιατορίου Windows on the World, στον 106ο και 107ο όροφο του Βόρειου Πύργου.
Κανένας από τους εργαζομένους ή τους επισκέπτες του εστιατορίου δεν επέζησε.
Ο δημοσιογράφος είδε την αφίσα εξαφάνισης του 42χρονου Νορμπέρτο Ερνάντεζ, ζαχαροπλάστη στο εστιατόριο, ύψους 1,88 μ. Έδειξε τη φωτογραφία στην αδελφή του Ερνάντεζ, και εκείνη πίστεψε ότι ήταν ο αδελφός της.
Ωστόσο, η υπόλοιπη καθολική οικογένειά του τρομοκρατήθηκε. Η πτώση, υποστήριξαν, συνιστούσε αυτοκτονία, κάτι που σημαίνει ότι θα πήγαινε στην κόλαση. Δεν μπορούσε να είναι αυτός.
Λίγα χρόνια αργότερα, ο Τομ Τζούνοντ του περιοδικού Esquire συνέχισε την έρευνα. Ήταν το δικό του δημοσιογραφικό άρθρο που ονόμασε τη φιγούρα «Falling Man» και προσδιόρισε την πιο πιθανή ταυτότητά του.
Μιλώντας με τον φωτογράφο, ανακάλυψε ότι η φωτογραφική μηχανή είχε τραβήξει μια σειρά από 12 καρέ σε γρήγορη διαδοχή. Προς το τέλος της πτώσης, το πουκάμισο του άνδρα βγήκε, αποκαλύπτοντας ένα χαρακτηριστικό πορτοκαλί κοντομάνικο μπλουζάκι από κάτω. Αυτό απέκλεισε τον Ερνάντεζ, ο οποίος δεν είχε ποτέ πορτοκαλί μπλουζάκι.
Ανάμεσα στα ονόματα που προέκυψαν, το επικρατέστερο ήταν αυτό του 43χρονου Τζόναθαν Μπράιλι, μηχανικού ήχου στο εστιατόριο Windows on the World.
Ο Μπράιλι φορούσε μαύρα ψηλά αθλητικά παπούτσια, είχε ύψος 1,95 μ. και συχνά φορούσε ένα πορτοκαλί t-shirt κάτω από τα ρούχα της δουλειάς του. Μετά τον θάνατό του, η χήρα του είχε μαζέψει τα ρούχα του, οπότε παραμένει άγνωστο αν φορούσε το συγκεκριμένο μπλουζάκι εκείνη την ημέρα.
«Ο Θεός άρπαξε το πνεύμα του»
25 χρόνια μετά, η αδελφή του Τζόναθαν, Γκουέν Μπράιλι-Στραντ, 72 ετών σήμερα, παρακολουθεί κάθε χρόνο τα αφιερώματα της επετείου. «Υπάρχουν στιγμές που νιώθεις ότι πέρασαν 25 χρόνια, αλλά υπάρχουν και στιγμές που νιώθεις σαν να ήταν χθες. Είναι ένα κύμα πένθους. Κάποιες χρονιές είναι καλύτερες από άλλες».
Η Γκουέν θυμάται ότι ο Τζόναθαν υπέφερε από άσθμα και θα είχε επηρεαστεί πολύ γρήγορα από τον καπνό. Ηταν επίσης βαθιά θρησκευόμενος άνθρωπος και, έξι μήνες πριν από τον θάνατό του, είχε χειροτονηθεί διάκονος, υπηρετώντας ως συμπαραστάτης του πατέρα του, που ήταν βαπτιστής πάστορας.
Ο Τζόναθαν μεγάλωσε παίζοντας γκόσπελ μουσική στο πιάνο και έμαθε μόνος του κιθάρα.
Αφού πήρε το πτυχίο του από το Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης (NYU), εργάστηκε ως μηχανικός ήχου στα ξενοδοχεία Hilton και Marriott, καθώς και στο Windows on the World, όπου λάτρευε να απολαμβάνει την απίστευτη θέα νωρίς το πρωί καθώς ανέτελλε ο ήλιος.
Την εβδομάδα πριν από την 11η Σεπτεμβρίου, ο Τζόναθαν είχε ταξιδέψει με την Γκουέν και τον σύζυγό της στη Φλόριντα.
«Ήταν ένα τόσο μεγάλο δώρο Θεού το ότι μπορέσαμε να περάσουμε αυτό το διάστημα μαζί. Ήμασταν ακριβώς δίπλα στον ωκεανό, σηκωνόμασταν, πίναμε καφέ με Kahlua και βλέπαμε την ανατολή του ηλίου. Ήταν πραγματικά ξεχωριστό επειδή αποφάσισε να έρθει μαζί μας την τελευταία στιγμή».
Αυτή ήταν και η τελευταία φορά που τον είδε, καθώς στις 8 Σεπτεμβρίου εκείνος επέστρεψε στη Νέα Υόρκη.
Η Γκουέν έχει δει τη φωτογραφία του «Falling Man», αλλά πλέον δεν την κοιτάζει.
«Η φωτογραφία προκάλεσε τόσο μεγάλο πόνο σε τόσο κόσμο όταν προσπαθούσαν να ανακαλύψουν ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος. Θυμάμαι να ακούω για μια οικογένεια που ήταν βαθιά θρησκευόμενη και, σύμφωνα με τον Καθολικισμό, αυτός ο άνθρωπος που έπεσε έκανε αυτοκτονία, που είναι το ασυγχώρητο αμάρτημα».
«Δεν πιστεύω στο ασυγχώρητο αμάρτημα. Ο Θεός είναι πάρα πολύ ευεργετικός. Είναι πάρα πολύ υπέροχος. Πιστεύω ότι το μόνο ασυγχώρητο αμάρτημα είναι να μην πιστεύεις σε Αυτόν», σχολίασε.
Όταν η προσοχή γύρω από τη φωτογραφία στράφηκε στον Τζόναθαν, η οικογένειά της «πληγώθηκε πολύ», αλλά η ίδια δεν σταθηκέ ποτέ στο ποιος εικονιζόταν.
«Έδωσε κάποια παρηγοριά σε άλλες οικογένειες που ένιωθαν ότι, αν ήταν ο δικός τους αγαπημένος, θα ήταν καταδικασμένος και δεν θα υπήρχε ελπίδα. Τους βοήθησε να σκέφτονται ότι ήταν κάποιος άλλος. Για να λέμε την αλήθεια, του έμοιαζε πολύ».
«Έχουμε ισχυρή πίστη ως Χριστιανοί, ότι υπάρχει μεταθανάτια ζωή και όλοι θα κριθούμε, αλλά ο Θεός δεν είναι εκδικητικός. Είναι ένας ευεργετικός και αφοσιωμένος Θεός. Πιστεύω ότι όλα αυτά τα άτομα που έπεσαν, αρπάχτηκαν. Τα πνεύματά τους αρπάχτηκαν».
Τελικά, όπως τονίζει, δεν θα έπρεπε να έχει σημασία ποιος εικονίζεται στη φωτογραφία: «Το πιστεύω πραγματικά αυτό. Πιστεύω ότι ήταν ένας εκπρόσωπος όλων αυτών των σχεδόν 3.000 ανθρώπων που έπρεπε να περάσουν αυτή τη φρικτή ημέρα της 11ης Σεπτεμβρίου».
Σήμερα, η ιστορική φωτογραφία ανήκει στην ιδιωτική συλλογή του Έλτον Τζον, ο οποίος είχε δηλώσει στο παρελθόν: «Είναι η πιο όμορφη εικόνα από κάτι τόσο τραγικό. Είναι πιθανότατα μία από τις πιο τέλειες φωτογραφίες που τραβήχτηκαν ποτέ».
